Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

σεπτέμβριος 2016 _ επιστροφή ii: ελένη βακαλό













ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΙΙ – Ελένη Βακαλό


“Επιστροφή” – από τις θερινές διακοπές· “στα θρανία”, κ.λπ.. Από πέρυσι (ξεκινώντας με τον Νίκο Χουλιαρά), κάθε φθινόπωρο, το “The Books' Journal” ξαναγυρνά σ' ένα ποιητικό έργο το οποίο ίσως παραέχουμε καιρό να επισκεφτούμε. Με την ελπίδα να ευφρανθούμε και να ωφεληθούμε.


Η Ελένη το γένος Σταυρινού, μετέπειτα σύζυγος του ζωγράφου Γιώργου Βακαλό, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1921. Πρωτοεμφανίστηκε το 1944, κι έτσι κατατάσσεται στους ποιητές της 'Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς'. Που σημαίνει –για να μείνουμε σε δυο που περισσότερο ακούγονται, διαβάζονται και επηρεάζουν σήμερα– στην 'γενιά' του Σαχτούρη και του Καρούζου. Γιατί, λοιπόν, εκείνη δεν συζητείται και δεν μελετάται το ίδιο έντονα με αυτούς (και άλλους· τα γραμματικά γένη εδώ έχουν το βάρος τους); Ίσως το ερώτημα να μην αφορά μόνον την φιλολογία, αλλά και την κοινωνιολογία. Και, οπωσδήποτε, την ιστορία και την αισθητική. Επειδή η μοντερνιστική ποίηση της Βακαλό, όταν παίζει με το δημοτικό τραγούδι, όντως παίζει: δεν έλκεται από την κατά τόπους σκοτεινιά του μόνον· όταν αναφέρεται σε προσωπικά βιώματα, δεν το κάνει με όρους προβολής μιας ατομικής (και δη 'καλλιτεχνικής') μοναδικότητας· δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, με χιούμορ και με κάθε σοβαρότητα, την 'παιδικότητα'· και είναι άψογα ρυθμισμένη μουσικά (τι θελκτικοί και 'φυσικοί' οι ανάπαιστοί της, φερειπείν). Κι ίσως επίσης επειδή, αν θέλουμε να της βρούμε ελληνικούς ποιητικούς 'προγόνους', θα πρέπει μάλλον να γυρίσουμε στον Σολωμό. Είτε πυκνώνουν, είτε εκτείνονται, το ύφος και η γλώσσα της έχουν κάτι τόσο λιτό και κοινόχρηστο –κι ας μοιάζουν εν πρώτοις 'παράξενα'– ώστε φαίνονται άχρονα. “Η ανάγκη ακρίβειας για μένα είναι θέμα ευαισθησίας”, είχε πει το 2000. Πέθανε έναν χρόνο αργότερα, αλλά τα ποιήματά της θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί σήμερα – ή να γραφτούν μεθαύριο. Έγραψε επίσης βιβλία και άρθρα ιστορίας και κριτικής των εικαστικών τεχνών: σ' αυτόν τον χώρο, τουλάχιστον, γρήγορα αναγνωρίστηκε ως μείζων προσωπικότητα. Από το 1944 ώς το 1978, εξέδωσε 13 βιβλία ποίησης – μα η συγκεντρωτική έκδοση του 1995, Το άλλο του πράγματος (εκδ. Νεφέλη), ορίζει ως αρχή το 1954. Το έργο της έστεψαν τα Επιλεγόμενα (εκδ. Νεφέλη, 1997) – κι είναι δύσκολο να ανακαλέσει κανείς άλλον Έλληνα ποιητή, απ' όσους συνέχισαν να εκδίδουν πέρα απ' τα εβδομήντα τους χρόνια, του οποίου το τελευταίο βιβλίο να είναι εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο, απ' όσα προηγήθηκαν. – Π.Ι.


~


ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ

Επηρεάζουν στο δέρμα
Κι όταν κλείσεις τα μάτια σου πιο πολύ το αισθάνεσαι
Πως θ' αλλάξεις τοπίο
Αφού πρώτα οι κινήσεις αδιόρατες στο φλοιό από μέσα αρχίζουν
Είναι όπως αν βρίσκεσαι δίπλα σε θάλασσα
Και ακόμη η καμπύλη του δρόμου την κρύβει
Κατεβαίνοντας
Ο αέρας νωρίτερα τη θαλάσσια αρμύρα σού φέρνει
Και τα είδη της θάλασσας και τα σχήματα
Ο αέρας που έρχεται
Στην αφή μας πιο πριν τ' ακουμπάει
Πάλι όμως αιφνίδια σού φαίνονται
Κατεβαίνοντας στ' ακρογιάλι
Έτσι γίνεται και σε μένα όταν δω
Τα φυτά που απότομα ανοίγουνε απ' τη μια μέρα στην άλλη

Πιθανόν να περιέχει η αίσθηση
Σ' εποχές που ακάλυπτες μένουνε
Και το σχήμα
Των νεκρών μας σωμάτων.


– από την Φυτική αγωγή (1956)


***


[Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας...]

Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας νύχτες πολλές
Το σκοτάδι κινούσε. Παράφορα κουβαλούσε από παντού μυρωδιές
Στα πλευρά μου άνοιγε κήπους. 'Εβλεπες άλλες φορές τοπία θαλασσινά
Δροσεροί στις όχθες τους ξάπλωναν όσοι θυμόμαστε
Δεν καίγονται, δεν μαραίνονται
Τότε αναβρύζαν πηγές
Από τη μια γλυκό κυλούσε νερό ώς μέσα στη θάλασσα προχωρώντας σε ήσυχους δρόμους
Εκεί όταν είναι οι μέρες καλές πιο κρύο σαν κολυμπάς αισθάνεσαι το νερό
Κι όπως σε πλάκα μαρμάρινη αν σταθείς απόγεμα του καλοκιαριού
Όντας εσύ πιο ζεστός, εκείνη στη σκιά και στα χόρτα κρυμμένη
Μιαν άλλη ανάσα θαρρείς πως περνά
Κι ανάπαυση σε τραβά και τρόμος σε διώχνει
Έτσι αισθάνεσαι όταν τα ρεύματα αυτά συναντάς

Καλλίτερο για τη δίψα του άγιου τους στόματος το εμποδισμένο νερό


– από το Ο τρόπος να κινδυνεύομε (1966)


***


[Περπατούσαμε αγκαλιασμένες...]

            Περπατούσαμε αγκαλιασμένες παρέα κορίτσια, λίγο άλλες μεγαλύτερες, κάθε απόγεμα στο δρόμο που έφευγε από τα τελευταία σπίτια κι ανέβαινε σ' ένα ύψωμα να καθήσομε κάτω απ' τα δέντρα
            Τον δρόμο πριν δύσει τον έβρεχαν μπρος στην πόρτα τους οι κοπέλες κι ήτανε δροσερός, μα ύστερα πια δεν ήταν, κι όταν σ' αυτό το κομμάτι φτάναμε κοκκινωπό ήταν το χώμα, το βράδυ γυρνώντας, κίτρινος σαν το φεγγάρι
            Τότε μερικές τραγουδούσαν πηγαίνοντας μπρος απ' τις άλλες, κι ήταν σα χωριστές, που τις έπαιρνε η φωνή τους, κι έτσι όλες γυρνούσαμε μαγεμένες

*

ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

            Τα παιδιά που περνούσανε και τον κόσμο κατέβαιναν με ποδήλατα γέμισαν τον αέρα φωνές. Και στο δρόμο μας σύρριζα από όλους ο ένας λίγη σκόνη που άφηνε, από κάτω του το ποδήλατο σταματώντας, εκείνος και αποδήλατος έφευγε απ' τις κορφές των δέντρων ψηλά, και οι άλλοι τρέχοντας προλαβαίνανε πιο κάτω το ίδιο, στη γειτονιά του καθένας, ώσπου ο αέρας γέμιζε από όλους τους δρόμους εκείνη την ώρα αγόρια που ανέβαιναν αντί για πουλιά


– από την Γενεαλογία (1971)


***


[Έρωτας τότε μ' έπιασε...]

            Έρωτας τότε μ' έπιασε σχεδόν ηδυπάθεια, ολόιδιον ένιωσα κι άλλοτε στην καρδιά μου πονώντας

            Τον έρωτα μετά απ' την αγνότητα κανένας πώς δεν ομολόγησε γι' απόκρυφα επιθυμία σου να δοθείς και να κάνεις
                        πως είναι

            Και ποιος μάς βοηθάει ποτέ παρά ο θάνατος, ακόμη κι αν αγαπήσεις τους άλλους, εκείνους που χαμένοι πρωτύτερα και σ' αυτό ήταν κοντά σου


– από τα Του κόσμου (1978)


***


ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ

Πλοκάμια τα σγουρά κλωνιά
Ξυλόγλυπτου
Στο δείλι, τέμπλο ο κήπος


– από το Γεγονότα και Ιστορίες της Κυρα-Ροδαλίνας (1990)


***


[Στην αρχή δεν ήταν τόσος ο αέρας...]


Στην αρχή δεν ήταν τόσος ο αέρας
Συνέπαιρνε μόνο ένα στρώμα λεπτό
Συρτό στον αγρό που ριγούσε
Ω αγωνιώδης και σιγής πορεία
Αναιρώ όσα έκανα έργα
Ενδιαφέρομαι για το θαύμα

Ετοιμάζομαι για το θαύμα
Στην εύνοια του χρόνου αποδίδω κάθε παράταση
Πηγαίνω με μία οπλή
Αυθάδης η απαίτηση
Κι είναι όλο ημέρα

Και ως ακρίδα
Εγώ, η κάθε φορά ανέραστη
Της ξηρασίας άφτερο πλάσμα· ντροπή μου
Αποβάλλω του προσώπου το είδος· ας τ' αποβάλω


*


[Άγραφος είναι ο λόγος...]

            Άγραφος είναι ο λόγος που κινεί τα εγκάρσια στρώματα κι ανεβαίνουν στα επάνω ως δώρο κι ανάπαυση τ' ανεξήγητα των εικόνων

            Κι έτοιμα όμως, παλαιών που ειρήνευσαν, όχι ευφρόσυνοι, οικειώνοντας φοβερά με τη λύπη τους όψη στο πέραν

            Επειδή απόρησα. Φαιός ουρανός στο όραμα κι αντικριστά στο σκοτάδι μου έφεγγε· με κείνη την καλοσύνη βόγγηξα, ο ουρανός ένας και πότε μεταβάλλεται;

            Ενώ ο ανθώνας πλούσιος

            Περίκλειστος, των αποδημούντων
            Και στην είσοδο ο αγύριστος
            Φύλακας
            Ο τρικέφαλος σκύλος

            Ζωγραφιστός το τέρας



– από τα Επιλεγόμενα (1997)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου