Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

ιανουάριος 2017 _ θοδωρής πανάγος














Θοδωρής Πανάγος

11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1963

Στη Σύλβια Πλαθ

Εκείνο το κορίτσι εισέπνεε αέρια.
Ουρανούς, μέλισσες που κατοικούσαν στο μυαλό της.
Αυτοκίνητα που ποτέ δεν θα κινηθούν.
Βραδιές γεμάτες ανθόμελο.
Νύχτες που τα απαισιόδοξα μάτια της έλαμπαν.
Αγόρια που δεν ήταν γεννημένα γι` αυτήν.
Νέα που ήταν μόνο κακά.
Μερικές στιγμές που είχε ήλιο
Και μερικές στιγμές που έβλεπε ήλιους.

Και ήταν άγαμη, λαθραία, παράταιρη.
Και δεν τραγουδούσε ούτε μιλούσε.
Δεν δίδαξε ποτέ της τίποτα.
Νόμισε, επίσης, ότι τίποτα δεν είναι ορατό.
Ψηλάφησε αλήθειες που μόνο αυτή θα μπορούσε να ξεσκεπάσει.
Και για όλους μας είμαι σίγουρος ότι θα είχε κατανόηση,
Αλλά δεν θα το μάθω ποτέ, και δεν αξίζει να μαντεύεις τόσο σημαντικά πράγματα.

Εισέπνεε χωρίς να καταλάβει.

Και ο ουρανός της ήταν ο πιο μεγάλος που είδε ποτέ κανείς.
Ένα κόκκινο ποδήλατο, δίπλα στο φωτεινό λαβούρνο
Στα στενά των Θερμοπυλών, ήταν πάντα δικό της.
Και οι βαριές αίθουσες με τα παλιά έπιπλα την δέχτηκαν μερικώς.
Έζησε για πολύ λίγο πάρα πολλά.
Τώρα έχει υγεία. Πια.


*

12 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016

Τώρα που έφυγαν από τα χέρια μου όσα κράταγα
Θα κρατήσω σφιχτά καινούργια πράγματα.

Λίγο γαλάζιο κι αόρατο αέρα.
Και τα χώματα που με διώχνουν.
Μια θνησιγενή πεταλούδα. Με προσοχή.
Από τις εύθραυστες, πάντα.

Και θα νομίσω ότι κρατάω κι εσένα.

Και εκεί που απλώς ζούμε
Γύρω από καταστάσεις
Που περνούν σαν αυτοκίνητα τα οποία μας χρειάζονται κι αυτά
Για να τα κρατάμε, διότι δεν έχουν μάθει πολύ περισσότερα,
Θα καταλάβω ξανά, με μια νέα υγεία.
Ότι δεν είναι να κρατάμε κάτι.
Δεν πηγαίνει έτσι.

Ούτε αυτό. Ούτε τίποτα άλλο.
Και θα κοιμηθώ απλά για εξήντα χρόνια.

Γιατί εμείς έτσι πράττουμε.

*

18 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016

Έμοιαζε σαν ένας υπερβολικός νέος.
Χωρίς τίποτα από εκείνα που τις συναρπάζουν
Ούτε το δέρμα, ούτε το αίμα.
Το κλάμα που ρέει σαν αυτόματο.
Τους μύες που πάλλονται.

Και δεν ήξερε πολλά, και δεν θλιβόταν ποτέ σχεδόν.
Και δεν γνώριζε κανέναν πιο πολύ απ' τον εαυτό του.

Και κάθε φορά που έμπαινε σε κουζίνα σκεφτόταν μόνο τα μαχαίρια

αιχμηρά και σκληρά και να λάμπουν, και να δύνανται να φέρουν τα χειρότερα σε μια στιγμή
με τον σωστό ή τον λάθος χειρισμό,
με την σωστή χαρά, και την λάθος λύπη

Και το τέλος τού μίλαγε πάρα πολύ συχνά
πιο συχνά από όσο θέλησε.
Και η μητέρα του δεν υπήρξε ποτέ, ούτε καμία άλλη αρχή,
και τα χρόνια του γνώριζε ότι θα ήταν παρά πολλά.
Μα δεν ήξερε καθόλου τι να τα κάνει.

Και καταλάβαινε αναλογίες που του έδειχναν πολλές φορές
ότι όλα θα γίνονται πολύ χειρότερα
μαζί με περιόδους καλυτέρευσης, που θα κοιμίζουν την έκρηξη.

Αλλά δεν γνώριζε ούτε αυτό. Έτσι δεν λέγεται η απαισιοδοξία;

Και το σύμπαν μερικές φορές λιώνει. Και συστέλλεται
και η θλίψη φεύγει
και κάποτε χιόνια καταλαμβάνουν όλα όσα είναι θερμά.

Και τα πιο πολλά παύουν να είναι εκεί
και δεν είναι πουθενά, πλέον.

Και δεν ήταν ποτέ κάπου.

*

22 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016

Δεν μένουν πλέον πολλά.
Και από αυτά, πολύ λίγα έχουν σημασία συνεχώς.
Εναλλάσσονται τυχαία, βγαίνουν και μπαίνουν
σε μία οπωσδήποτε επιτακτική λίστα
που απλώς συνεχίζει να δίνει κίνητρα
εκεί όπου δεν υπήρχαν επειδή ποτέ δεν χρειάστηκε,
κι εκεί όπου χρειάστηκε να υπάρχουν.

Κόκκινα ηλιοτρόπια, σε ουρανούς, δεν υπάρχουν.
Ρόδες που μας θυμίζουν ότι ίσως όλα να είναι κύκλος, δεν υπάρχουν.
Μουσικές που δίνουν ομορφιά για τέσσερα λεπτά,
Νίκες χωρίς εχθρούς,
Άνθη που ξεράθηκαν, και εμφανίστηκαν μετά
δεν υπάρχουν.

Ο αέρας που δροσίζει την νύχτα ή την μέρα
και η νύχτα και η μέρα
μόνο, ίσως, σχετικά να υπάρχουν.
Και το πρόσωπό σου σίγουρα δεν υπάρχει,
Και το φως, που δίνει σχήμα, σε άσχημα.
δεν υπάρχει.

Και απ' όλα, μόνο αυτό μπορεί να ειπωθεί:

            το πρωί, 06.43, εκεί, ή και όχι, υπάρχει.

~


Θοδωρής Πανάγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως Πολιτικός Μηχανικός. Αρθρογράφησε για καιρό στο popaganda.gr, και γράφει ποίηση από το 2005.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου