Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

απρίλιος 2017 _ robert duncan













ROBERT DUNCAN, διττός ποιητής του Ενός


Μεταφράσεις: Ορφέας Απέργης, Μαίρη Γιόση, Αντωνία Γουναροπούλου, Γιάννης Δούκας, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Λένια Ζαφειροπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Λένα Καλλέργη, Στέργιος Μήτας, Άρτεμις Μιχαηλίδου,Χριστιάνα Μυγδάλη, Κώστας Πλησιώτης, Θοδωρής Χιώτης.

Κείμενο, ανθολόγηση και επιμέλεια: Παναγιώτης Ιωαννίδης



Ο ποιητής Robert Creeley, χαιρέτησε τον Ρόμπερτ Ντάνκαν [Ντ.] ως “ήρωα των δυνατοτήτων” - ο M.L. Rosenthal, ως τον “πλέον διανοούμενο των ποιητών μας υπό την έννοια του αποτελέσματος που επέφεραν σε αυτόν τα ευρέα, κριτικώς ευφυή διαβάσματά του” – ο Stephen Stepanchev, ως  συγκρητιστή που κατείχε “μια φαντασία που χτίζει γέφυρες, περιδένει τον χρόνο και τον τόπο”. Ήδη από αυτές τις τρεις έγκυρες αποτιμήσεις, διαφαίνεται η έκταση και το βάθος του ποιητικού εγχειρήματος του Ντ.: και πολυμαθής λόγιος, και δημιουργός ανοιχτός στην τυχαιότητα και το ένστικτο – και προσοχή στην μορφή, και αποδοχή της απελευθέρωσής της από προσχεδιασμένα σχήματα – και διερεύνηση γνωστών μύθων, και δημιουργία νέων, αλλά και, απλώς, 'παρακολούθηση' της γλώσσας καθώς 'γεννά' ένα ποίημα που μοιάζει να μην έχει θέμα άλλο από τον εαυτό του, καθώς εκρέει –με τρόπο δε μη απολύτως ελεγχόμενο– από τον νου (και την ψυχή) του δημιουργού του.

Όπως είπε ο ποιητής και κριτικός Thom Gunn: “Όταν είχε κατακτήσει την ύψιστη ισχύ του, επέφερε έναν γάμο μεταξύ Μοντερνισμού και Ρομαντισμού – γάμο που εθεωρείτο αδύνατος πριν να συμβεί. Συνέχισε το οικοδόμημα του Πάουντ [] παντρεύοντάς τον ακριβώς με την ποίηση που εκείνος είχε απορρίψει.”

Και ρομαντικός, και μοντερνιστής – ώς το τέλος.

Γεννιέται ως Edward Howard Duncan Jr. στις 7 Ιανουαρίου του 1919 στο Όουκλαντ της Καλιφόρνιας· η μητέρα του πεθαίνει λίγες ώρες μετά την γέννα, και ο πατέρας του δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τον αναθρέψει μόνος του. Έτσι, το 1920, τον υιοθετεί το ζεύγος Symmes, ένθερμοι οπαδοί τού, ιδιαίτερα δημοφιλούς τότε, μυστικιστικού ρεύματος του Θεοσοφισμού – αφού πρώτα συμβουλεύτηκαν τον αστρολογικό του χάρτη! Του δίνουν το όνομα Robert Edward Symmes. Το 1941, θα το αλλάξει ο ίδιος, συνδυάζοντας αυτά που του έδωσαν οι βιολογικοί και οι θετοί γονείς του, σε Robert Duncan.

Τριών ετών, γλιστρά στα χιόνια του Γιοσέμιτη, τα προστατευτικά σκούρα γυαλιά του σπάνε και τραυματίζουν τα μάτια του· το ατύχημα αυτό τον προικίζει δια βίου με στραβισμό και διπλωπία. Οι γονείς του ερμήνευσαν την νέα ικανότητά του να βλέπει διπλά ως συμβολική της “διπλής όρασης” των Θεοσοφιστών. Η ικανότητά του, αργότερα, στα ώριμα ποιήματά του, να εστιάζει σε ένα θέμα από διαφορετικές γωνίες ταυτοχρόνως, θα μπορούσε να εκληφθεί σαν το καλλιτεχνικό αντίστοιχον αυτής της φυσικής του 'αναπηρίας'. Και, κατά τον Γκανν: “Το διπλούν που επιζητούσε ο Ντ. ήταν ο ενεργός διαρκής εναγκαλισμός μεταξύ δύο αντίθετων νοημάτων, και χαίρεται σαν βρίσκει δυο διαφορετικές έννοιες ζευγαρωμένες σε μια και μόνη ομάδα ήχων, όπως το ανθρώπινο και το θείο συμφύρονται σ' έναν και μόνον εραστή”.

Έφηβος ακόμη, διαβάζει τον Βρετανό ποιητή του 19ου αι., Robert Browning, κι αποφασίζει να γίνει κι ο ίδιος ποιητής. (Tέσσερις δεκαετίες αργότερα, διδάσκοντας το “Σορντέλλο” του Μπράουνιν, ο Ντ. θα αναγνώριζε –κατά την διατύπωση του Γκανν– στο έργο του “έναν πρόδρομο της ανοικτής ποίησης όπου η διαδικασία της γραφής βγαίνει συναρπαστικά εκτός ελέγχου, αποδεχόμενη έτσι ενδιαφέροντα τυχαία συμβάντα και απρόβλεπτες κατευθύνσεις”.) Η –επίσης Θεοσοφίστρια– θεία του Fayetta τον επιπλήττει ως τεμπέλη: “Έχεις ήδη υπάρξει ποιητής σε τόσες πολλές ζωές!” Ένας καθηγητής του, όμως, τον ενθαρρύνει.

Το 1936 εγγράφεται, με υποτροφία, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϋ. Είναι ήδη αφοσιωμένος στην ποίηση – και ανακαλύπτει την Αριστερά.

“Ήμουν 18 χρονών το 1937 όταν πρωτάνοιξα το Σχεδίασμα ΧΧΧ Ασμάτων... [και] πήρα τον δρόμο, με τον Έζρα Πάουντ ως δάσκαλο, για την περιπέτεια μιας ποιητικής που επρόκειτο να έλθει και δεν έχει τελειώσει ακόμη”, γράφει το 1965, σε αφιέρωμα για τα ογδοντάχρονα του Πάουντ. Το 1947, διασχίζει τις ΗΠΑ με ωτοστόπ, για να επισκεφθεί τον γέροντα ποιητή στο Ψυχιατρικό Ίδρυμα St. Elizabeths.

Εκτός από τον Πάουντ, όμως, μελέτησε και επηρεάστηκε και από άλλους στυλοβάτες του Μοντερνισμού, όπως τον Τζόυς και την Γερτρούδη Στάιν. Αλλά και από τον Γουίτμαν και τον Ντ.Χ. Λώρενς – από Ρομαντικούς ποιητές, όπως ο Μπλάιηκ και ο Σέλλεϋ – και από πολύ παλαιότερους: τον Δάντη και τον Όμηρο, για παράδειγμα.

Ο Ντ. αγάπησε βαθιά τον Ρομαντισμό, ορίζοντάς τον ώς την “διανοητική περιπέτεια τού να μη γνωρίζεις”. Για την 'περιπέτεια' αυτή, έλεγε: “Σήμερα ακόμη αγαπώ, ανόητα έστω, τα σημεία και τέρατα, τις παρουσίες που διαισθανόμεθα και τις εγγύτητες νοήματος, που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε, με πίστη, μη έχοντας βεβαιότερη την εγγύηση της επιστροφής μας απ' ότι ο τυχοδιώκτης σ' ένα παραμύθι ή σε μιαν ηρωική ιστορία.”

Σε αντίθεση με τα συνήθη, δεν δίσταζε να δηλώνει “δευτερογενής”, “παράγωγος”, ποιητής, υπερήφανος για τις επιρροές και τις ποιητικές καταβολές του. Επισημαίνει όμως ο Γκανν: “τρεφόταν απ' όσους θαύμαζε, αλλά ως γνήσιος καννίβαλος έπεπτε τις αρετές τους ώστε να τις κάνει δικές του, κι αυτές ανέβλυζαν από μέσα του με νέα ζωή, και αναγνωρίσιμες, και αλλαγμένες”.

Το έργο του είναι τεράστιο: όσο ζούσε, εξέδωσε, από το 1947 έως και το 1987 –σε διάστημα 40 χρόνων, δηλαδή–  40 βιβλία και πλακέτες (χώρια τα φυλλάδια και άλλες μικρότερης έκτασης εκδόσεις). 'Εγραψε επίσης πολλά πεζά και θεατρικά έργα – τα δε δοκίμιά του συγκεντρώθηκαν στον τόμο Πλασματικές Βεβαιότητες.

Εμείς, ας ξεκινήσουμε την γνωριμία μαζί του, με δύο πρώιμα ποιήματά του, της περιόδου 1939-1946.


ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ 
«Έχουμε ζήσει το μεγάλο Τραύμα.
Οι πληγές αυτές φανερώνουν την απώλειά μας».


ανάμνηση: απόμακρα λιβάδια πρωινού,
            σακάτης χειμώνας, χορτάρια σφυροκοπημένα από τροχούς και οπλές,
γυμνά κομμάτια γης. Ακούσαμε φήμες για την αρπαγή
ανάμεσα στις γυναίκες που καρτερούν στα πηγάδια με στεγνές υδρίες,
κουβέντες ανάμεσα σε φύλλα κι ανάμεσα στους γέρους
που σκαλίζουν κονσερβοκούτια κι όστρακα γυρεύοντας ξεβρασμένα ξύλα
να στήσουν φωτιές σε κρύες εστίες. Πέτρα καρδιές
κι αρτηρίες τραχυμένες μέχρι την πέτρα.
                        Αυτός ο ήχος του γόου μας, θρήνος καλαμιών,
έρχεται πάνω απ’ τον πάγο και τις γκρίζες ερημιές του νερού.
Ακούμε: σκούζει διασχίζοντας τα ερείπια πόλεων,
σφυρίζει εισχωρώντας σε οπές βλημάτων
και παγώνει σαν αιθέρας στα πνευμόνια μας.

Σκιές που πέφτουν στον ίσκιο της βελανιδιάς… σκιά πάνω σε σκιά
προσηλωμένες στη θλίψη τους. Ο πόθος μιας τέτοιας θλίψης
απαθής, σέρνεται πάνω απ’ το φυλλόχωμα
πελματόσχημος και οπλήσχημος, χνάρι μιας περασμένης βίας.
Σε τέτοιο πηλό σφαδάζουν οι ρίζες μας, ρουφώντας τη ζωή
από σήψη πτωμάτων και πηλό από πέλματα
κι από τη σήψη του κρανίου που ρίχνει ρίζες.

Κηλιδωμένος με σπόρια ο Αυνάν, καραφλός, σταλάσσοντας σπέρμα,
κινήθηκε ανάμεσά μας, ή σμάρια σβέλτων γυναικών κυνηγώντας τη λεοπάρδαλη
περάσαν. Η σιγαλιά αδιατάραχτη, σκοτερά κάτω από σκοτερά
κλαδιά κηλιδωμένα με φως· ή ένα φλάουτο σήμανε το πρωί
ανακωχή, ξυπνώντας τα φύλλα σαν πουλιά.
Βλαστήσαμε χλωροί μέσα απ’ τον φλοιό στη μουσική του φλάουτου,
προβάλλοντας απ’ τον κορμό μέσα σε όνειρο.

Ο ήλιος ήταν σαν χρυσάφι στο κορμί μου,
ρίζες στο κρύο σκοτάδι κάτωθέ μου και χέρια
απ’ τον λεπτό κορμό λουσμένα σε φως χρυσό και σε σκιές,
δάχτυλα χλωρά λαχταρώντας τον ήλιο.

Χαμένη, χαμένη μια τέτοια γαλήνη, κι η Περσεφόνη χαμένη.
Το ύστατο όνειρο έφερε σιωπή,
σιωπηλό νήμα ονείρου με απειλή θανάτου.

Mε σύμβολα αναθυμόμαστε μια τέτοια βία:
το σκίσιμο του βράχου, ο ταραγμός του τραύματος
όπου την πήραν μακριά μας. Σκιά
πέφτει στον ίσκιο… Σκιά πάνω σε σκιά.
Κηλιδωμένοι με λευκό των οστών, σκλήθρα ξεβρασμένου ξύλου,
ο φλοιός μουσκεμένος στον τρόμο, ύπνος καθόλου,
μονάχα αναμονή. Μονάχα περιμένουμε, οι πληγές μας μετά βίας επουλωμένες
την αντεπίθεση πριν ανατείλει ο ήλιος.

[μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου]



PASSAGE OVER WATER

Νύχτα ξανοιχτήκαμε στη θάλασσα,
            χαμένοι, με τα νερά αχανή
                        να στήνουν γύρω μας παγίδες φόβου.
            Οι βάρκες μας χωρίστηκαν, κι εμείς,
                        μόνοι στο τέλος
            κάτω απ’ τον απέραντο ουρανό, αποκαμωμένοι,
                        αρρωστημένοι από τ’ αστέρια.

            Άσε στην άκρη τα κουπιά, αγαπημένε,
                        και ξέχνα αυτή την  ώρα
            τον έρωτά μας σαν μαχαίρι ανάμεσά μας
            τα όρια να χαράζει που ποτέ
                        δεν θα μπορούσαμε να διαβούμε
            μήτε να καταργήσουμε
                        καθώς γλιστρούμε στην καρδιά του ονείρου μας
            σχίζοντας τη σιωπή, κρυφά,
                        με την πικρή βροχή στο στόμα μας
            και με τη σκοτεινή πληγή ξοπίσω μας να κλείνει.

            Ξέχνα τα μύχια της ψυχής αισθήματα, τον θάνατο
και όσες δώσαμε υποσχέσεις,
κήπους ξεριζωμένους και πάνω από ερημωμένους τόπους
            στα δυτικά
τα δωμάτια όπου σμίξαμε βομβαρδισμένα.

Μα ακόμα και καθώς χωριζόμαστε
            η αγάπη σου επιστρέφει.
Νιώθω την απουσία σου
            σαν να σωπαίνουν ξαφνικά οι καμπάνες.
Κι αλάτι σκεπάζει τα μάτια σου
            και σωροί από αλάτι ανάμεσά μας.
Τώρα με ευκολία γλιστράς προς τον αφανισμό.
Ακούγεται ξερός ο ήχος του τσιμέντου. Το φως λιγοστεύει,
πέφτει πάνω στα ερείπια πόλεων σε μακρινές ακτές
και μες στην αδιάφθορη νύχτα
            Είμαι μόνος.


[μετάφραση: Μαίρη Γιόση]


Το 1938, δύο μόνο χρόνια, δηλαδή, μετά την εισαγωγή του στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, το εγκαταλείπει, παρακολουθεί λίγα μαθήματα στο Black Mountain College –με το οποίο θα συνδεθεί αργότερα–, μετακομίζει για δύο χρόνια στην Φιλαδέλφεια, κι εντέλει εγκαθίσταται στην Νέα Υόρκη. Συνιδρύει και διευθύνει το περιοδικό “Experimental Review”, κι εντάσσεται στον λογοτεχνικό κύκλο του Χένρυ Μίλλερ και της Αναΐς Νιν – της οποίας η πρώτη εντύπωση ήταν: “ένα εντυπωσιακά ωραίο αγόρι [με] μιαν έκφραση φαύνου και μιαν ελαφριάν απόκλιση στο ένα μάτι, που το έκανε να μοιάζει πως κοιτά πάντα πέρα και γύρω από σένα”.

Στην Νέα Υόρκη, καλλιεργεί το έντονο ενδιαφέρον του, που θα παραμείνει αδιάπτωτο, για την σύγχρονή του ζωγραφική: τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, αλλά και τον αμερικανικό αφηρημένο εξπρεσσιονισμό. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι σύντροφος της ζωής του –από το 1951 ώς τον θάνατό του, 37 χρόνια αργότερα– θα γίνει ο εικαστικός καλλιτέχνης Jess Collins, που ασχολήθηκε κυρίως με το κολλάζ – τεχνική που, κατά την διδαχή του Πάουντ, ήταν επίσης πρωταρχικής σημασίας στην ποιητική του ίδιου του Ντ..

Τον Μάρτιο του 1944, γίνεται ένας από τους πρώτους Αμερικανούς καλλιτέχνες που δηλώνει δημοσίως την ομοφυλοφιλία του, με την ευκαιρία του πρωτοποριακού δοκιμίου του “Ο Ομοφυλόφιλος στην Κοινωνία”, δημοσιευμένου στο επιδραστικό περιοδικό “Politics” του Dwight MacDonald – 24 χρόνια πριν από τα επεισόδια του Stonewall. (Κατόπιν αυτού, ο ποιητής και εκδότης του περιοδικού “Kenyon Review”, John Crowe Ransom, αποσύρει ένα ποίημά του Ντ. που είχε ήδη δεχθεί προς δημοσίευση.) Εξίσου δημόσιες (άρα, πέρα από σημαντικές για την τέχνη του, με επιρροή και στον πολιτισμικό χώρο και κοινωνικό του περίγυρο), θα είναι και οι εν μέρει αναρχικές, εν μέρει σοσιαλιστικές, πολιτικές του πεποιθήσεις, οι αντι-πολεμικές του απόψεις, και φυσικά, η παιδιόθεν πίστη του στο υπερφυσικό.

Επιστρέφοντας στο Σαν Φρανσίσκο το 1945, συμμετέχει σε μιαν ομάδα που, υπό την αιγίδα του ποιητή Kenneth Rexroth, γέννησε το ποιητικό κίνημα της “Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο”. Ο Ρέξροθ συστήνει στον Ντ. την ποίηση της Βρετανίδας Edith Sitwell και της Αμερικανίδας H.D., η οποία και θα τον απασχολήσει δημιουργικά καθόλη τη ζωή του (τα πολυάριθμα και ποικίλα κείμενά του, απότοκα της ενασχόλησης του αυτής, θα εκδοθούν συγκεντρωμένα μετά τον θάνατο του, ως Το Βιβλίο της H.D. (2011).). Τα μέλη της ομάδας 'επινοούν' την “σειριακή μορφή” (που θα την χρησιμοποιήσει πολύ ο Ντ.): μια σειρά ποιημάτων συνδεόμενων μέσω επαναλαμβανόμενων θεμάτων – ποιητική 'μέθοδο' που ενδεχομένως γνωρίζουμε κυρίως από το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ, δημοσιευμένου, ωστόσο, σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα.

Η άλλη σημαντική για την εξέλιξη της τέχνης του γνωριμία είναι, το 1947, με τον ποιητή Charles Olson που θα του συστήσει την ποίηση του Ρόμπερτ Κρήλυ. Μέσω αυτού, λοιπόν, θα συνδεθεί επίσης με την –από αισθητικής πλευράς, πολύ διαφορετική– ομάδα ποιητών που συσπειρώθηκαν γύρω από το πρωτοπόρο –και σημαντικό για πολλές τέχνες– Black Mountain College.

Έτσι, κατά τις επόμενες δυο δεκαετίες, θα αναγνωριστεί ως μείζων εκπρόσωπος αυτού που θα ονομαστεί “Νέα Αμερικανική Ποίηση”.

Το πρώτο του βιβλίο, Ουράνια Πόλις Επίγεια Πόλις, εκδίδεται επίσης το 1947.

Την επόμενη διετία, 1948-1950, σπουδάζει, στο Μπέρκλεϋ εκ νέου, Μεσαιωνική και Αναγεννησιακή Λογοτεχνία. Και από αυτήν την μελέτη, προκύπτει το βιβλίο του 1950, Μεσαιωνικές Σκηνές, απ' όπου ακολουθούν τέσσερα ποιήματα:


ΟΙ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ


Η διάνοια ετοίμασε ένα δυνατό ποτό.
Ο λήθαργος μένει ως το μεσημέρι.
Δεν μπορούμε να τον διώξουμε.

Όλη μας τη ζωή, στα μάτια μας ζει ο ύπνος
τη νύχτα, το μεσημέρι, αιωρείται
στα κλαδιά του έλατου.
Η Διάνοια φτιάχνει ένα ποτό θανατηφόρο.
Όλα κολυμπούν κι αστράφτουν.

Στις έλικες της συντροφιάς μας, η μαγεία
γνέφει με το φως της. Το άγγιγμά της είναι ανάλαφρο
και ζωτικό. Όμως είμαστε μάγοι σαν αρκούδες,
δημιουργοί αστραπών στο μισοΰπνι χνουδωτής καταιγίδας.

Είναι η μαγεία χωρίς το άγγιγμα
η όξυνση του ματιού χωρίς το βλέμμα
οι ακαθόριστες βροντές της φαντασίας. Μισές αγάπες
μακριά από της αγάπης τη λυτρωτική φωτιά,

στον φόβο μετριασμένες, που ακονίστηκαν
σε μαχαιριών κοψίματα. Λάμπει
στον αέρα. Όμως εμείς είμαστε ονειροπόλοι
όπως οι αρκούδες στη χειμερία νάρκη μιας ολόκληρης ζωής,

ο ύπνος των ηρώων του καλοκαιριού,
της βουνίσιας μαγείας του ειδυλλίου. Η σκιά αιωρείται
στο έλατο που κοσμεί η καταστροφή, και ψιθυρίζει.
Ο δαίμονας κολυμπά κι αστράφτει σε κάθε πρόσωπο.

Κάθε αδρανής ήρωας, αρκουδίσιος, χωρίς αγάπη
αφηγείται τα όνειρά του. Το έλατο
ρίχνει στο συνεχές του φωτός της ημέρας
τη σκιά ενός δράκου γλώσσας, κόκκινου από ελπίδα.

Είναι η μαγεία του να μην αγγίζεις
ο εχθρικός λόγος των άκαμπτων μάγων.
Κι εμείς είμαστε ονειροπόλοι που δεν ξύπνησαν
παραμιλάμε δυστυχίες με απελπισία ζωώδη.

Έχω μες στην καρδιά μου ένα δέντρο, ένα έλατο
από σκιές, μια Ιέρνη ονείρων.
«Ο Λόγος», είπα, «είναι σεξουαλικός.
Λέει στους εραστές μας τι είμαστε· διεγείρει
το διστακτικό αφτί του ζωώδους μυαλού».

«Τα ζώα, όμως», είπε τότε ο Κάρραν, «τουλάχιστον
θα σκουντούσαν το ένα το άλλο».


[μετάφραση: Λένα Καλλέργη]



Η ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΟΥ ΓΟΛΙΑΘ

Κι αν ο ποιητής σε μια στιγμή τρόμου
ή σε μια θύμηση συμβάντος τρομερού
δεν είναι όπως ο ΔαυΪδ αλλά ο Δαυίδ ο ίδιος;

Ιδού η Περικεφαλαία του Γολιάθ.

“Ο Γολιάθ σταμάτησε,” γράφει ο ποιητής ―
την πανοπλία του άκουσε να τρίζει
και πήρε ζωή καθώς το βάρος της μεγάλωνε
κι αισθάνθηκε μια νύχτα που τον δρόσιζε να έρπει πάνω στη χώρα.”

Είναι τραγούδι μόνο ή θύμηση;

Η πανοπλία γεμάτη άνεμο παίρνει ζωή με το τραγούδι
και στην συσκοτισμένη περικεφαλαία
περίεργη είναι η όψη του ποιητή. Οι άνδρες οι μοναχικοί
στο επαναστατικό τραπέζι κάθονται.
Μοιάζουν να συλλογίζονται, κάθε άνδρας τόσο μόνος,
ή και σαν Μάντεις εξημμένοι ύστερα από πολύωρες συζητήσεις,
μιλούνε για τα μυστικά της τέχνης τους.

Η περικεφαλαία τραγουδά:

Θρηνήστε για την κοιμωμένη χώρα.
Μια επανάσταση δουλεύει εκεί εν αγνοία της.
Ο μοναχικός ιππότης μέσα στην ποίηση από πανοπλία του Γολιάθ
δεν είναι ο Γολιάθ. Ήτανε πνεύμα ισχύος
που εξέπεσε σε σκοτεινή αχρηστία.
Κοιτάξτε πώς το κάλλος της μορφής του
Τό ‘καναν δύσμορφο! Φορά ένα πεπρωμένο
κατάφορτο απ’ τον λαμπρό διάκοσμο των όπλων.

Θρηνήστε για την κοιμωμένη χώρα.
Παίρνει ζωή καθώς το βάρος της αυξάνει.
Μια ερωτοτροπία κρυφή υπάρχει μες στη νύχτα,
Λεπτή μοιχεία φωνών που συζητούν.
Είδα το ταχυδακτυλουργικό βλέμμα, της στιγμής
Τις γρήγορες ομολογίες. Εξαφανίστηκε,
κομψότητα στοιχειού
κύκνου απαγορευμένου.

Η μούσα η μοναχική
μιλά σε κάθε άνδρα. Θλίβονται
και τα κεφάλια τους κουνούν. Θλίβονται
που η θλίψη δεν μπορεί να τους διδάξει τίποτε
ούτε ν’ αγγίξουνε αγγίζοντας μπορούνε.

Οι ποιητές στο τραπέζι τους μιλούν για έρωτα.
Τα κύματα μιας θάλασσας που δεν καταλαβαίνει
ξεπλένουν ό,τι είν’ ανάμεσα στον εραστή και στην αγάπη του.
Πνίγονται οι λέξεις από νόημα μέσα σ’ αυτόν τον βρηχυθμό.

Ο Γολιάθ έπεσε από μακριά
σ’ ένα σκοτάδι νοήματος.

Ο βρηχυθμός στην περικεφαλαία μας ξεκουφαίνει.
Παίρνει ζωή. Ποτέ δεν φαίνεται να φθάνουμε τη ζωή μας.
Το ξίφος, ό,τι είναι μέσα μας,
είναι ταχυδακτυλουργία της ψυχής, εξαφανίζεται.

Η ομιλία των ποιητών μοιάζει ν’ αρνείται
όλον τον έρωτα. Ακούνε απαγορευμένη μουσική.
Και στη συσκοτισμένη περικεφαλαία
η όψη κάθε ποιητή είναι περίεργη.


[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]



ΤΑ ΛΑΒΑΡΑ

Ο Κύκνος είναι σφραγιδόλιθος, χαρά εραλδική.
Τα Λάβαρα δίνουν ψυχή στην άψυχη ημέρα.
Όχι πια μόνο, μόνο της νύχτας εφιάλτης αλλαγμένος.
Ο Κύκνος, το νεύμα εκθέτει τη χάρη του.

Το λιοντάρι στα λαγόνια που λαγοκοιμούνται
τινάζει τη θήκη του ύπνου μακριά απ’ τα νύχια του
και τεντώνεται. Οι ποιητές
υφαίνουν στην ταπισερί αυτή ένα ξόρκι
με ανθηρούς και χρυσοϋφαντους έλικες αμπέλου·
δίνουν ψυχή σε κάθε έμψυχο σχήμα
με την υπεροψία του αγαπώντος. Εκεί

σαν να τους ξέπλυνε ένα κύμα βιολετί,
γαλάζιο, κόκκινο και κίτρινο λαμπρό,
οι ποιητές δίνουν ψυχή σ’ ένα μονόκερω,
έμψυχη αναπαράσταση του κύκνου που καλεί.
Αυτό είναι το εφιαλτικό υφάδι του αργαλειού τους.

Οι μέρες πριν απ’ τα ξυπνήματα, σκοτεινοί αιώνες,
μακραίνουν με ώρες για την ταπισερί του ποιητή.
Ο μονόκερως από χρυσάφι και υφάδια κυκνόλευκα
θωπεύει την κοιμώμενη παρθένο μες στο πάρκο.
Πάνω απ’ τις κεφαλές τους ο σφραγιδόλιθος του Πρίγκηπα
είναι υφασμένος, πολύπλοκη υπογραφή σαν αίμα κόκκινη.

Οι ποιητές υφαίνουν τους εαυτούς τους όπως οι κυνηγοί οι ερωτικοί.
Φορούν λαμπρά γιλέκα από πλούσιο μπροκάτ
και δασοπράσινο μετάξι πάνω απ’ τους γοφούς τους.
Στέκουν με όργανα του κυνηγιού,
κουκουλωμένα γεράκια, ακόντια, δίχτυα
και επιτηρούνε την κοιμώμενη γυμνότητα
εκεί όπου την είχαν υφασμένη,
μισοκρυμμένη στο χαλί των λουλουδιών που απλώνεται στο έδαφος.
Χαμογελούν μυστηριωδώς με την αθωότητά τους
και με τον μονόκερώ τους, παρθενική αγριότητα μπρος στην ενέδρα.
Ο κύκνος γίνεται μονόκερως, η αθωότητα αγριότητα,
μπρος στην ενέδρα.

Μοιάζουν να μην έχουν συνείδηση της υπογραφής.
Φέγγει μέσα στο κέντημα των φύλλων.
η άλικη λίμνη κάποιας σημασίας.


[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]



Οι Αλβίγιοι του επόμενου ποιήματος, κάτοικοι της Αλμπί, πόλης της Νοτίου Γαλλίας, στον 12ο αιώνα, προσχωρώντας στην αίρεση των Καθαρών, στράφηκαν εναντίον της παπικής εξουσίας. Μια σταυροφορία εναντίον τους, καθώς και η ίδρυση της Ιεράς Εξετάσεως οδήγησαν εντέλει στον αφανισμό τους – όπως και όλων των Καθαρών.


ΟΙ ΑΛΒΙΓΙΟΙ

Κινούμαστε σα δράκοντες στο λήθαργο.
Το Πνεύμα του Κυρίου μας πλανάται στο σύμπαν,
εκείνο μας μίλησε για το κακό.
Ακούμε το σούρσιμο μιας έρπουσας λάμψης.

Δείτε πως η επίγεια εξοχότητα εξαπλώνεται.
Το σκότος του Κυρίου μας, μουδιασμένο από το μίσος.

Του Φωτός τα πνεύματα κινούνται στο έρεβος.
Μοχθούν για επαφή. Γνωρίζουμε
τις αχνές μνήμες της αγνότητάς τους.

Γνωρίζω την ερπετοειδή σοφία του αίματος,
του άλγους, της συνουσιακής μαγείας.
Το φως του πνεύματός μας απομυζάται
στη σάρκα. Η μήτρα,
ο κοκκινόαιμος ήλιος, το σύμπαν,
φεγγοβολούν δαιμονιακές υποστάσεις,
αγγέλους μιας λεπρής φωτιάς.

Το πνεύμα της λαχτάρας ελλοχεύει σ’ όλα τα πλάσματα,
ομορφιά που αστράφτει στα φύλλα των δέντρων.

Ο Πάπας της Ρώμης, μεγαλοπρεπής με σφαγιασμούς,
είναι ο Εωσφόρος. Ολοένα διαιωνίζεται μέσα μας, πλάθει
τη σατανική του εικόνα. Η νύφη στρέφεται στου δαίμονά της
την οδύνη και τη γνώση αναζητά
της δαιμονικής αρσενικότητας του άντρα της.
Γεύονται το σώμα του Κυρίου μας.
Ο Γολγοθάς επίμονα κοιτά προς τον παράδεισό τους
Οι ποιητές εραστές σε οχεία γνωρίζουν
την εκκόλαψη του δράκοντα μέσα απ’ όλα τα έργα.
Φλέγονται στο μένος του μαινόμενου Θεού.
Το μαύρο, η γοητεία της υπέρλαμπρης ημέρας.

Αχ, άφησέ με να κινήσω προς το θάνατο, αν μ΄ αγαπάς, άφησέ με.
Η μανία κι η θλίψη σου λαβώνουν τη δεύτερη ζωή μου.

Θα κινήσω ως την πηγή του φωτός αφανής.
Οι Χρυσοί κινούνται σε βασίλεια αόρατα.
Αν μόνο γνωρίζαμε της καθαρότητά τους. Γυρεύουμε την επαφή.
Του Θεού οι παρήγοροι πεθαίνουν μακριά απ’ τα ζώντα.
Κι όλο απλωνόμαστε, απλώνουμε το χέρι, να τους κρατήσουμε εδώ.
Εκείνοι αφανείς πορεύονται στη λαγνεία του καθενός μας.

Αχ, άφησέ με να κινήσω προς το θάνατο, αν μ΄ αγαπάς, άφησέ με.


[μετάφραση: Κώστας Πλησιώτης]



Σε συγγενές μυθολογικό και μυθοποιητικό κλίμα κινείται και το Βιβλίο των Ομοιοτήτων (1950-53), απ' όπου προέρχονται τα επόμενα τρία ποιήματα.


ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ

Εκεί όπου η σπουδαία Άρτεμις ιππεύει
γυμνή, κρυστάλλινα διάφανη λαμπερή κυρά
ξυπνώντας τους εραστές της, κυνηγούς
και κυνηγημένους,
το κέρας της ηχεί μέσα στη νύχτα.

Ή μήπως είναι κόρνες μακρινών αυτοκινήτων;
Που μολονότι ο ήχος ξεθωριάζει επιμένει,
φέρνοντας στην καρδιά ανάμνηση από κέρατα,
ταξίδια που έγιναν νύχτα
με πόθο αστείρευτο,
ή και το κέρας προδομένου εραστή
στέφανα πόνου της αγίας Σελήνης.

Είμαστε ξύπνιοι τώρα πράγματι,
Κι είμαστε οι Βασιλείς της
-- ανόητοι ποιητές και τρελοί.

Φέρε στον νου σου την εικόνα της Κυράς,
τα χτυπήματα ηδονής με το μαστίγιό της, τα φωτεινά,
μεγάλα μάτια της στης νύχτας τα παιχνίδια καρφωμένα.

Η αρκούδα που αιμορραγεί
και τ’ αγριόσκυλα είναι ένα.
Οι ερωτοχτυπημένοι κυνηγοί πέφτουν απ’ τ’ άλογο μόνοι.

Όλος ο έρωτας έχει πετάξει.
Όλοι οι εραστές δειλιάζουν.
Μόνο η Αλήθεια μένει, το αιώνιο
ψυχρό φως που φωτίζει τα πάντα.        


[μετάφραση: Άρτεμις Μιχαηλίδου]



ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΔΑΜ


Όταν αυτός ο κήπος
δεν θα 'ναι πια σπίτι για μας,
όταν πια δεν θα είμαστε
κάτοικοι της αγάπης
μα πλάνητες,   κι από την πίστη
–πρωινά πλατιά σαν κάμαρα φωτός
κι εμείς φως μες στο φως
όπου τερέτισμα πουλιού το χάραμα
ήγγειλε πρασινόφυλλη μέρα–
όταν απ' την λαμπρότητα αυτής της μέρας,
απ' το πλευρό της πίστης,   ξυπνήσουμε και βρούμε
ξένους πια να μας έχει κάνει το απόγευμα
– Εύα, έλα μαζί μου πέρα από την πίστη.

Μετά της αποξένωσης το μήλο, μεσημέρι,
ξένη όντας έλα μαζί μου.
Θα ξαναρθούμε στον Παράδεισο.
Θα ξαναρθούμε για να αναπαυθούμε
με μάτια που γνωρίσανε την δυσφορία,
σαν αποκόπτεται απ' την ωριμότητα,
γνωρίσανε εξέγερση,    εξάντληση,
θυμό       ●       θα επιστρέψουμε,
σαν να 'ταν το ίδιο μέρος,
κάποιον άλλον καιρό θα λατρέψουμε
τον αποκατεστημένο κήπο.

Και,   τούτο μάς ανήκει,   εμείς θα πούμε.
Όπως τώρα λέμε τούτο μάς ανήκει,
βλέποντας να καθρεφτίζεται στα μάτια
μνήμη ή υπόσχεση αυτού που είμαστε,
όπως τα μήλα ωριμάζουν μες στο μάτι
που διαλογίζεται το ανθισμένο δέντρο.
'Η βλέπει τον καρπό να πέφτει,
και το γυμνό κλαδί κραυγάζει.

Ο πόλεμος ολόγυρά μας.   Η χαρά μας
σαν κόσμος που θα 'ρθεί
ή κόσμος παρελθών.   Κοντά και μακρυά.

Είπα    “πρασινόφυλλη μέρα”.
Δεν υπάρχει παρά
χρυσάφι του ματιού σου ή
των χαμογελαστών χειλιών σου,    η
στιγμιαία καμπύλη,
για να διαβάσεις την αγάπη.

Αυτό το γνωστό θαύμα
επιστρέφει, ή επιστρέφουμε εμείς σ' αυτό.
Λες το θυμόμαστε, σπάνιο όμως.
Πρωτύτερα ποτέ έτσι γνωστό.

Ξένισμα, έλα μαζί μου
πέρα από την απελπισία.   Αγαπημένη,
έλα μαζί μου.

Είναι λες και ο κήπος ήταν
πάντα εκεί, και ακόμη εκεί που είμαστε εμείς,
εδώ,   όπου είναι ο πόλεμος,    το βέβαιο
τέλος,    ο παράδεισος.


[μετάφραση: Παναγιώτης Ιωαννίδης]



ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΥΝΟΡΙΟΦΥΛΑΚΑ

Ο άντρας με το λιοντάρι του μες στην καλύβα των μαχών
χάνει την πίστη του, σαν να έχανε δάκρυα.
Ο ήχος των λέξεων περιμένει –
ένας βαρβαρικός στρατός, στη συνοριογραμμή του νοήματος.

Οι ερωτευμένοι φύλακες εγκαταλείπουν τις θέσεις τους
στην ακρόαση του λιονταρίσιου μυκηθμού ενός ποιήματος,
που ηχεί στα αυτιά τους.

Τα όνειρα, είπε κάποιος φύλακας –
δεν ήταν ποτέ προορισμένα
να αναδιατάξουν μιαν αυτοκρατορία.

Κάπου γύρω στις έξι η ώρα βγάζω την κιθάρα μου
και τραγουδώ σ’ ένα λιοντάρι
που κοιμάται σαν ένας στίχος ποίησης
μες στην καλύβα των μαχών.

Ο άντρας, χάνοντας την πίστη του,
γνωρίζει ότι το λιοντάρι δεν κοιμάται,
ούτε ονειρεύεται, ποτέ δεν κοιμάται,
είναι ένα ποίημα σε άκρα αφύπνιση,
που περιμένει σαν ερωμένη να το γδύσει ο φύλακας·
τα όμορφα όρια της αυτοκρατορίας
γυμνά, συνεπαρμένα από το μυκηθμό ενός λιονταριού.

(Oι βάρβαροι προσπέρασαν τη σημαίνουσα φράση)

        Ενώ κοιμόμουν,
λέει κάποιος φύλακας,  
ένας άντρας έχασε τα ρούχα του σαν να έχανε δάκρυα
και εμφανίστηκε σαν μοναχικό λιοντάρι
που περιμένει ένα τραγούδι υπό τη στέγη της καλύβας των μαχών.

Τραγούδησα το τραγούδι που περίμενε να ακούσει,
εγώ, ο Βραβευμένος, ο Αναγνωρισμένος Ποιητής.

Αγαπημένη, Αγαπημένη, Αγαπημένη, Αγαπημένη – τραγούδησα,
πίστευε, πίστευε, πίστευε, πίστευε.
Η καλύβα των μαχών είναι εξαίσια, όπως οι ουρανοί,
στεγάζει την αναμονή μας σαν ένα αγνό τραγούδι:
στις λέξεις του στεγάζοντας το λιονταρίσιο μυκηθμό
της γδυτής ερωμένης.

Τραγούδησα: Πίστευε, πίστευε, πίστευε.

Εγώ –ο φύλακας–, χάρη στην κιθάρα μου
πιστεύω. Εγώ είμαι ο κάποιος φύλακας,
σίγουρος για την Ερωμένη, σίγουρος για το Λιοντάρι,
σίγουρος για την Αυτοκρατορία. Εγώ, με την κιθάρα μου.
Αγαπημένη, αγαπημένη, αγαπημένη, αγαπημένη – τραγουδώ.
Εγώ, ο Βραβευμένος, ο Φύλακας-Ποιητής.

Οι συνοριογραμμές του νοήματος στο φως του πρωινού
είναι γυμνές, σαν ένας στίχος ποίησης στη μάχη.


[μετάφραση: Στέργιος Μήτας]


Στο βιβλίο αυτό, ωστόσο, συναντούμε και πεζόμορφα ποιήματα ποιητικής, με τίτλους όπως: “Ποίημα διατεινόμενο”· ή “Ποίηση αποδιαταγμένη”, που κλείνει ως εξής:

Ένας ποιητής που κάθεται στο φως των λέξεων σαν γάτα στη γεμάτη σκνίπες λιακάδα στο παράθυρο. Το σημείο όπου βρίσκεται στην πρόταση είναι εκεί. Και ακροάται καθώς η ποίησή του εικονίζει την ακρόασή του.

Παρόμοια ποιήματα της περιόδου 1952-53 συναντούμε και στο βιβλίο Γράφοντας Γραφή – ή Γραφή Γράφοντας – ή Γραφή Γραφή – ή Γράφοντας Γράφοντας (Writing Writing): 'πειράματα' υπό την σκιά της Στάιν.

Από το “Περιγραφές Φανταστικών Ποιήσεων”:

            δυο λέξεις ξαφνιασμένες σαν βαθιά κοιμώμενα ελάφια που αναπηδούν από βαθιά
συστάδα λέξεων
ερεθισμένα, συμφυρμός, σαν το σπάσιμο και το κομμάτιασμα και το ποδοπάτημα συστάδας λέξεων.

Η κατεύθυνση αυτή συνεχίζεται και στα επόμενο βιβλίο, Γράμματα (1953-56).

Από το ποίημα “Πηγή”:

            δουλεύω τη γλώσσα όπως μια πηγή νερού δουλεύει τον βράχο, να βρει διαδρομή, έτσι, τυφλά. Ως προς αυτό δεν είμαι κατασκευαστής πραγμάτων, αλλά, αν κατασκευαστής, κατασκευαστής οδού. Για την οδό την ίδια. Μπορεί να λέμε το νερό έχει προορισμό του τη θάλασσα, και να φανταζόμαστε έτσι μια γνώση σχεδόν της διαδρομής· όμως η θάλασσα είναι μόνο το τέρμα των οδών – αν το ρυάκι έβρισκε διαδρομή και παραπέρα, θα συνέχιζε. Κι όσο τεράστια κι αν είναι η γλώσσα, δεν είναι τέλος αλλά αντίσταση διαμέσου της οποίας ένα ποίημα θα μπορούσε ίσως να κινηθεί –καθώς ρέει ή χορεύει η λιμνάζει στον χρόνο– να επινοείται καθώς προχωρεί κι ωστόσο να πηγαίνει μόνο όσο σπάζει την αντίσταση της γλώσσας.

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι, σταδιακά, ο Ντ. οδηγείται σε μιαν άλλη φάση της ποίησής του, και της σκέψης του περί την ποίηση. Δεν θα αποποιηθεί ποτέ το ενδιαφέρον του και την βαθιά του πίστη προς τους μύθους – θα κινηθεί, όμως, ολοένα και περισσότερο προς μια πρωτοποριακή κατεύθυνση.

Όπως σημειώνει ο Τομ Γκανν, ο Ντ. “εντόπισε την συνέχεια μεταξύ Μοντερνιστών και Ρομαντικών πολύ νωρίτερα απ' ότι οι περισσότεροι κριτικοί” και συσχέτισε “τον Ρομαντικό θαυμασμό για την παρόρμηση με την θεωρία της “ανοιχτής μορφής” την οποία, ακολουθώντας τον Τσαρλς Όλσον, είδε να προτείνει ο τρόπος του Πάουντ και του ύστερου Γ.Κ. Γουίλλιαμς”, και την οποία επαίνεσε ως “προτείνουσα ένα πρωταρχικό, τιτάνιο, ακαταλόγιστο πνεύμα στην ποίηση, πέραν κάθε μέτρου”. Αυτή η θεωρία, καθώς και η “σειριακή μορφή” πραγματώνονται με θαυμαστή ωριμότητα στο πρώτο βιβλίο της νέας περιόδου του, στην Διάνοιξη του Πεδίου, του 1960.

Το 1956, ο Όλσον είχε προσκαλέσει τον Ντ. να διδάξει στο Black Mountain College. Εκεί είναι που θα γράψει τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής αυτής, που θεωρείται τομή στην δημιουργική πορεία του. Συνθέτοντας την ιδέα του Όλσον για το ποίημα ως κάτι που διαμορφώνεται από την “αναπνοή” του ποιητή, με το παράδειγμα της 'πολυσυλλεκτικότητας' του Πάουντ, ο Ντ. οδηγείται στο ποίημα ως “πεδίο σύνθεσης” ετερόκλητων στοιχείων, το ταίριασμα των οποίων επιτρέπεται να επηρεάζεται και από την τύχη, το ασυνείδητο και τα λογοπαίγνια – και να πραγματώνεται χρησιμοποιώντας όλες τις δυνατότητες που προσφέρει η λευκή σελίδα.

Στον τίτλο της συλλογής, η λέξη “πεδίο” (field) σαφώς εννοείται και μεταφορικά –αφηρημένα– αλλά και κυριολεκτικά: άλλο ένα παράδειγμα της γνώριμής μας, πλέον, διττότητας του Ντ.. Τούτη η δισημία δηλώνεται ήδη με το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, “Συχνά έχω την άδεια να επιστρέφω σε λειβάδι” – το οποίο καταλήγει να συνδέει το “λειβάδι” με το “πεδίο” της ποίησης:

Συχνά έχω την άδεια να επιστρέφω σε λειβάδι
σαν να 'ταν δεδομένη ιδιοκτησία του μυαλού
που βέβαια όρια συγκρατούν κατά του χάους,

που είναι τόπος πρώτης άδειας,
παντοτινός οιωνός αυτού που είναι.

Από το βιβλίο αυτό, ακολουθεί το φημισμένο τετραμερές ποίημα, “Πποίημα που αρχίζει με στίχο του Πίνδαρου”, από τα πιο γνωστά και ανθολογημένα του Ντ.. Πρόκειται για ένα εκτενές κολλάζ, “όχι άγαλμα αλλά ψηφιδωτό”, όπως διαβάζουμε στο ίδιο το ποίημα. Ξεκινά με τον τρίτο στίχο από τον Α' Πυθιόνικο του Πινδάρου: ο “αλαφροπόδαρος” Κορυφαίος του Χορού ακούει την λύρα του Απόλλωνος (“σε ακούει”) – την “λάμψη” την στέλνει ο ίδιος ο θεός. Αργότερα στο ποίημα, θα είναι ο Έρως αυτός που βαδίζει μες στο καρδιοχτύπι, και υπό το φως της Ψυχής (κατά τον πίνακα του Γκόγια). Με την σειρά της, η αναζήτηση του Έρωτος, στο β' μέρος, θα μεταλλαχθεί σε αναζήτηση ενός άξιου Προέδρου της χώρας – αργότερα, σε αυτήν του Ιάσονα για το Χρυσόμαλλο Δέρας, κ.ο.κ..


ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΙΝΔΑΡΟΥ[i]

Ι

Αυτής ακούει μεν βάσις, αγλαΐας αρχή –
Σε ακούει το ελαφροπάτητο πόδι και η λάμψη αρχίζει –
βήμα του θεού στο περιθώριο της σκέψης
            γοργός ρυθμός προδοτικός, μοιχεία της καρδιάς.
Ποιος είναι εκεί;
            Εκεί που βλέπω το γοργό σου πρόσωπο
νότες μιας παλιάς μουσικής βηματίζουν στον αέρα,
κορμός λύρας ελληνικής που αντηχεί.

Στον πίνακα του Γκόγια Έρως και Ψυχή[ii]
έχουν μια χάρη πληγωμένη ισχνέγχυλο[iii]
μωλωπισμένη από τη λύτρωση. Το χαλκωμένο φως
που πέφτει πάνω στο καστανό αγόρι, στο λιγνό του το κορμί
είναι η σαρκική μοίρα που στέλνει την ψυχή ολοφυρόμενη
απάνω, από τα βάθη της τυφλής αθωότητος, παγιδευμένη
            από τη σκοτεινιά
πέφτοντας στις στερήσεις τού να επιθυμείς την όραση.

Όμως τα μάτια στον πίνακα του Γκόγια είναι απαλά,
διάχυτα μ’ εκστατική μέθη απορροφούν τη φλόγα.
Τα σώματά τους ενδίδουν από δύναμη.
            Κύματα απόλαυσης του ματιού
τούς τυλίγουνε σε λύπη που προηγείται της αδημονίας τους.Μπρούντζος του πόθου κι ένα τριανταφυλλένιο χρώμα που καίει
            τ’ άκρα των σωμάτων τους, τα χείλη,
ακροδάχτυλα, θηλές. Αυτός δεν έχει φτερούγες.
Τα μηρά του είναι σάρκα, είναι νέφη
            που ανταυγάζουν τον ήλιο που πέφτει,
θερμή φωτεινότητα μες στα λαγόνια του ορατού.
Όμως δεν είναι μέσα σε τοπίο.
Υπάρχουνε και στέκουν μέσα σε ασαφές σκοτάδι.

Ο άνεμος που ανοίγει το πανί, τούς κάνει.
Οι δύο φθονερές αδελφές που λαχταρούν την πτώση της,
            τους κάνουν.
Που αυτή αγνοεί, αγνοεί τι θα ’ναι η Αγάπη,
            τους κάνει.
Το μαύρο σκοτάδι τούς κάνει.
Το λάδι που τον καίει στον ώμο τούς κάνει,[i]
κάνει το ιστόρημά τους. Η Μοίρα, που κλώθει,
            κόμπους κάνει τις κλωστές γι’ Αγάπη.

Φθόνος, άγνοια, το πλήγωμα … τούς κάνει.


ΙΙ

Αυτό είναι μάγια. Είναι παθιασμένη διασπορά.
Κι άμα γεράσουνε; Οι θεοί
            δεν θα το επέτρεπαν.
            Η Ψυχή περισώζεται.

Με τον καιρό βλέπουμε τραγωδία, μια απώλεια ομορφιάς
            η αστραφτερή νεότης
του θεού κρατάει – αλλά απ’ αυτό το κατώφλι,
            η ηλικία είναι
που έχει ομορφιά. Προς τους παλαιούς ποιητές
            πάμε,  προς το δισταγμό του βαδίσματός τους,
το απαράλλαχτο λάθος τους που έχει ύφος και τρόπους,
            τη μεταβλητή αλήθεια τους,
            τα γερασμένα πρόσωπα,
λέξεις που πέφτουν σα σταγόνες δάκρυα από
μια πληρότητα ικανότητας που ο χρόνος αποθέτει.

Ένα χτύπημα. Αυτά, τα μικρά χτυπήματα, τα εγκεφαλικά. Μι’ ανατριχίλα.
            Ο γέρος, ασθενικός, δε μαζεύεται[ii]
μας σέβεται. Τόσο λεπτή η κατάσταση,
            που μόνο ένα μέρος της λέξης τραυμα-τρρίζεται.

            Οι Μάστορες του Κεραυνού κατέρχονται κι ορμάνε,

τηραυματίζοντας ένα νέρβο. Έναρβέρνο.
            Ο παρόνειδρος των Η
νοουμένων πολυτισμών. Πολιτειών. Πολιτείες. Το βαρύ πεπόνι;
            Πόνοι. Πονάει το μυαλό. Κι
            άμα οι πασχαλιές σε αυτήν την αυλή συνήθιζαν να θάλλουν;[iii]

Χούβερ, Ρούζβελτ, Τρούμαν, Άιζενχάουερ –
πούθε ανάμεσά τους άραγε η ισχύς κατοικο-
έδρευε που την καρδιά κινεί; Ποιος και τι είδους ανθός του έθνους
γλυκός σα νύφη άνοιξε εν εκστάσει;
Χούβερ, Κούλιτζ, Χάρντινγκ, Ουίλσον
ακούν τα εργοστάσια της ανθρώπινης μιζέριας να στοιβάζουνε εμπορευματικά αγαθά.
Για ποιον χτυπούν εωθινές οι ιερές κωδωνοκρουσίες της καρδιάς;
Άνδρες ευγενείς μέσα στην ησυχία του όρθρου ακούνε
Ινδιάνους να ψάλλουν το βίαιο ρεκβιέμ της ηπείρου.
Χάρντινγκ, Ουίλσον, Ταφτ, Ρούζβελτ,
ηλίθιοι ψαχουλεύοντας αδέξια για το νυφικό κρεβάτι,
ακούνε τις κραυγές ανδρών που πέφτουνε σε άσκοπα χρέη και πολέμους.
Πούθε ανάμεσα σε αυτούς άραγε το πνεύμα κατοικο-
έδρευε που στυλώνει κι αποκαθιστά τη χώρα και τα χώματά της σε λειτουργία παραγωγική;
Μακκίνλεϊ, Κλήβελαντ, Χάρρισον, Άρθουρ,
Γκάρφηλντ, Χέις, Γκραντ, Τζόνσον,[iv]
κατοικούνε μες στη ρίζα της κακίας της καρδιάς.
Πόσο θλιβερή και θλιμμένη «ανάμεσό σε μονοπάτια και τα δάση τα παλιά διασκίζοντας»[v]
            ηχεί του Γουίτμαν η αγάπη για το Λίνκολν!

Άρα δεν υπάρχει συνέχεια.     Μόνο ορισμένα
            οχυρά φυλάκια των καλών θα μένουν. Και εγώ
που είμαι έθνος υφίσταμαι το τραύμα
            όπου οι καπνοί            από τη συνεχόμενη λεηλασία
σκοτεινιάζουνε και κρύβουνε τη φλόγα το θαύμα.
                                                Είναι μέσα από πλατιές ουλές κακού
που φτάνω να αγγίξω το τραγούδι συγγενών ανθρώπων
και σημαίνω ξανά τη γυμνή χορδή
απ’ όπου ετραγούδησε ο γερο-Γουίτμαν. Θριαμβικό λάθος!
            που φώναξε:

            «Ο άξονας του θέματος είναι δημιουργικός και βλέπει τον ορίζοντα.»
            «Αυτός είναι ο προεδρεύων του ρυθμιστικού κανόνα.»[vi]

            Βλέπω πάντα και συνεχώς τα από κάτω ν’ ανεβαίνουν,
αναθυμιάσεις που τραυματίζουνε το τρυφερό τοπίο.
            Απ’ όπου κρυφανοίγουνε
μπουμπούκια πασχαλιές, το μωβ του σθένους στην καθημερινή πράξη
            αγωνιζόμενο να ανταποκριθεί στο μέτρο της φύσης.


ΙΙΙ        (για τον Τσαρλς Όλσον)[vii]

Οι άθλοι της Ψυχής – το ξεχώρισμα των σπόρων
σίτος    κριθή   βρώμη   παπαρούνα   κόλιαντρο        
φασόλι               γλυκάνισο   φακή   μπιζέλι       – κάθε σπόρος
στη σωστή του θέση
                        πριν να πέσει η νύχτα·

το κούρεμα των χρυσόμαλλων ανθρωποφάγων προβάτων
(γιατ’ η ψυχή οφείλει να κλάψε          ι
            και να ζυγώσει το θάνατο)·

η εις Άδην κάθοδος και λεηλασία για τη μικρή πυξίδα της Περσεφόνης
                                                                                                            που δεν πρέπει
            ν’ ανοιχτεί … και που εντός της είναι η ομορφιά;

όχι!      Η μελαγχολία κουλουριασμένη σαν το φίδι
                                                                        που ’ναι ύπνος θανατερός
σ’ αυτήν δεν μας επιτρέπεται
                                                να υποκύψουμε.
Αυτοί είναι οι παλαιοί άθλοι και τα κατορθώματα.[viii]
Τα έχεις ξανακούσει και παλιότερα.

Οφείλουν να είναι ακατόρθωτα. Η Ψυχή
οφείλει να χάσει την ελπίδα της, να προσέλθει ενώπιον
                                                                        του καθοδηγητικού εντόμου·
οφείλει να υπακούσει τη συμβουλή που δίνουνε οι χλωρές καλαμιές·
να τη σώσει από την αυτοκτονία ο πύργος με την ανθρώπινη λαλιά,
            οφείλει ν’ ακολουθήσει κατά γράμμα
            αλλόκοτες και τερατώδεις οδηγίες.[ix]

Σύμφωνα με την ιστορία αυτή, τα μυρμήγκια βοηθάνε. Ο γέρων της Πίζας[x]
            στο μυαλό του οποίου είναι ανακατωμένοι
(να τραβήξουμε τον κλήρο) όλοι οι σπόροι
                        σα μοναχό μυρμήγκι από μαγαρισμένη μυρμηγκοφωλιά
κάπως στυλώθηκε από ένα έντομο, υποστηρίχθηκε
            από μια σαύρα

                                    (να τραβήξουμε τους κλήρους και να ξεχωρίσουμε τα είδη)
ο άνεμος είναι κομμάτι της διαδικασίας
                                    ορίζει ένα έθνος του ανέμου –

            πολύγνωμε πατέρα,
                                                            Ποιος;
άφησε να μπει το φως στο σκοτάδι;    αρχίνισε
τις πολλαπλές κινήσεις και τα μέρη του πάθους;
                                                                                                Προς δυσμάς
απ’ την ανατολή          οι ανθρώποι σπρώχνονται και διεκδικούνε.
                                                                        Τα νησιά μακάρια
(καταραμένα)              αυτά που κολυμπάν κάτω απ’ τον ήλιο,

            άνθρωπε που σου έδυσε ο ήλιος!

Υφίσταται ένας ήρωας που πολεμάει πηγαίνοντας προς την ανατολή,
τ’ ανάποδα, ορτσάροντας να ελευθερώσει την αυγή  και οφείλει
                                                            ν’ αποπλανήσει την κόρη της Νυκτός,
μαγγανείες, μαύρα λυσσασμένα πάθη, βασίλισσες που εποφθαλμιούν,
ούτως ώστε το δέρας του ήλιου να επι-            στρέψει από την Τροία,
            την Κολχίδα, την Ινδία … όλες οι κορωμένες στρατιές
αποκαμωμένες, οφείλει να πολεμήσει μονάχος πηγαίνοντας προς την πυρά της Μέρας.

Το φως που είναι η Αγάπη
τρέχει προς το πάθος του. Κλίνει προς το σκοτάδι.
              Ρόδα και αίμα πλημμυρίζουνε τα σύννεφα.
              Μοναχικοί πρώτοι, καβαλάρηδες πηγαίνουνε ως το θρύλο.

Αυτός ο τόπος, όπου στέκομαι, ήτανε όλο θρύλος
τον καιρό των παππούδων μου: αλογοκλέφτες,
κτηνώδεις φυλές, ιερείς, χρυσάφι.
Ήτανε η Δύση.[xi] Τα πανοράματά της τα έβλεπαν οι ζωγράφοι
μέσα σε διαχεόμενο φως, μες σε μελαγχολίες,
και μέσα σε αβύσσους που άφησαν στο πόδι τους οι παγετώνες, σα να ’τανε αυτοί ο ήλιος
ο αρχέγονος που πελεκάει αχανείς εκτάσεις
                                                  μέσα από το βράχο.

                                                  Φίδια παραφυλάγανε
φρουρώντας μυστικά. Αυτοί οι πρώτοι
επιβιώσανε της μοναξιάς.

            Η Γνώση
βαστώντας τη λάμπα, οδηγημένη απ’ την αμφιβολία·[xii]
ο Έρως γυμνός προμαντεύοντας
χαμογελάει μες στον ύπνο του·              και το φως
χύθηκε, καίγοντάς του τον ώμο –η ύβρις
            που υπερνικάει το θρύλο–
πάθος, απελπισία, πόθος, αναζήτηση
            κατακλύζουνε εκεί
που ο Αγαπημένος χάθηκε.     Η Ψυχή πλανιέται
από ζωή σε ζωή, ζωή μου, από σταθμό
            σε σταθμό,
ίνα δοκιμαστεί
           
            χωρίς σταματημό, χωρίς
μαντάτα, γνωρίζοντας μονάχα – τι αλήθεια γνώριζε;
            Το μαντείο της Μιλήτου είχε μιλήσει
την αλήθεια, σίγουρα: ότι αυτός ήτανε Όφις-Πόθος
            οπού πετά και σκίζει τον αέρα,
σύζυγον τέρας.[xiii] Αλλά εκείνη τον είδε όμορφο κι ευοίωνο

αυτόν που το όργανο του Απόλλωνος είπε ότι προξενούσε και εξάπλωνε
            τον πόνο
πόνο αγιάτρευτο      σε αυτούς
            που πλήγωναν τα βέλη του.

Ο Ρίλκε που θα πάθει από ένα αγκάθι τριαντάφυλλο[xiv]
μελάνιασε προς Έρωτα.                 Άπληστος θάνατος, Ερωτο-Θάνατος!
            που δεν το δέχεται το όχι.


IV

            Ω ναι!  Μακάριο το πόδι εκεί που
βήμα βήμα       ο περιπατητής των ορίων
(στην Αδέσποτη Οδό  το χιόνι
γδούπο γδούπο                από τη στέγη
κυκλώνοντας το σπίτι – άλλος βηματισμός)
     
       εκείνο το πόδι   κουβαλώντας
όλο το βάρος των πραγμάτων
που μπορούν να ξεγλιστράνε
τίποτα περισσότερο από το πλησίασμα του μυαλού
            προς μια και μόνη εικόνα

                        Ω ναι!    αυτό
το πιο ακριβό
            η καταλυτική δύναμη που κάνει να ξεχωρίζουνε
οι ημέρες μιας ζωής από το γύρω διάλυμα!

                        Ναι, όμορφη σπάνια ερημιά!
αγριάδα που επαληθεύει ρώμη του ήμερου μυαλού μου,
            ξέφωτο που βαστάει ενάντια στους ινδιάνους,
υγεία που ετοιμαζότανε να συναντήσει θάνατο,
            οι ξεροκέφαλοι ύμνοι ν’ ανεβαίνουνε
προς τις περιπλοκές του εχθρικού αέρα

            που, απατηλά, υποχωρεί.

Ποιος είναι εκεί;          Ω φως, φέξτε φως!
            Οι Ινδιάνοι υποχωρούν,                  το ξέφωτο πέφτει.
Ο Μέγας Θάνατος υποχωρεί    και μας αποπροετοιμάζει.
            Η Λαγνεία υποχωρεί.    Η Σελήνη υποχωρεί.
Η Νύχτα υποχωρεί.     Ανεπαισθήτως,                  η Μέρα γεμίζει.

Είδε το σώμα του αγαπημένου της
            διαμελισμένο όταν ξύπνησε … ή μήπως ήταν
όταν είδε;        Πού ’ν’ το, πού ’ν’ το, το δαχτυλίδι[xv] τραγουδούσαμε
            σαν ήμασταν παιδιά    ή μας μάθαιναν να τραγουδάμε
πριν ν’ αρχίσουνε οι ιστορίες μας     και αρχινάγαμε
            αγαπημένοι      τη ζωική ζωή μας
προς τον Αγαπημένο,   Φύλακες ορκισμένοι του δαχτυλιδιού.

            Πάνω στο γήλοφο πριν να ’ρθει ο αέρας
η χλόη κινούνταν προς τη μία θάλασσα,
            λόγχη τη λόγχη χορεύοντας στα κύματα.

Εκεί τα παιδιά γυρνάν το δαχτυλίδι προς τ’ αριστερά.
Εκεί τα παιδιά γυρνάν το δαχτυλίδι προς τα δεξιά.
            Χορεύοντας … όλο χορεύοντας …

Και η ψυχή μονάχη πάει κι ανεβαίνει από το αγόρι ως το βασιλιά
            που ονειρεύεται μες στις σπηλιές της ιστορίας.
Γύρω-γύρω όλοι, γυρνάνε τα παιδιά.
            Της Λόντρας το γιοφύρι ένα βασίλειο πέφτει.[xvi]

Έχουμε φτάσει τόσο μακριά που όλες οι παλιές ιστορίες
ξανά ψιθυρίζουνε.
Όρος Σεγκύρ, Όρος Βικτουάρ, Όρος Ταμάλπαΐς[xvii]
            εγερθείτε         εγέρθητε ίνα λατρεύσετε το μυστήριον της Αγάπης![xviii]

(Ωδή; Η τέχνη του Πινδάρου, μας λεν οι επιμελητές, δεν ήταν άγαλμα παρά μωσαϊκό, συσσώρευση μεταφορών. Αλλ’ αν ήτανε αρχαϊκός, όχι κλασικός, επιζών ενός ξεπερασμένου κι απαρχαιωμένου τρόπου, μπορεί να υπήρχανε παλαιές φωνές σε αυτή την επιβίωση να κατευθύνουν την καρδιά. Έτσι, ένας στίχος από έναν ύμνο ήρθε σ’ ένα μυθιστόρημα που διάβαζα να με συντρέξει. Η Ψυχή, έτοιμη κι αποφασισμένη να πηδήσει αυτοκτονώντας –κι ο Πίνδαρος, ομοίως, γράφουν οι επιμελητές, το παρατραβάει, και γκρεμίζεται– άκουσε μιαν ανθρώπινη λαλιά από ’ναν πύργο που έλεγε, Άκουσόν με! Το μαντείο είχε ήδη πει, Ουαί! Οι Θεοί οι ίδιοι αποστρέφονται τη δύναμί του. Και τότε η παρθένος του σκοταδιού ο ανθός αντιγυρίζει και πισωπατά σαρξ εκ της σαρκός μας απ’ όπου παντού …

                        ρέει η πληροφορία
                             που θα πει πόθος. Ένας στίχος του Πίνδαρου
                        προχωράει από την περιοχή της λάμπας μου
                             προς το ξημέρωμα.

                        Μες στην αυγή που είναι πουθενά
                              έχω δει τα θεληματικά παιδιά

                        σαν το ρολόι και τ’ αντίστροφά του να γυρνάνε.
 

1960

[μετάφραση: Ορφέας Απέργης]



Σ' ένα άλλο ποίημα από το βιβλίο αυτό, ο Ντ. γράφει: “Η γραφή είναι πρώτα αναζήτηση υπακοής”. Και σε άλλο ποίημα, στο ίδιο βιβλίο: “Η ποίηση, αυτή που πρέπει ν' αγγίζει την χορδή / ώστε την μουσική να υπηρετεί / είναι της βίας και της υπακοής λεπτεπίλεπτη εξισορρόπηση”.

Οι ποιητικές αυτές δηλώσεις πιθανώς να μην απηχούν μόνον το πόσο ασμένως δεχόταν ο Ντ. την επιρροή της Ποιητικής Παράδοσης σε βάθος χρόνου και σε εύρος πολλών πολιτισμών, αλλά και –όπως ισχυρίζεται ο Bruce Whiteman– την πίστη του στην “ποιητική στρατηγική όπου ο ποιητής καθοδηγείται από την ίδια την σύνθεση του ποιήματος αντί να την οδηγεί ο ίδιος”· όπου “ο ποιητής “υπακούει” στην γλώσσα και το ποίημα βρίσκει την μοναδική του μορφή κατά την πράξη της γραφής” – 'στρατηγική' γνωστότερη ως “ανοικτή μορφή” ή “ανοικτό πεδίο”.Στο βιβλίο αυτό, επίσης, ξεκινά και η σειρά –που θα συνεχιστεί σε κατοπινά βιβλία– “The Structure of Rime”. Με την λέξη “rime”, ο Ντ., παρότι παίζει με τον όρο για την ομοιοκαταληξία (απλοποιώντας την ορθογραφία του), εννοεί περισσότερο τις διάφορες ποιητικές σχέσεις, αντιστοιχίες, αρμονίες. Θα τις λέγαμε ίσως “ρύμες”, εισάγοντας μιαν ορθογραφική αναφορά στον “ρυθμό”, που είναι σύστημα σχέσεων, μα και λογοπαίζοντας με την –προσφιλή στον Ντ.– έννοια της “οδού” ως ποιητικού τρόπου.

Η σειρά αυτή εντείνει την ποιητική διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου, που, όπως είδαμε, είχε ξεκινήσει σε προηγούμενα βιβλία. Στο πρώτο ποίημα της “Δομής της Ρύμας”, για παράδειγμα, συναντούμε τον στίχο: “Είδα μιαν οφιοειδή ομορφιά μέσα στις ζώσες αλλαγές της σύνταξης.”

Μα να το 11ο ποίημα της σειράς αυτής:


Η ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ ΧΙ

Υπάρχουν λοιπόν μνήμες παντού. Ενθυμούμενοι, βγαίνουμε, όπως στο πρώτο ποίημα, στη θάλασσα τη νύχτα - στην ακυβερνησία.

Από τον πρώτο μου εραστή έχει απομείνει μια βάρκα ακυβέρνητη. Τα κουπιά έχουν πεταχτεί στην καρίνα. Σαν αυτό να μην είναι νερό μα ένας τοίχος, υπάρχει ένας επαναλαμβανόμενος χτύπος του κούφιου πάνω σε κούφιο, ξύλου πάνω σε ξύλο. Σκύβοντας να χτυπήσω το ξύλο ως προφύλαξη από τις παγίδες εκείνων που ψαρεύουν την νύχτα, ακούω πριν από το χτύπημα μου τον ήχο ενός χτύπου να περιπλανάται.

Περνά ασυνείδητα μες από τον επίφοβο ήχο, ένας λευκός περίλυπος πλάνητας εκεί όπου εγώ δεν βρίσκομαι πλέον. Χτυπά στις κολώνες της εγκαταλελειμένης αποβάθρας.

Τώρα από τα τελευταία χρόνια της ζωής μου ακούω προάγγελους ενός κλαδιού που τρίζει.

΄Ολο το βράδυ μια βάρκα κουνιέται πέρα δώθε λες και πρόκειται να βουλιάξει. Βάρος που επιστρέφει σε βάρος στο κρύο νερό. Ένα δωμάτιο ξενοδοχείου επιστρέφει από το Γουίλμινγκτον   στο πρωινό. Μια βάρκα σαλπάρει χωρίς πλήρωμα προς την εικοσαετία του χιονιού που επιστρέφει και πάλι.

[μετάφραση: Θοδωρής Χιώτης]



Το δεύτερο βιβλίο της σημαντικής –για την ποίηση αλλά και την απήχηση του Ντ.– δεκαετίας του 1960, έχει τίτλο Ρίζες και Κλώνοι (1964).

Τέσσερα χρόνια αργότερα, εκδίδεται και το τρίτο: Τανύοντας το Τόξο (1968). Στην εισαγωγή του, ο ποιητής γράφει:

Ο καλλιτέχνης [] εργάζεται με όλα τα μέρη του ποιήματος ως πολύσημα, θεωρώντας κάθε πράγμα της σύνθεσης ως σημασιογόνο, απόκριση και συνεισφορά στην κτιζόμενη μορφή.[] Έτσι, ο καλλιτέχνης των αφθονιών απολαμβάνει τα λογοπαίγνια, τα συναρθρούμενα και διαχωρίζοντα σχήματα, παίγνια ελλιπόντων πραγμάτων ή πραγμάτων που εμφανίζονται “εκτός τάξεως” υπενθυμίζοντάς μας πως κάθε τάξη αίρει την αιτιολόγησή της από μια τάξη των τάξεων στην οποία απευθύνεται μόνο η πίστη μας καθώς εργαζόμαστε. Αν ήταν όλα αρμονικά στ' αυτιά μας, θα παραμέναμε στην φρικτή αυταρέσκεια εντός της οποίας ο απλός ανθρώπινός μας ορθολογισμός υποβιβάζει ό,τι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ως “άλογο”, λες και το σύνολο της δημιουργίας στερείται λόγων.

Και για το ποίημα που θα ακολουθήσει από την συλλογή αυτή, είπε κάποτε σε μια διάλεξή του:

Ξύπνησα κατά τις δύο το πρωί μ' έναν στίχο μες στο κεφάλι μου: My mother would be a falconress and I her falcon treading her wrist." Υπό κανονικές συνθήκες, αν στίχοι ενός ποιήματος μου έρθουν, και δεν είμαι έτοιμος, κατά κάποιον τρόπο εισβάλλουν στη μέρα μου. Προ καιρού έχω μάθει να τους λέω να φύγουν. Όμως σ' εκείνο το σημείο συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ παρά αν έγραφα αυτά τα πράγματα – ό,τι επρόκειτο να προκύψει από τον στίχο. Έτσι, σηκώθηκα, μόνο και μόνο για να γράψω όσο πιο γρήγορα μπορούσα.


Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΘΑ ΗΤΑΝ ΓΕΡΑΚΑΡΙΣΣΑ

Η μάνα μου θα ήταν γερακάρισσα,
κι εγώ, το ζωηρό γεράκι της,
να βηματίζω στον καρπό της –
θα πετούσα να της φέρω πίσω, ματωμένος,
ένα λάφυρο απ’ το γαλάζιο ουρανό,
όπου ονειρεύομαι, χωμένος
στη μικρή κουκούλα μου
με τα πολλά τα καμπανάκια,
να σκορπίζουνε τον ήχο,
όπως τινάζω το κεφάλι.

Η μάνα μου θα ήταν γερακάρισσα,
με στέλνει μακριά, όσο προστάζει η βούλησή της.
Μου επιτρέπει να καλπάζω – 
μέχρι το αδιέξοδο του χαλινού της,
και με οδύνη επιστρέφω.
Τρέμω μη με κάνει πέρα, αν σωριαστώ,
απο-τύχω, σφάλλω στην αποστολή της.

Θα γκρέμιζε τα μικρά πουλιά.
Και θα γκρέμιζα τα μικρά πουλιά. Άραγε,
πότε θα μου επιτρέψει να γκρεμίσω τα μικρά πουλιά;
Αρπαγμένα από την πτήση τους,
με τους λαιμούς σπασμένους,
και τα κεφαλάκια τους σαν άνθη,
τσακισμένα από το μίσχο.

Βηματίζω στον καρπό της μάνας μου
– και αίμα θα ρουφούσα.
Τα μάτια μου σφαλίζει η μικρή κουκούλα.
Και στη σφαλιστή σιωπή μου επέστρεψα
παραμιλώντας, να παραδοθώ του ύπνου.

Διότι, με την κουκούλα που μου έχει υφάνει,
έχει καλύψει τα όνειρά μου
– στην κουκούλα που έραψε γύρω τα καμπανάκια,
να σκορπίζουνε τον ήχο, όπως τινάζω τα κεφάλι.
Καλπάζει αυτή, με το μικρό γεράκι στον καρπό.
Χειρίζεται το χλευασμό, κι εγώ ανατριχιάζω.
Με αποστέλλει να γυμνάσω τα φτερά μου.
Και σ’ εκείνην επιστρέφω. Τα μικρά
πουλιά θα γκρέμιζα – για εκείνην.
Τα μικρά πουλιά, σ’ εκείνην. Όμως δεν θα τα
ακρωτηριάσω, πρέπει ακέραια να τα φέρω.

Σχίζω με το ράμφος τον καρπό της, αίμα να ρουφήξω.
Κι η ματιά της με πονάει, με κρατάει τρομαγμένο.
Διαγράφει ένα όριο στην πτήση μου:
«Να μη σε χάνω», λέει, «από τα μάτια».
Με εκπαιδεύει να της φέρνω λεία και να αρκούμαι.
Για το δείπνο μου, με κρέας με ανταμείβει.
Μα ποτέ με αυτό, που με έστειλε να φέρω.

Κι όμως, τι ωραία θα ήτανε, παντοτινά να με κρατούσε,
μέσα στη μικρή κουκούλα,
με τα καμπανάκια να σκορπίζουνε τον ήχο,
στον καρπό της – να καλπάζει αυτή, προς
το μεγάλο το κυνήγι
με γεράκια, να καλπάζω εγώ, μέχρι
το χαλινάρι της καρδιάς μου, απ’ την καρδιά της.
Να της φέρω χάμω τον κορυδαλλό,
απ’ το γαλάζιο ουρανό στα πόδια –
και με ένα τράβηγμα αρχικό,
την πτήση μου να ελευθερώνει.

Η μάνα μου θα ήταν γερακάρισσα,
κι εγώ το αρπακτικό γεράκι,
αναθρεμμένο με τις προσταγές της.
Απ’ τον καρπό της να με στέλνει να πετώ, σα να ’μουνα
η ίδια η έπαρσή της, σα να μη γνώριζε όρια
η έπαρσή της – και σα να προμάντευε
μια πτήση, πέρα απ’ τους ορίζοντες, για μένα.

Ω – μα πέταξα ψηλά, ψηλά στον ουρανό,
μακριά από το χαλινάρι –μακριά– της προσταγής της.
Ατένισα τους γαλάζιους λόφους,
όπου χτίζουν τα γεράκια τις φωλιές.
Και αντίκρισα το ηλιόγερμα στη δύση –
κι ένιωσα να φλέγεται η ανθρώπινη ψυχή μου.

Έσκισα, στη λαβή που έτεινε για μένα, τον καρπό της,
ώσπου το αίμα έτρεξε ζεστό, κι άκουσα την κραυγή της,
μακριά από το χαλινάρι –μακριά– της προσταγής της.

Προς τους ορίζοντες των αστεριών, πέρα απ’
τους γύρω λόφους, εκεί όπου χτίζουν τα γεράκια τις φωλιές.
Ατένισα – και, άγρια ραμφίζοντας,
έσκισα τον καρπό της. Πέταξα –
κι ήταν σαν να πέταξε η όραση από πόνο στη ματιά της,
πέρα από τη ματιά της,
σπρωγμένος από την πρωτόγνωρη ελευθερία
και το άγριο το ράμφισμα στον καρπό της.
Παλεύοντας, στο αίμα της, να σπάσω τα δεσμά της.

Η μάνα μου θα ήταν γερακάρισσα,
κι ακόμη σήμερα, χρόνια μετά, που σίγουρα οι πληγές μου
θα είχανε γιατρευθεί,
και η γυναίκα πεθαμένη πια,
τα άγρια μάτια της θα είχανε κλείσει,  κι η καρδιά της,
έστω κι αν λαβώθηκε, θα είχε γαληνέψει –

θα ’μουνα ένα ελεύθερο γεράκι.
Βηματίζω στον καρπό της και φοράω την κουκούλα,
και, παραμιλώντας, αίμα θα ρουφούσα.


[μετάφραση: Στέργιος Μήτας]


Σε αυτήν την δεκαετία, του 1960, λαμβάνει αξιοπρόσεκτη αναγνώριση: κάμποσα βραβεία, μια υποτροφία Guggenheim, κι άλλες διακρίσεις.

Ωστόσο, το 1972, ανακοινώνει πως δεν θα εκδώσει νέα συλλογή παρά μόνο μετά την πάροδο 15 ετών από το Τανύοντας το Τόξο. Αυτή του η απόφαση ήταν ενμέρει απόρροια της απογοήτευσής του από τα εκδοτικά πράγματα και την περιρρέουσα εκδοτική φιλαρέσκεια των συναδέλφων του. Αλλά θεωρούσε επίσης πως κάθε έκδοση είναι και ένα είδος κλεισίματος, φραξίματος, αποπεράτωσης, τα οποία ήθελε να αναβάλει όσο μπορούσε, ώστε, ακριβώς, το πεδίο που συνιστούν τα ποιήματα να μην παγιώνεται, αλλά να παραμένει ανοικτό για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα.

Πέρασαν όχι 15, αλλά 16 χρόνια, και το 1984, εκδίδεται το βιβλίο του Προετοιμασία του Εδάφους: Πριν από τον Πόλεμο – για το οποίο θα βραβευθεί με το Εθνικό βραβείο Ποίησης την επόμενη χρονιά.

“Πόλεμος”: η αναγνώριση μιας μη επιλύσιμης εσωτερικής διαμάχης ανήκει στις βάσεις της ποιητικής τού Ντ.. “Αυτό που θα επιθυμούσα να επισημάνω στο έργο μου ως ένα από τα υποκείμενα ρεύματά του είναι η ύφανση μιας μορφής που ξε-υφαίνει, μια τέχνη που ξελέει αυτό που λέει, που λέει αυτό που θα προτιμούσε να μην πει. Θέλω να με πιάσω στα πράσα”.

Το βιβλίο ανοίγει με την μοναχική φωνή τού Αχιλλέα μετά θάνατον:

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ

δεν ξέρω πιο πολλά απ’ όσα η Θάλασσα μου λέει,
μου είπε πριν από καιρό,         ή Την κρυφάκουσα
            να λέει, απόμακρη βοή πάνω στην άμμο,
κύματα νοημάτων, και κοιμήθηκα στο λίκνο
της δύναμής τους που ηχούσε
κι αντηχούσε.

                                    Άνδρα-παιδί, Τραγούδησε

–ή μήπως ήταν καταιγίδα που ανύψωσε τη νύχτα
            σε κινούμενο τείχος και με μετέφερε
σαν να ’χε μες στον τρόμο αυτόν χτιστεί
            μια φωλιά μητρική;

το κύμα μιας ζωής απ’ τη δική μου σκοτεινότερης
έτρεχε μπρος μου,       κι εγώ,
απ’ όσος ήμουν μεγαλύτερος, κι έχοντας γίνει σκοτεινός
            σαν τον ατέλειωτο βυθό,
απ’ τον εαυτό μου αναδύθηκα, τινάζοντας το τελευταίο
            φως του ήλιου
από πάνω μου.

                                    Άνδρα-παιδί, Μου είπε,

Γύρισε πίσω στις ακτές αυτού που είσαι.
Γύρισε πίσω στις ακτές που θρυμματίζονται.

            Όλη νύχτα
οι μητρικές παλίρροιες όπου η ζωή σου
            πρώτα διαπλάστηκε στο φως
της επωάσεως  έσβησαν την αιματηρή
μεγαλοπρέπεια του ήλιου
και, κάτω απ’ τις θριαμβικές πομπές
            του φεγγαριού,             σώριασαν
κεραυνό τον κεραυνό μια παλαιά
επιθυμία,          που ο χτύπος

της επανειλημμένης επωδής της
σε αφανίζει.

                        έπειτα η Θέτις,
η μητέρα μου, μου υποσχέθηκε
την ψευδαίσθηση ενός πλοίου, ένα όχημα
υδάτινο στα ύδατα,
πώς η ψυχή μου θα επέστρεφε απ’ τις
δοκιμασίες της θνητής υπόστασής της,
απ’ τη μακρά πολιορκία,         απ’ τους
μαχόμενους συντρόφους στο πεδίο,
απ’ τους καιόμενους πύργους και τις πράξεις
            τιμής και ατιμίας,
απ’ τον βαθύτερο ανικανοποίητο πόλεμο κάτω
            και πίσω από τον κηρυγμένο πόλεμο,
και τα ερείπια που μένουν απ’ τους όμορφους, καρτερικά
            επεξεργασμένους σεληνόλιθους, αχάτες, νεφρίτες, οψιδιανούς

που γύρισαν και ξαναγύρισαν στον φλοίσβο
            της παλίρροιας, στη στίλβουσα ερημιά,
            στο θλιβερό θαύμα,

λέξεις που γύρισαν στις φράσεις τραγουδιών
            πριν από το τραγούδι μας … ή μήπως είναι

όμορφες, καρτερικά επεξεργασμένες υπομνήσεις εκείνων
            που έχω χάσει από καιρό,
και ξαναγύρισαν εκ νέου, απόκοσμα στο φως
            του φεγγαριού, πρόσωπα παλαιά;

Γιατί η Θέτις, η μητέρα μου, μου υποσχέθηκε
            ένα πλοίο,
έναν έρωτα,     που θ’ ανυψώσει το πνεύμα μου
            ως την παραφορά του πρώτου μου στοιχείου,
καθώς ξυπνά, ένα βασίλειο
            στο μη πραγματικό, ένα μερίδιο στον Θάνατο.

*

Καιρός, καιρός.           Είναι καιρός.

Η αποστολή της Τροίας έχει από καιρό εκτελεστεί.

Ο Αχιλλέας έχει γυρίσει σπίτι στη Λευκή.

Και θα ’σαι μόνος σύντομα    κι εσύ.

–10 Δεκεμβρίου 1968


[μετάφραση: Γιάννης Δούκας]


Όμως, την χρονιά της έκδοσης του πολυαναμενόμενου αυτού βιβλίου, το 1984, παθαίνει νεφρική ανεπάρκεια. (Θα θεωρήσει τα σοβαρά οιδήματα που αυτή προκαλεί, επαλήθευση της ευθύνης του, σε μια προηγούμενη ζωή –όπως ισχυρίζονταν οι θετοί γονείς του– για την βύθιση της Ατλαντίδας...)

Θα γράψει πια μόνον ένα ακόμα ποίημα, έκτασης δύο σελίδων: “Μετά από μακρά ασθένεια” - με το οποίο ολοκληρώνεται το τελευταίο του βιβλίο, Προετοιμασία του Εδάφους ΙΙ: Στο Σκοτάδι, το 1987.


ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΑΚΡΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑ

Καμμιά δεξιότητα όχι              αδέξια
            μας αφήνει
            ν' αρχίσουμε εκεί όπου οφείλω

από την ανεπάρκεια των συστημάτων            χωρίς
            ανάσα,             καρδιά
            και πνεύμονες πλημμυρισμένα

Πηγμένα με ελαφρές αλύσους            των νεφρών
            το στάδιο είναι τελευταίο        της ζωής

ελαφρότης και βάρος,              φως
            και σκοτάδι.    Ήταν πάντα
κοντά σε ιδιαίτερο Θάνατο, α
            φανέρωστο      τι είναι πίσω

από το βλέμμα, την αφή, γεύση, όσφρηση     –το Σύννεφο εκείνο!

Δύο χρόνια
η πικρία διαπότισε:

το σώμα το υλικό        υψηλή πίεση του αίματος
            συσσώρευση τοξινών,
            κατάρρευση κλασμάτων,

την ψυχή          “που έβραζε στο ζουμί της”
            εκρήξεις μίσους,         προσευχή
–δεν είχα προσευχή–              η δική
            σου μόνο φροντίδα κράτησε την αγάπη μου αίθρια.

Εκεί θα βρεθώ πάλι    οι οδοί
            ανάγκη να διασταυρωθούν      και πάλι
            σκοτεινές δίοδοι,         επικίνδυνα στενά.

Ακόλουθος ο Θάνατός μου και ήξερα
            ότι δεν θα πεθάνω,
με περιέθαλψε ώς εδώ.           Η ζωή πήρε τα ηνία.

            Ό,τι έτρωγα     το ξερνούσακαι πέρασα έρποντας σαν να με γύρισαν τα μέσα έξω.
            Κάθε σκέψη που είχα την είδα
με αρρώσταινε.           Μυστικά
            στο σκοτάδι     οι ηθμοί
            των νεφρών μου          πέτρωσαν        και ο Θάνατός μου
άλλαξε το ραντεβού που 'χε μαζί μου.

*

Ναι, φοβόμουν
μη δεν σε δω ξανά,     μη
            με πάρουν, όχι μην
πεθάνω, το φάσμα που καιρό
            γνωρίζω ως Θάνατό μου είναι
Κύριος μίας Διαβάσεως που μας ενώνει·
            μα που
            ποτέ δεν ήρθα εγώ σε σένα το άλλο  
φάσμα της πραγματικής ζωής μου είναι.
            Ανένδοτο.

“Σου έδωσα μια γάτα στο σκοτάδι”, είπε η φωνή.
Άλλαξαν όλα σε αυτό που πάντα ήταν εκεί
και δούλευε μες στο Έδαφος:             οι δύο τίτλοι
            “Πριν από τον Πόλεμο”,         και τώρα, “Στο Σκοτάδι”
εγγυητές στο μέγα σχέδιο.      Η μαγεία
πάντα ήταν εκεί,          μαγνητικό γουργούρισμα
            να με διατρέχει, αίσθηση σαν γάτας τρίχωμα
φορτίζοντας την άρνηση της αίσθησης.           Αυτός ο μαύρος λίθος,
            βλέπω τώρα, έχει το συγγενές ηλεκτρικό του.

Πράγματι ήξερα πάντα πως ανήκω
            σε βασίλειο όπου Άνεμος κανείς δεν              ριγεί
            Νύχτα καμμιά
δεν γυρνά σε Μέρα,    Λίμνη του ακίνητου νερού,
            απόλυτη Γαλήνη.         Στον Κόσμο, θάνατος μετά θάνατον.
Στο βασίλειο αυτό,      κανείς στερνός ζυγός Ζωής δεν ριγεί.
            Η φαντασία μόνο ξέρει την συνθήκη αυτή.
Σαν αυτό να ήταν προ του Πολέμου,              προ
            Αυτού που Είναι,        στο σκοτάδι η κατάσταση αυτή
που δεν ξέρει ούτε ύπνο ούτε ξύπνιο, ούτε όνειρο
            –στάση αιωνία.


[μετάφραση: Παναγιώτης Ιωαννίδης]


Πεθαίνει έναν χρόνο αργότερα, στις 3 Φεβρουαρίου του 1988.

Εμείς, όμως, θα τον αποχαιρετήσουμε επιστρέφοντας στο προτελευταίο βιβλίο του, με ποιήματα εμπνευσμένα από το έργο του Πέρση Σούφι ποιητή, Ρουμί (1207-1273). Πρόκειται για την σειρά με τίτλο “Ροές του Τραγουδιού”. Ο Μάικλ Πάλμερ σημειώνει: “Η λέξη “Τραγούδι” εμφανίζεται στους τίτλους της αρχής και του τέλους του βιβλίου, υπενθυμίζοντάς μας ότι, παρά τις αναγκαίες ρήξεις, μετατοπίσεις και τα βίαια, ρητορικά εξογκώματα, η λυρική παρόρμηση καθοδηγεί το όραμα του όλου. Ενάντια στις γήινες τυραννίες και τα “νέφη ψευδών”, υπάρχει η πραγματωμένη εμπειρία της ποιητικής συντροφιάς και της οικιακής συντροφικότητας, και υπάρχει η επιβεβαίωση μιας ποιητικής τής επιθυμίας μέσω των μυστικιστικών 'γαζάλ' του Ρουμί. [] Μόνο το κάτι και το τίποτα συνενωμένα αποδίδουν ολόκληρη την αλήθεια της ύπαρξης. Η μεταφορά του τίτλου στέκει στο κέντρο της ποιητικής τής πρόσκλησης και της απόκρισης του Ντάνκαν, μιας απόκρισης στο υφιστάμενο, πέρα από τα όρια της μεμονωμένης, απομονωμένς φωνής. Το ποίημα πάντα ρέει ανάμεσα στα ποιήματα, κι εκεί ζωντανεύει.”

“Ροές του Τραγουδιού”  – ταιριαστή έκφραση για να συνοψίσει το έργο του Ντ..



Το σώμα αυτού του λογισμού θα ’ναι ένα άστρο.

Ο νους είναι αυτή η απύθμενη νύχτα που καλπάζει πέρα από τον εαυτό της, Χρόνος
που ξεχύνεται πέρα από τον χρόνο
και μέσα στην τροχιά των σκορπισμένων του λάμψεων,
σπόρος περιπλανώμενος των ήλιων,
εγώ είμαι ολόκληρος από νερό. Αντανακλώ
θραύσματα από ό,τι κινείται καθώς το συλλαμβάνω,
την σκιά του εκτεινόμενου βάθους,
το βλέμμα φευγαλέο και λαμπερό,
μιας υπόσχεσης ανάμεσα σε χιλιάδες

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Πόσο ευτυχισμένος είμαι κάτω από την φροντίδα σου, παλιέ μου σύντροφε!
Η μακρυά αναμονή, η κάποτε πικρή ελπίδα,
γλύκαναν μέσα στα χρόνια από την πίστη σου.
Πόσο ολοκληρωτικά είπα το “ναι” όταν το ένιωσα
και συνεχίζω. Κάθε πρωί που ξυπνάω ελευθερώνεις
για μένα άλλη μια μέρα. Πως γέρασε το πρόσωπό σου
αυτά χρόνια για να μου κρατάει συντροφιά;
πάντα καινούριο καθώς ξυπνώ αγαπημένος. Κάθε νύχτα
στο μοίρασμα του αγγίγματος και την ευλογία του λόγου,

απόλυτα έτοιμος να κοιμηθώ.  Δεν μοιάζει σαν
να ήταν Εκείνος ήδη εδώ; σαν να είχαμε πια ήδη αποκοιμηθεί;

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Όμως αν είσαι εσύ ο εραστής, πόσο ολοκληρωτικά είσαι Εκείνος.
Πόσο ολοκληρωτικά Εκείνος είναι εδώ; Με προστάζει.
Ένα πεφταστέρι στο νότιο ημισφαίριο
λάμπει μέσα στη σκέψη μου στον βορά
κι εγώ προχωράω για να ανακαλύψω τα ίχνη εκείνου.

Είμαι μια πετονιά που ρίχνεται
σε ένα μελωδικό ξετύλιγμα πέρα από τον εαυτό της
ένας νους που αιωρείται εκστατικός
πάνω από ένα στόμα μέσα στο οποία ανατέλλει η καρδιά
και ξεχύνεται σε ρευστή και παράφορη ομιλία
για χάρη ενός ποιήματος που δεν έχει έλθει ακόμα
και κρατά μέσα του πάλι και πάλι αντηχήσεις ελεύσεων.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Είσαι η ψυχή μου; η αγάπη; ο λυτρωτής μου;
Όχι! Η ψυχή μου σπεύδει προς το μέρος σου
Και, στη βιασύνη της,  μου δίνεται εκ νέου.

[μετάφραση: Χριστιάνα Μυγδάλη]


Ήθελα να είναι εύθραυστο το πέπλο της ομιλίας μου,
ήθελα να είναι διάφανο ώστε το φως
εκεί που εσύ θα ερχόσουν να με διαβάσεις
να με φανέρωνε
απόλυτα να σε περιμένω, απόλυτα να ετοιμάζομαι να γυμνωθώ,
απόλυτα ενώ τρέμοντας,  να έχει γίνει δίχτυ
που σε τυλίγει γύρω μέσα στις λέξεις μου
μέχρι να μην μπορώ να σε δω.

Και τώρα θα έσκιζα την ομιλία.
Θέλω να με ανακαλύψεις
χωρίς κανένα ίχνος μου να σε οδηγεί.
Θέλω να με ψάξεις εγώ προσφέρομαι
με τον εαυτό σου για οδηγό.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Επειδή ήταν εκεί όταν μεθυσμένος βαριά ακόμα τον θυμόμουν,
επειδή ήταν πάντα στη σαγήνη της στιγμής περιμένοντάς με,
επειδή τα μάτια μου που σε κοιτάζουν είναι τα δικά Του
δικό σου ήταν το στόμα της ευχής που έψαχνε η γλώσσα της λαλιάς μου
που ίσως ποτέ να μην υπήρξε  δικιά σου
η γλυκιά ανάβλυση από τα απόκρυφα του ύπνου
που η νύχτα θώπευσε ερεθιστικά
μέσα στο σπόρο της στιγμής της συνάντησης.
επειδή το υπέροχο δέντρο εκείνης της υστερινής,
γνωστής ανάγκης
εκρήγνυται σε μια
ολόγλυκια πλησμονή φυλλωμάτων,
σαν από το απώτατο Ον,
ανατέλλουν γεύσεις και αρώματα,
που τρέφουν το τραγούδι μέσα μου γερά.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Και πάλι με πρόσταξες να αφεθώ,
να εμπιστευθώ αυτή την πτώση,
αυτή την παραίτηση από τον εαυτό μου
θα παραδωθώ απόλυτα στον σκοπό σου.

Πάλεψε μαζί μου!
Απαιτείς. Κι εγώ περιβάλλομαι από συγχύσεις
παράφορες. Εκείνος είναι
παντού, πουθενά
στο εδώ που βρίσκομαι εγώ.

Σε κάθε απραγματοποίητο, υπάρχει η Υπόσχεση
Αλλά εκεί
όπου δεν είμαι εγώ,   Εκείνος είναι πραγματικά.

Στου οποίου την Παρουσία
είναι σαν να είχα ένα καινούριο όνομα.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]


Πέφτω σε ένα απόλυτο κενό
            Κάθε ορίζοντας – το χείλος απ’ που γκρεμίζομαι στο άδειο,
Τείχη αυτού-που-είμαι  καταρρέουν μέσα μου.

Ασύλληπτο να φτάνεις σε τέτοια ένδεια!
Ας μη μιλάμε λοιπόν για πλήρωση.
Στο απέραντο σύμπαν
            που αδειάζει μέσα μου, μέσα από μένα,
στις μυριάδες φώτα που χαμηλώνουν

Ας μιλήσουμε για τη μικρή αυτή
            φωτεινή περιοχή
που το φως της λάμπας ορίζει.
Ας μιλήσουμε για όση αγάπη απομένει.
Ας μιλήσουμε για το πως
            όλα τούτα τα εύθραυστα
με στηρίζουν – ώστε να υπάρχω
            εν τόπω.


[μετάφραση: Μαίρη Γιόση]

Το παιδί που ήμουν κάποτε έμεινε πίσω.
Αυτοί που πρώτα μ’ αγαπούσαν  προχώρησαν χωρίς εμένα.
Εκεί που εκείνοι έστεκαν μια πόρτα έμεινε ανοιχτή στη μοναξιά.
Στην αχλή της ονειροπόλησής μας βρίσκω εν αναμονή τον εαυτό μου.

Ο ήλιος κάθε μέρα επιστρέφει σ’ αυτό το μέρος.
Ο χρόνος προχωρά προς ένα ακόμα καλοκαίρι
Αυτοί οι καρποί ξανασκουραίνουν· αυτά τα νέα σταφύλια
θα κρέμονται, βαριά και μαύρα, απ’ το τσαμπί τους. Βαθαίνει η ζέστη του μεσημεριού.

Γλυκιά κι οξεία, κάθε στιγμή ωριμάζει.
Ο ήλιος κάθε μέρα περνάει πάνω απ’ την κοιλάδα.
Μακραίνουν ίσκιοι και περικυκλώνουν.
Περίμενα όλη μέρα. Άφησα ήλιο και σκιά να περάσουν από πάνω μου.

Εδώ μια τελευταία διαύγεια ηλιακού φωτός έχει απομείνει μέσα στις σκιές.
Η σκοτεινότερη σκιά πέφτει από τη γραφίδα μου ενώ γράφω.
Σ’ ετούτο τον αποχαιρετισμό χύνεται ο ήλιος πάνω μου
καυτός σαν μεσημέρι, πέντε η ώρα.

Στο κείμενο όμως του Ρουμί τώρα είναι ξημερώματα. Επιτέλους,
θα έρθει, για μένα!
«Σαν ήλιος έχει σκαρφαλώσει στον ορίζοντα,», διαβάζω
Πού έχεις πάει;
«Σβήνει των άστρων τα κερά»

Σπεύσε εδώ, Αγαπημένε, που ο ήλιος μ’ εγκατέλειψε,
γιατί έχει φτάσει η ώρα να ξανανάψουνε τα ζωηρά  κεριά.

[μετάφραση: Χριστιάνα Μυγδάλη]


Πριν από πόσο καιρό θα είχα γίνει ο στόχος σου!
Κάθε γραμμή στο νεαρό μου σώμα σε εγρήγορση να κατοικήσει στο βλέμμα σου!
Όλη μου η νιότη είχε προορισμό να γίνει ο στόχος σου.

Τώρα τόσο αργά πια που το σώμα μου
νυχτώνει και η πολυλογία των χρόνων
φέρνει τα κύματα του σώματός μου, τώρα τόσο αργά πια που
ο ίδιος ο χρόνος της αναμονής φέρνει
νέες οδύνες μέσα μου, ακούω τον ήχο
της χορδής του τόξου.
Γοργά, γοργά, πόσο ξανά και ξανά
με βρίσκει αυτό το τόξο

και δεν με πετυχαίνει!


[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

***

Σημείωση: Όλες οι μεταφράσεις του αφιέρωματος αυτού, καθώς και το κείμενο που τις συνοδεύει, ετοιμάστηκαν για, και αναγνώστηκαν, από τις/τους μεταφράστριές/τές τους, κατά την εκδήλωση του «Με τα λόγια (γίνεται)», αφιέρωμα στον Ρόμπερτ Ντάνκαν, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, την 17η Μαρτίου 2016. Μόνο η μετάφραση του ποιήματος «Μετά από μακρά ασθένεια» προτάθηκε από τον Παναγιώτη Ιωαννίδη για το αφιέρωμα «Ποίηση και νόσος: το πάσχον σώμα» (επιμ.: Θοδωρής Χιώτης) του περιοδικού «Φάρμακο» (τ. 7, Άν.-Καλ. 2016), απ’ όπου και αναδημοσιεύεται.

*** 


ΠΗΓΕΣ

-         Robert Duncan, Selected poems (revised and enlarged), Robert J. Bertholf, ed., New Directions, 1997
-         Thom Gunn, “The High Road: A Last Collection” & “Adventurous Song: Robert Duncan as Romantic Modernist”, in Shelf Life - Essays, Memoirs and an Interview, The University of Michigan Press, 1993
-         Paul Christensen, “Robert Duncan's Life and Career”, http://www.english.illinois.edu/maps/poets/a_f/duncan/life.htm
-         Michael Palmer, “On Robert Duncan”, http://www.english.illinois.edu/maps/poets/a_f/duncan/palmeronduncan.htm
-         Michael Palmer, “Ground Work: on Robert Duncan”, http://jacketmagazine.com/29/palmer-duncan.html
-         Ange Mlinko, “Τhe Unconquered Flame: On Robert Duncan”, http://www.thenation.com/article/unconquered-flame-robert-duncan/
-         Bruce Whiteman, “A Search in Obedience: On the Collected Works of Robert Duncan”, https://lareviewofbooks.org/review/search-obedience-collected-works-robert-duncan




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ του Ορφέα Απέργη για το «Ποίημα που αρχίζει με στίχο του Πίνδαρου»

[i] Γράφει, σχετικά με το παρόν –ένα από τα πιο φιλόδοξα ποιήματά του– ο Ντάνκαν (στο δοκίμιο Αλήθεια και Ζωή του Μύθου The Truth and Life of Myth): «Κατά την αρχική σύλληψη του ποιήματος αυτού, καθώς διάβαζα αργά τη νύχτα τον τρίτο στίχο από τον πρώτο Πυθιόνικο του Πίνδαρου [σε μετάφραση], το μυαλό μου έχασε την επαφή με το πινδάρειο νόημα και ήρθε αντιμέτωπο με κάποια παιχνίδια της γλώσσας (puns), κατά το ότι οι λέξεις light, foot, hears, you, brightness, begins [ελαφροπάτητο, πόδι, ακούει, σε, λάμψη, αρχίζει] κινούνταν πια μέσα σ’ έναν κόσμο πέρα από την ανάγνωσή μου· αυτές δεν ήτανε πια μονάχα λέξεις, παρά δυνάμεις μιας θεογονίας, αντανακλώντας τις ησιόδειες και ορφικές κοσμογονίες, όπου το πόδι, ο πους, που κινείται μες στο χορό του ποιήματος γίνεται ξαφνικά κι εμφανίζεται σαν ο παλμός του μέτρου των πρώτων πραγμάτων. Αμέσως τότε, το θέαμα του μεγάλου πίνακα του Γκόγια, πάλαι ποτέ στη συλλογή του μαρκήσιου ντε Κάμπος στη Βαρκελώνη [σ.σ. και πλέον στο Εθνικό Μουσείο Καλών Τεχνών της Καταλονίας, πάντα στη Βαρκελώνη], ήρθε καταπάνω μου σαν ένα κύμα που κουβάλαγε το όραμα – από αυτά που ανακάλεσε το απόσπασμα του Πίνδαρου και από τα όσα μου έφερε στο νου ζωγραφικά ο Γκόγια, προσθέτοντας σε αυτά και τις δικές μου μαστορικές δυνάμεις – το ζωντανό όραμα, όπου Έρως και Ψυχή ήταν και βρίσκονταν εκεί· κι αμέσως ύστερα οι δυνάμεις ενός τρίτου μάστορα κι αρχιτεχνίτη, όχι της ποίησης ή της ζωγραφικής αλλά της διήγησης, οι δυνάμεις του Λούκιου Απουλήιου ήταν κι αυτές εκεί επίσης … το ζωντανό ιδιοφυές δαιμόνιο πνεύμα αυτών των τριών στέκονταν εκεί σαν μάστορες και δάσκαλοί μου, κι εγώ στεκόμουνα εκεί μπροστά κι ενώπιον της εκεί παρουσίας της ιστορίας του Έρωτα και της Ψυχής». (Τα περισσότερα στοιχεία γι’ αυτήν και όσες σημειώσεις ακολουθούν τα βρήκα στις υποσημειώσεις της Norton Anthology of American Literature, Τόμος Ε΄, 6η έκδοση, 2003, σ. 2792 και εξής).

[ii] Ο πίνακας του Γκόγια (1746-1828) Έρως και Ψυχή, όπως τον περιγράφει ο ίδιος ο Ντάνκαν (δες παραπάνω, υποσημείωση 1). Την ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής την αφηγείται ο Λούκιος Απουλήιος (ενεργός το 155 μ.Χ.) στο έργο του Μεταμορφώσεις, που ύστεροι συγγραφείς καθιέρωσαν ως De asino aureo (ήτοι Περί του γαϊδάρου από χρυσάφι). Στην ιστορία του Απουλήιου, που αποτελεί το μοναδικό πλήρως σωζόμενο μυθιστόρημα στα Λατινικά, η Ψυχή (Psyche) νυμφεύεται τον Έρωτα (Cupidus). Για να την παντρευτεί, ο Έρως βάζει στην Ψυχή έναν μονάχα όρο· της απαγορεύει να τον αντικρίσει κι έτσι έρχεται κοντά της μόνο μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, φεύγοντας πάλι κάθε αυγή. Παρακινημένη από τις ζηλιάρες αδελφές της, η Ψυχή τον παρακούει κι ο Έρωτας την εγκαταλείπει. Μέσα, όμως, από μια σειρά δοκιμασίες ή άθλους, η Ψυχή κερδίζει την αθανασία και ξανασμίγει με τον Έρωτα ες αεί.

[iii] ισχνέγχυλος: η λεπτή, που όμως ξεχειλίζει.

[iv] Στην ιστορία του Απουλήιου, όπως την απεικονίζει και ο Γκόγια, η Ψυχή βαστά ένα λυχνάρι, μια λάμπα λαδιού, πάνω από τον κοιμισμένο Έρωτα ώστε να καταφέρει να τον δει, όμως εκείνη τη στιγμή μια σταγόνα από το λάδι χύνεται και τον καίει στον ώμο. Ο Έρωτας ξυπνά και τρέπεται σε φυγή.

[v] Αναφορά στον ποιητή Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς (1883-1963), που ήταν σημειωτέον και γιατρός, ο οποίος υπέστη μια σειρά από εγκεφαλικά επεισόδια, με αποτέλεσμα να απωλέσει εν μέρει την ικανότητα της ομιλίας. Ο Ντάνκαν αναπαράγει εδώ τη δυσφασία (τη δυσκολία στην ομιλία) του Ουίλιαμς πολύ παραστατικά.

[vi] «Όταν οι πασχαλιές συνήθιζαν να θάλλουν στην αυλή» – αναφορά στο γνωστότατο ελεγειακό ποίημα του Ουίτμαν, δημοσιευμένο το 1866 στη μνήμη του προέδρου Αβραάμ Λίνκολν που μόλις είχε πέσει δολοφονημένος.

[vii] Τα ονόματα εδώ, όπως και στους δύο στίχους παραπάνω, ανήκουν σε προέδρους των ΗΠΑ, αρχικά σε χρονολογική σειρά από τον αρχαιότερο προς τον νεότερο και, κατόπιν, σε αντίστροφη χρονολογική σειρά, πηγαίνοντας δηλαδή προς τα πίσω στο χρόνο.

[viii] Και αυτός ο στίχος από το ποίημα του Ουίτμαν για τον Λίνκολν (δες υποσημείωση 6, παραπάνω).

[ix] Και οι δύο αυτές φράσεις είναι του Ουίτμαν, από τον δοκιμιακό Πρόλογο της έκδοσης των Φύλλων της Χλόης (Leaves of Grass) του 1855. Εκεί ο Ουίτμαν διακηρύσσει το μείζον δημιουργικό θέμα της Αμερικανικής Πολιτείας και του ρόλου του ποιητή σε αυτή: «Δεν θα είναι οι Πρόεδροί της οι διαιτητές και κριτές των κοινών, αλλά, πολύ περισσότερο, οι ποιητές της».

[x] Ποιητής, φίλος του Ντάνκαν, που τον επηρέασε βαθιά, δες υποσημείωση 1. Το δοκίμιο «Προβολικός Στίχος» (Projective Verse) του Όλσον ενθάρρυνε τον Ντάνκαν στη θεώρηση του ποιήματος ως «πεδίου (δράσης)».

[xi] Ο Ντάνκαν ξεκινά απ’ εδώ να περιγράφει τους άθλους, τις δοκιμασίες της Ψυχής στην πορεία της προς την αθανασία και την επανένωση με τον Έρωτα. Σύμφωνα με τον Απουλήιο (δες και υποσημείωση 2 παραπάνω), η Ψυχή πρέπει να κατορθώσει μια σειρά από άθλους που η Αφροδίτη, η μητέρα του Έρωτα, έχει σχεδιάσει. Πρέπει να ξεχωρίσει και να ταξινομήσει τους ανακατωμένους σπόρους μιας μεγάλης αποθήκης, πρέπει να φέρει στην Αφροδίτη μια τούφα από το χρυσόμαλλο δέρας κάποιων αγριότατων ανθρωποφάγων προβάτων, και τέλος πρέπει να κατεβεί στον Άδη για να φέρει στην Αφροδίτη και ένα δείγμα, ένα «μέτρο», της ομορφιάς της Περσεφόνης, βασίλισσας του Κάτω Κόσμου.

[xii] Στις δοκιμασίες που περιγράφει ο Ντάνκαν και τις οποίες ήδη επεξηγήσαμε (βλέπε υποσημείωση 11), την Ψυχή βοηθούν τα μυρμήγκια ώστε να ξεχωρίσει τους σπόρους, ο θεός του ποταμού ο οποίος τη δασκαλεύει πώς να δρέψει το χρυσόμαλλο δέρας, και τέλος μια φωνή ανθρώπινη που βγαίνει από έναν πύργο και την κατευθύνει, πώς να κατέβει στον Άδη και τι να κάνει επιστρέφοντας.

[xiii] Πρόκειται για τον Έζρα Πάουντ. Ο Ντάνκαν παραθέτει λίγο παρακάτω τρεις στίχους (με πλάγιους χαρακτήρες – italics) από τα Κάντος (Cantos, Ωδές) της Πίζας (από το Κάντο 76 ο πρώτος στίχος και το Κάντο 74 οι δύο επόμενοι). Τα Κάντος της Πίζας τα έγραψε ο Πάουντ ενώ είχε ήδη συλληφθεί και φυλακιστεί (ακόμα και σε κλουβί!) επί εσχάτη προδοσία από τις αμερικανικές δυνάμεις όταν αυτές κατέλαβαν την Ιταλία προς το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – ο Πάουντ, ως γνωστόν, είχε υποστηρίξει σθεναρά τον Μουσολίνι.

[xiv] Εδώ εννοείται η Αμερικανική, η Άγρια Δύση.

[xv] «Γνώση»: Scientia στο πρωτότυπο – λατινιστί η γνώση, η επιστήμη. Η επιθυμία για γνώση, για το «ειδέναι», οδηγεί την Ψυχή στο μοιραίο σφάλμα της: θέλει απεγνωσμένα να μάθει και να ξέρει πώς μοιάζει στην όψη ο Έρως.

[xvi] Στο μυθιστόρημα του Απουλήιου, πριν το γάμο της κόρης τους με τον Έρωτα οι γονείς της Ψυχής συμβουλεύονται το μαντείο του θεού Απόλλωνα στη Μίλητο. Το μαντείο τούς προειδοποιεί ότι η Ψυχή δεν προορίζεται για θνητό εραστή, καθώς και ότι σύζυγός της θα είναι ένα τέρας, στο οποίο «ουδέ θεοί ουδέ άνθρωποι μπορούν ν’ αντισταθούνε».

[xvii] Ο περιώνυμος Γερμανός λυρικός Ρίλκε, που επέθανε όταν τον τρύπησε τ’ αγκάθι από ένα τριαντάφυλλο.

[xviii] «Finders Keepers» στο πρωτότυπο, δηλαδή, επί λέξει, «όποιος το βρει, το κρατάει δικό του», χωρίς να διευκρινίζεται το τι ακριβώς!

[xix] Αναφορά στο παιδικό τραγουδάκι «London Bridge is Falling Down», όπως το αναφέρει και ο Τ.Σ. Έλιοτ στην κορύφωση της Έρημης Χώρας του (1922), λίγο πριν το τέλος του ποιήματος. Ο Ντάνκαν θέλει προφανώς εδώ να θυμηθούμε το ποίημα του Έλιοτ, οπότε εμείς, μέσω της αναφοράς «στο γιοφύρι της Λόντρας», ας θυμηθούμε και τον δικό μας τον Σεφέρη, που έτσι το μετέφρασε.

[xx] Τα τρία βουνά του Ντάνκαν τα συναντά κανείς κινούμενος από Ανατολή προς Δύση. Το όρος Σεγκύρ, Mount Segur στο πρωτότυπο, ανακαλεί και πάλι τα Κάντος του Έζρα Πάουντ, ιδίως το Κάντο 23, όπου το όρος Σεγκύρ αποκτά κεντρικό ρόλο ως έδρα της προφητικής, ποιητικής αδελφότητας των προβηγκιανών τροβαδούρων, που απειλούν την κατεστημένη πολιτική και θρησκευτική τάξη πραγμάτων, οπότε και η εξουσία στρέφεται εναντίον τους και τους αφανίζει – οι αναφορές του Πάουντ είναι στα υπαρκτά ιστορικά γεγονότα της Αλβιγηνής σταυροφορίας (Albigensian crusade) που εξαπέλυσε ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ εναντίον της αίρεσης των «Καθαρών», η οποία αναπτύχθηκε γύρω από το Λανγκεντόκ της Νότιας Γαλλίας. Μια από τις τελευταίες πράξεις της σταυροφορίας αυτής (1209-1229) ήταν και η καταστροφή της οχυρής πόλης του Μονσεγκύρ, δηλαδή της πόλης επί του όρους Σεγκύρ, η οποία είχε συνδεθεί με απόκρυφο τρόπο με το μυθικό-μυθολογικό Montsalvat, όπου, σύμφωνα με το μεσαιωνικό μύθο του Γκράαλ, φυλασσόταν το Ιερό Δισκοπότηρο (Montsegur και Montsalvat σημαίνουν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα: «Βουνό που σώζει και προφυλάσσει, όρος που προσφέρει καταφύγιο»). Ο Πάουντ εισάγει, μέσω και του μύθου των τροβαδούρων του όρους Σεγκύρ, την έννοια της ηθικής αποστολής, ως χρέους προς τα κοινά, των οραματιστών, όλων αυτών που είναι προικισμένοι με ικανότητες πνευματικές, ικανότητες διόρασης και προόρασης. Η αυτοδέσμευση (commitment) στα κοινά, η κοινωνική στράτευση (engagement) αποτελούν υποχρέωση αλλά και διακινδύνευση εκ μέρους των πνευματικών ανθρώπων. Ο Παουντιανός ήρωας δεν μπορεί να είναι απλώς «self-serving», δεν μπορεί δηλαδή να κοιτά μονάχα τα του οίκου του, όπως ο –κατά Πάουντ– Οδυσσέας. Όλο αυτό το «πλέγμα» ιδεών υπόκειται στις αναφορές του Ντάνκαν στον Πάουντ, στο μυθολογικό ήρωα –Οδυσσέα, Ιάσονα ή Ψυχή– και στο όρος Σεγκύρ. Τα κενά συμπληρώστε τα εσείς, αγαπητοί αναγνώστες.
Το όρος Βικτουάρ αναφέρεται πιθανότατα στο επίσης προβηγκιανό Mont Sainte-Victoire, το βουνό της Αγίας Νίκης – το αρχικό του, προχριστανικό, όνομα όντως ήταν αυτό που χρησιμοποιεί και ο Ντάνκαν, Mont Victoire. Το βουνό ζωγραφίστηκε σχεδόν εμμονικά από τον Σεζάν στα τέλη του 19ου και στις αρχές τους 20ου αιώνα. Μήπως η κατά Ντάνκαν «Νίκη» είναι μια μη χριστιανική ή έστω μια προχριστανική, παγανιστική, πανθεϊστική νίκη;
Τέλος, το όρος Ταμάλπαΐς, λίγο πιο «πεζό» αυτό, είναι το βουνό της Δυτικής Καλιφόρνιας, απέναντι από τη Χρυσή Πύλη (Golden Gate) του Σαν Φρανσίσκο, όπου έζησε για μεγάλο διάστημα ο Ντάνκαν – εκεί ζει και τη στιγμή της συγγραφής του εν λόγω ποιήματος, το 1959-60. Το όνομα «Ταμάλπαΐς» (οι Αμερικανοί συνήθως το προφέρουν «Τάμαλπάις», αποκαλώντας το βουνό και «Ταμ») προέρχεται από την τοπική ινδιάνικη φυλή των Μιγουόκ (Miwok): «tamal pajis» σημαίνει απλώς «δυτικός λόφος» στα Ινδιάνικα. Εγώ το απέδωσα σαν να ήταν ισπανικής προέλευσης, δηλαδή «Tamal pais» – τόπος, περιοχή, χώρα Ταμάλ – για το λόγο ότι η ετυμολογία αυτή επίσης αναφέρεται στη βιβλιογραφία, αλλά κυρίως γιατί αυτή η προφορά του ονόματος μού θυμίζει το «tu as mal du pays», δηλαδή το γαλλικό «έχεις και νιώθεις νοσταλγία». Θεωρώ πολύ πιθανό να ήταν πρόθεση και του ίδιου του Ντάνκαν να μας θυμίσει αυτό το «mal du pays» –με όλο το συναισθηματικό του φορτίο, με όλο του το φροϋδικό Besetzung.


[xxi] Κοινός τόπος των μοντερνιστών – δες και τα «λαμπυρίσματα της αναδυομένης» του Σεφέρη ή την επιφάνεια (epiphany) του Παπατζώνη στο τέλος της Ursa Minor.

*
Ορφέας Απέργης. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά του βρίσκονται μεταξύ άλλων στα περιοδικά Ποίηση, Ποιητική και Νέα Εστία από το 2006 και εξής. Από το 2013 γράφει κυρίως για το λογοτεχνικό περιοδικό Φάρμακο. Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, με τίτλο «Υ», κυκλοφόρησε το 2011.

Μαίρη Γιόση. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο (Καναδάς). Είναι αναπληρώτρια  καθηγήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, πέρα από το επιστημονικό και μεταφραστικό της έργο, έχει δημοσιεύσει πέντε ποιητικά βιβλία (τα δύο πρώτα με το όνομα Μαίρη Κάσου): Πασιφάη (1981), Τοπίο κατάβασης (1985), Ειδική διαδρομή (1990), Οι Γάμοι (1993) και Χαμηλός Ουρανός (2006).
Αντωνία Γουναροπούλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως διορθώτρια/επιμελήτρια, και έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές: Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013).
Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Βιβλία του: Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα (2001), Στα μέσα σύνορα (Πόλις), Το σύνδρομο Σταντάλ (Πόλις). Ζει στην Ιρλανδία.
Κατερίνα Ηλιοπούλου. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης, με πιο πρόσφατο το Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα (2015). Δημοσιεύει επίσης συχνά μεταφράσεις και κριτικά κείμενα. Διευθύνει το εξαμηνιαίο περιοδικό [ΦΡΜΚ].
Λένια Ζαφειροπούλου. Λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια μεταφράστρια. Βιβλία της: Paternoster Square (2012, βραβείο Αναγνώστη), Σκληρό να σκοντάφτεις σε πέτρες (2016). Μεταφράσεις της: Γκαίτε & Χάινε, Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά (2013), Σαίξπηρ Τα Σονέτα (2016).
Παναγιώτης Ιωαννίδης. Γράφει και μεταφράζει – ποιήματα, κυρίως, και δοκίμια. Βιβλία του: Το σωσίβιο (2008), Ακάλυπτος (2013), Πολωνία (2016). Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ, και επιμελείται τις ποιητικές αναγνώσεις “Με τα λόγια (γίνεται)”.
Λένα Καλλέργη. Έγραψε τα βιβλία ποίησης Περισσεύει ένα πλοίο (2016) και Κήποι στην άμμο (2010 – βραβείο πρωτοεφανιζόμενου ποιητή ‘Μαρία Πολυδούρη’) και συμμετείχε στα συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης Ομάδα Από Ποίηση (2010) και Ομάδα Από Ποίηση ΙΙ: Υπέρ Ονειρίας (2012). Έχει μεταφράσει ποίηση των G.Leopardi (Η νύχτα απομένει, 2013), L.Cernuda, κ.ά..
Στέργιος Μήτας. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Διδάσκει στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Έμμετρη Φυσική Ιστορία των Θεάτρων (2013).
Άρτεμις Μιχαηλίδου. Έχει διδακτορικό στη Μοντέρνα Αμερικανική Ποίηση από το Πανεπιστήμιο του Exeter, καθώς και μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή. Είναι Επίκουρος Καθηγήτρια στη Σχολή Ευελπίδων.
Χριστιάνα Μυγδάλη. Φιλόλογος και μεταφράστρια. Διδάσκει Ελληνικά, Λογοτεχνία και Στοιχεία Πολιτισμικής Ιστορίας. Ασχολείται συστηματικά με την ομαδική ανάγνωση ως θεραπευτική πρακτική.
Κώστας Πλησιώτης. Ποιητής και μεταφραστής. Τους τελευταίους μήνες ζει, σπουδάζει και γράφει στο Μπέρμιγχαμ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Θοδωρής Χιώτης. Eπιμελητής και μεταφραστής της ανθολογίας Futures: Poetry of the Greek Crisis (2015). Το έργο του έχει δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και ανθολογίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου