Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

φεβρουάριος 2022 _ η νέα ελλάδα στην ξένη ποίηση



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πώς προσέγγισαν την Νέα Ελλάδα –από το 1821 ώς τις μέρες μας– οι ξένες ποιήτριες και οι ξένοι ποιητές, από τον γεννημένο το 1792 Άγγλο Percy Bysshe Shelley ώς την 28χρονη σήμερα Κροάτισσα Marija Dejanović; Τι στάθηκε έμπνευσή τους, πέρα από τα αρχαία ίχνη;

Δεκαέξι μεταφραστ(ρι)ες της ποίησης πέντε γλωσσών (αγγλικά, βουλγαρικά, κροατικά, ρωσσικά και σουηδικά) μετέφρασαν και διάβασαν –στην διαδικτυακή εκδήλωση του «Με τα λόγια (γίνεται)» τον Μάρτιο 2021– ξένα ποιήματα για την Ελλάδα, γραμμένα μετά το 1821, με έμφαση στην Νεότερη εποχή της, ή σε όψεις της Αρχαίας Ελλάδας που έχουν επιβιώσει αλλά βρίσκονται πέραν της μυθολογίας και της τραγωδίας – δηλαδή όψεις που δεν έχουν γίνει κοινοί τόποι του παγκόσμιου πολιτισμού.

Το αφιέρωμα αυτό δημοσιεύθηκε εμπλουτισμένο με τέσσερα ακόμη ποιήματα στο τ. Φεβ. 2022 του "The Books' Journal", παρουσιάζοντας την Νέα Ελλάδα μέσα από 21 ποιήματα 17 ξένων ποιητριών και ποιητών, με χρονολογική σειρά: από τον 19ο ώς τον 21ο αιώνα.

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Percy Bysshe Shelley (Αγγλία, 1792-1822)

 

Ένας φιλέλληνας που συμπονά τους Τούρκους

 

«Είμαστε όλοι Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας, έχουν όλα τη ρίζα τους στην Ελλάδα». Γύρω από αυτό το φλογερό φιλελληνικό «πιστεύω» χτίζεται το μεγάλο –σε έκταση αλλά και φιλοδοξία– λυρικό δράμα «Ελλάς» [1], του μεγάλου Ρομαντικού ποιητή Πέρσι Μπις Σέλεϊ, στενού φίλου του Βύρωνα, γραμμένο με ενθουσιώδη ταχύτητα τον Οκτώβριο του 1821 στην Πίζα της Ιταλίας, τόπο μόνιμης κατοικίας του, και δημοσιευμένο τον Φεβρουάριο του 1822 στο Λονδίνο, με στόχο να κινητοποιήσει τη βρετανική κοινή γνώμη υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο Σέλεϊ γνωρίζει στην Πίζα τον εξόριστο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τη μικρή ελληνική παροικία γύρω από αυτόν. Στον Μαυροκορδάτο, μάλιστα –τον μετέπειτα πολιτικό και στρατιωτικό της Ελληνικής Επανάστασης–, θα αφιερώσει και το ποίημά του. Ακούει με απληστία τα νέα που φτάνουν στην Πίζα από την επαναστατημένη Ελλάδα, ενθουσιάζεται, ανησυχεί, φοβάται, ονειρεύεται, φλέγεται: εξιστορεί με ομηρική γλαφυρότητα και φρενιτιώδη ρυθμό τα συμβάντα της Ελληνικής Επανάστασης, μέσα από τα μάτια των ηττώμενων Τούρκων, και τραγουδάει με διάφανο λυρισμό τη «διαύγεια που είναι η Ελλάδα», η αρχαία αλλά και η νέα, που «μέλλει να ακολουθήσει στα χνάρια των προγόνων», κι ας είναι ακόμα αβέβαιη η έκβαση της Επανάστασης. Προφητεύει μάλιστα τη νίκη των Ελλήνων κατά του δυνάστη τους ήδη από το 1821, όταν η επιτυχία της Επανάστασης φαντάζει μάλλον απίθανη. Πρόκειται, κατά έναν τρόπο, για μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: όσο περισσότεροι Ευρωπαίοι βλέπουν τους Νεοέλληνες ως ήρωες, τόσο πιο πιθανό γίνεται να επικρατήσουν αυτοί έναντι των Τούρκων.

Για τον Σέλεϊ η Ελληνική Επανάσταση είναι κυρίως μια πνευματική και κοινωνική επανάσταση, η επανάσταση ενός λαού κατά ενός απολυταρχικού μονάρχη (του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄) και όχι τόσο μια στενά εθνικιστική επανάσταση.

Γι’ αυτό και προτάσσει στο ποίημα μια εισαγωγή που μοιάζει με προκήρυξη πολιτικών φρονημάτων, σε πολεμικό, φλογερά ενθουσιώδη τόνο:

«Η απάθεια των κυβερνώντων του πολιτισμένου κόσμου έναντι της καταπληκτικής αυτής συγκυρίας όπου οι απόγονοι του έθνους στο οποίο χρωστούν τον πολιτισμό τους αναγεννώνται από την τέφρα των ερειπίων τους, μοιάζει εντελώς ανεξήγητη στα μάτια του απλού θεατού των συμβάντων της μοιραίας αυτής σκηνής. Είμαστε όλοι Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας, έχουν όλα τη ρίζα τους στην Ελλάδα. Αν δεν ήταν η Ελλάδα, η Ρώμη –διδάσκαλος, κατακτητής, ή και μητρόπολη των προγόνων μας– δεν θα έφερνε καμία φώτιση μοναχά με τα όπλα της, και μπορεί ακόμα να ήμασταν βάρβαροι κι ειδωλολάτρες· ή, ακόμα χειρότερα, μπορεί να φτάναμε στη στασιμότητα και την ένδεια των κοινωνικών θεσμών που χαρακτηρίζουν την Κίνα και την Ιαπωνία.

Η ανθρώπινη μορφή και ο ανθρώπινος νους άγγιξαν στην Ελλάδα μια τελειότητα που εντυπώθηκε ως εικόνα σε αυτά τα αψεγάδιαστα δημιουργήματα, τα θραύσματα των οποίων κάνουν την νεότερη τέχνη ν’ απελπίζεται, μια τελειότητα που μετέδωσε ερεθίσματα και ώσεις που δεν θα πάψουν ποτέ, μέσα από χιλιάδες αγωγούς φανερής ή αδιόρατης λειτουργίας, να εξευγενίζουν και να τέρπουν την ανθρωπότητα μέχρι τον αφανισμό του είδους».

Εδώ βρίσκεται η πρώτη διατύπωση της περίφημης φράσης «Είμαστε όλοι Έλληνες», μιας φράσης που τόσες φορές και σε τόσο διαφορετικές περιπτώσεις έχει έκτοτε χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει η ανθρωπότητα την αλληλεγγύη της προς διάφορα έθνη, μειονότητες και άλλες ομάδες που βρίσκονται υπό διωγμό – βλέπε, ως ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα, και το γαλλικό «Nous sommes tous Charlie» [Είμαστε όλοι Σαρλί], σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους δημοσιογράφους που έπεσαν θύματα της επίθεσης τζιχαντιστών στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo, στο Παρίσι, τον Ιανουάριο του 2015, μιας επίθεσης που επανήλθε στην επικαιρότητα με τον πιο φρικτό τρόπο όταν, τον Οκτώβριο του 2020, αποκεφαλίστηκε Γάλλος καθηγητής μέσης εκπαίδευσης επειδή έδειξε στους μαθητές του τα σκίτσα του Charlie που σατίριζαν τον Μωάμεθ, και, εν συνεχεία, αναζωπυρώθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ κοσμικού γαλλικού κράτους και Μουσουλμάνων, με τον πρόεδρο Μακρόν να αναρτά γιγαντιαίων διαστάσεων σκίτσα του Charlie στις προσόψεις πολλών δημόσιων κτιρίων στη Γαλλία.

Μεγάλη η απόσταση από την Πίζα του 1821 στο Παρίσι του 2015 και του 2020, αλλά ίσως μικρότερη απ’ όσο νομίζουμε.

Αυτό με έκανε να θέλω να σας διαβάσω κάτι από τον Σέλεϊ σήμερα – η αίσθηση ότι, αντίθετα απ’ ό,τι λέει ο ίδιος στο τέλος του δραματικού του ποιήματος, ο κόσμος δεν έχει καθόλου κουραστεί να ζει στα περασμένα, ή, αν έχει κουραστεί, δεν μπορεί παρά να τα ξαναζεί, καταδικασμένος να τα επαναλαμβάνει καθηλωτικά.

Και, σε σχέση με αυτήν την καθήλωση, κάτι ενδιαφέρον κομίζει ο Σέλεϊ από τα βάθη του μεγαλορρήμονος Ρομαντισμού του.

Ακολουθώντας τους Πέρσες του Αισχύλου και προτάσσοντας ως προμετωπίδα μια φράση από τον Οιδίποδα του Σοφοκλή, ο Σέλεϊ κάνει απόλυτα σαφές ότι τον κινεί και τον συγκινεί ο δεσμός των σύγχρονων Ελλήνων με τους αρχαίους προγόνους. Επιβεβαιώνοντας αλλά και προεκτείνοντας την πνευματική σύλληψη του Winckelmann [2] και όλων των λοιπών Γερμανών του Νεοκλασικισμού, που είδαν τα αρχαία μνημεία ως κάτι σύγχρονο, ως κάτι που έπρεπε να μελετηθεί συστηματικά, ο Σέλεϊ βλέπει «στα αρχαία μνημεία τη σύγχρονη θλίψη», αλλά και τη δυνατότητα της επαναμάγευσης, της μυθο-ποίησης, στην οποία τόσο πιστεύουν οι Ρομαντικοί. Η αρχαιότητα είναι γι’ αυτόν –που μόλις έχει γράψει το μείζον ποίημα Adonais (δηλαδή Άδωνις) για τον πρόωρα χαμένο φίλο του, τον John Keats, και λίγο πριν, τον Προμηθέα Λυόμενο, πάλι στα χνάρια του Αισχύλου– ζωντανή, απτή πραγματικότητα, αλλά και μύθος, ο μείζων μύθος που μπορεί να μας αποκαλύψει την πραγματική ζωή. Οι αναφορές στην αρχαία μυθολογία και ιστορία κατακλύζουν ολόκληρο το έργο του. Και η σύνδεση, αν όχι ταύτιση, των αρχαίων με τους νέους Έλληνες, που μιλούν την ίδια γλώσσα και κατοικούν, ως τοποτηρητές του αρχαίου πνεύματος, τα ίδια μέρη, είναι μια πράξη σχεδόν φυσική για τον Σέλεϊ και τους Ρομαντικούς. Η σύγχρονη «Αρκαδία» , η νέα Ελλάδα με την παραμυθένια φύση και τα εγκατεσπαρμένα ερείπια, είναι γι’ αυτούς η πιο μεστή, η πιο οριστική διαφυγή από τον στείρο κόσμο των κοινωνικών συμβάσεων και των τεχνολογικών επιτεύξεων – και η καλύτερη αφορμή για την ανικανοποίητη νοσταλγία, για το αγγλικό yearning, το γερμανικό Sehnsucht· μια νοσταλγία για τον αρχέγονο όλβο, τη μακάριο ευτυχία που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να γευτούμε ξανά. 

Απόρροια, σχεδόν, αυτής της μυθοποιητικής αρχαιολατρίας είναι και η ποιητική διατύπωση στο δράμα «Ελλάς», για άλλη μια φορά από τον Σέλεϊ, της κατασταλαγμένης πλέον αθεΐας του και της εχθρότητάς του προς κάθε μορφή εκκλησιαστικά οργανωμένης θρησκείας. Δεν είναι η Χριστιανοσύνη η κατάληξη που προφητεύει ο εξόδιος χορός, αλλά η «Κρόνιος ευτυχία», δηλαδή η επάνοδος σε μια εποχή «πριν από τους θεούς» και την έριδα που αυτοί εγκαινίασαν:

 

«Κρόνος και Έρως ξαναφέρνουν νέα ήθη,

πιο καλοί κ’ αγαθοί

από τον Έναν που αναστήθη

κι απ’ τους θεούς που πέσαν ή επιζήσανε στη γη:

Ούτε αίμα, ούτε χρυσάφι τους βωμούς τους δεν προικίζει,

μονάχα δάκρυα σπονδής και ό,τι το άνθος συμβολίζει».

 

Ο ποιητής γίνεται ακόμα πιο σαφής στις σημειώσεις που συνοδεύουν το ποίημα. Παρ’ όλο που εκφράζει τον θαυμασμό του για την ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού και το μεγαλείο του μαρτυρίου του, αρνείται να αποδεχθεί τον χριστιανικό Θεό που επιμένει να βασανίζει τους ανθρώπους που ο ίδιος δημιούργησε. Τα σχετικά χωρία είχαν, βεβαίως, φρονίμως αφαιρεθεί από τον εκδότη Ollier, όμως αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος του έργου.

Άρα είναι σαφές ότι ο Σέλεϊ εχθρεύεται, ή, πιο έντονα, πραγματικά βδελύσσεται και τον χριστιανικό φονταμενταλισμό – καταδικάζει, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του συρμού, τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Έλληνες και Τούρκοι, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι –παρά την μυθοποιητική αγάπη του για την αρχαία Ελλάδα– παρουσιάζονται ως φριχτά εναγκαλισμένοι σε έναν χορό θανάτου.

Να πώς περιγράφει ο υπασπιστής του Σουλτάνου μια ναυμαχία μεταξύ Χίου και Σάμου:

 

Ήμουν κι εγώ εκεί,

τη μέρα της ντροπής. Ο στόλος των Ελλήνων

κατέβαινε απ’ το βορρά στο πρώτο φως της μέρας,

κι έπλεε πάνω στον ορίζοντα πλήθος από καράβια,

τόσα όσα οι γερανοί στον άνεφο άνεμο της Θράκης.

Η μοίρα μας μετέφερε δέκα χιλιάδες άντρες

προς Ναύπλιο, όταν η ναυμαχία

άναψε. –

Πρώτα μέσα απ’ των κανονιών μας το χαλάζι

τα σβέλτα υδραίικα μπάρκα με κοντό πανί

χυμήξανε: – πλοίο με πλοίο, κανόνι με κανόνι, άντρας

μ’ άντρα παλεύανε πολεμικά αγκαλιασμένοι, αξεχώριστοι

εξόν από το θάνατο ή τη νίκη.

Η τρικυμία της λυσσασμένης μάχης τάραζε

ως μες στα κρυσταλλένια βάθη τους τα άσπιλα νερά

κι έσειε τον ουράνιο θόλο των χρυσών νεφών

που στηριζόταν πάνω σε εκατό γαλαζονήσια. 

Στα σύντομα διαλείμματα απ’ το κανονίδι,

μία κραυγή συλλογική απ’ το θύτη κι απ’ το θύμα

ακούγονταν, και ένα σύννεφο αφανισμού ετύλιγε

το απρόοπτο συμβάν, ώσπου ο βοριάς

δυνάμωσε απ’ τη μεριά της θάλασσας και σήκωσε το βέλο

της κάπνας του πολέμου – κι ύστερα, ζήτω η νίκη!

Γιατί νομίζαμε ότι τρεις φρεγάτες απ’ τ’ Αλγέρι

ερχόντουσαν απ’ τη μεριά της Νάξου να βοηθήσουν, όμως

είδαμε ξαφνικά να λάμπει ο αποτρόπαιος σταυρός

ξοπίσω και μπροστά κι ανάμεσά μας – σύμβολο θανάσιμο,

που στράγγιξε με τις αχτίδες του τη δύναμη της μουσουλμανικής καρδιάς,

όπως ο ήλιος ρουφάει τη δροσιά. –Τι άλλο να πω; Το βάλαμε στα πόδια!–

Το μονοπάτι του μεσημεριού έλαμπε μέσα στον αφρό τον ματωμένο,

κι η αντηλιά απ’ τα πλοία έκανε τον ήλιο να χλωμιάζει:

μέσα στο άγριο φως οι ίσκιοι των πανιών 

γίνονταν κόκκινο του αίματος,

και σβήνανε οι όψεις των προσώπων. Ήτανε καράβια

που τάιζαν την αχόρταγη φωτιά, ως κάτω στα ίσαλα τους·

άλλα ανατιναγμένα· και άλλα βαριά

βουλιάζανε· και των συντρόφων τα ουρλιαχτά πεθαίναν στον αέρα,

που πέρα μακριά μάς πήγαινε γοργά,

και τα ’φερνε σε μας αφού είχαν πεθάνει. Χάθηκαν εννιά χιλιάδες!

Τους γύπες είδαμε, λεγεώνα του ουρανού, πάνω νερά

πηγαίνοντας στο χείμαρρο του μολυσμένου ανέμου·

σκούζοντας κατεβαίνανε απ’ τις κορφές των βράχων,

σκίζαν την κάπνα από το θειάφι του πολέμου και σταλιάζανε

καθένας πάνω σε κουφάρι αγαπημένο που κολύμπαε στο αίμα,

σαν την καταραμένη του ψυχή ή σαν τον άγγελό του,

άγγελος εξολοθρευτής στον κόρφο της θαλάσσης.

Είδαμε και τον σκύλο να ’ρχεται γοργά, να κάτσει στο τραπέζι. [3]

Ξύπνησε άγρια χαρά της θάλασσας τον άφωνο λαό,

κι η αδηφάγα Πείνα βγήκε απ’ το θαλάμι της

να κατοικήσει με τον πόλεμο, μ’ εμάς και την απελπισιά μας.

Μας βρήκε η νύχτα ώρες τρεις στα δυτικά της Πάτμου,

 και με τη νύχτα η θύελλα – 

 

Θύτες και θύματα δεν διαφέρουν πια και τόσο, καθώς ο υπασπιστής περιγράφει τον όλεθρο που σκόρπισε ο ελληνικός στόλος στις τάξεις των Τούρκων.

Δεν μοιάζει και τόσο φιλελληνική αυτή η περιγραφή, αφού η τραγωδία που επιφυλάσσει ο πόλεμος για τους Τούρκους περιγράφεται με όλη την ποιητική μαστοριά του Σέλεϊ – είναι μια μαστοριά που ξεχειλίζει από συμπόνια, από πόνο για το «κοινόν» των ανθρώπων.

Οπότε, η πραγματικότητα του πολέμου, η φρικιαστική βία, κάνει τις αδρές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ πιστών και απίστων, χριστιανών και βαρβάρων –τις οποίες, σχεδόν από κεκτημένη ταχύτητα, φαίνεται γενικά να υπερασπίζεται ο Σέλεϊ– να μοιάζουν πλέον χονδροειδώς αφελείς.

Ο Σέλεϊ είναι φιλελεύθερος, όμως ο φιλελευθερισμός του, η φλογερή αγάπη του για την ελευθερία, δεν έχει εθνικό αλλά ταξικό πρόσημο. Περισσότερο δηλαδή θαυμάζει την όποια επανάσταση ως έναν ξεσηκωμό των κοινωνικά καταπιεσμένων εναντίον των καταπιεστών τους. Σε μια άλλη παράγραφο της εισαγωγής του στο ποίημα «Ελλάς», την οποία επίσης αφαίρεσε (!) ο εκδότης Ollier, ο Σέλεϊ γράφει:

 

«Αν ποτέ και ο αγγλικός λαός κερδίσει την ελευθερία του, θα ανακαλεί τον ρόλο που διαδραματίζουν σε αυτό το δράμα αναβίωσης της ελευθερίας [4] εκείνοι οι οποίοι θεωρούν ότι εκπροσωπούν την θέλησή του, με αισθήματα που οι τελευταίοι θα όφειλαν να έχουν προβλέψει. Η τωρινή εποχή είναι εποχή πολέμου των καταπιεσμένων εναντίον των καταπιεστών τους, και κάθε ένας από αυτούς τους αρχισυμμορίτες των προνομιούχων συμμοριών δολοφόνων και απατεώνων, που ονομάζονται Ηγεμόνες, ζητούν βοήθεια ο ένας απ’ τον άλλον εναντίον του κοινού εχθρού και αναβάλλουν τις έριδές τους ευρισκόμενοι ενώπιον υπέρτερου φόβου. Αυτής της ιεράς συμμαχίας [5] όλοι οι δυνάστες της γης αποτελούν κατ’ ουσίαν μέλη. Όμως ένα νέο γένος ανθρώπων έχει κάνει την εμφάνισή του παντού στην Ευρώπη, αναθρεμμένο ώστε να απεχθάνεται τις ιδέες που αποτελούν τα δεσμά του, και αυτό το γένος θα συνεχίσει να παράγει νέες κι ακμαίες γενιές ώσπου να εκπληρώσει το πεπρωμένο που οι τύραννοι προβλέπουν και τρέμουν».

 

Τι παραπάνω θα περιείχε το μανιφέστο ενός ριζοσπάστη σοσιαλιστή; Αξίζει να σημειωθεί ότι την παράγραφο αυτή επανέφερε στη θέση της ο Buxton Forman 70 χρόνια αργότερα (!), για την έκδοση των Ποιητικών Απάντων του Σέλεϊ, το 1892.

Η λύση για τον σκεπτόμενο φιλελευθερισμό –και άρα για τον σκεπτικιστικό φιλελληνισμό–  του ποιητή δεν είναι τελικά ο διαχωρισμός σε πιστούς και αμαρτωλούς, άμωμους και μιάσματα, Χριστό και Σατανά – γι’ αυτό και ο φαουστιανής έμπνευσης ποιητικός Πρόλογος του δράματος, όπου ο Χριστός εμφανίζεται να μιλά υπέρ των εξεγερμένων Ελλήνων και ο Σατανάς εναντίον τους, αφαιρέθηκε από τον ποιητή πριν φτάσει το χειρόγραφο στο τυπογραφείο.

Άρα τι κομίζει ο Σέλεϊ για τη νεότερη, αλλά και την εντελώς πια «σύγχρονη» Ελλάδα μας;

Ίσως κάπως απροσδόκητα για έναν φλογερό Ρομαντικό, μας δείχνει έναν δρόμο καταλλαγής, μετριασμού των εθνικών παθών. Είναι ένα έμμεσο κάλεσμα προς έναν νέο κατευνασμό, όπου δεν ωφελεί να τονίζουμε τα όρια αλλά τη διαπερατότητά τους – όχι το απαραβίαστο αλλά το πολλαπλώς και αναπόδραστα παραβιαζόμενο των συνόρων μας από στρατιές κατατρεγμένων, καθώς ο κόσμος ολόκληρος τείνει να γίνει ένας.

 

Σημειώσεις

[1] Το λυρικό δράμα «Ελλάς» του Percy Bysshe Shelley κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Gutenberg, στην νέα μετάφραση του Ορφέα Απέργη.

[2] Johann Joachim Wincklemann [Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν], μείζων ιστορικός της τέχνης, 1717-1768, που πρώτος συστηματοποίησε τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής τέχνης, ασκώντας βαθιά επιρροή όχι μόνον στην αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης, αλλά και στη ζωγραφική, τη λογοτεχνία, ακόμα και τη φιλοσοφία. Το έργο του Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης (1764) έγινε σημείο αναφοράς, επηρεάζοντας τους Χέρντερ, Γκαίτε, Χαίλντερλιν, Χάινε, Νίτσε, Σπένγκλερ, και οδηγώντας έτσι σε αυτό που η Eliza Butler ονόμασε το 1935 «τυραννία της Ελλάδας επί της Γερμανίας».

[3] «Είδαμε και τον σκύλο…»: Εννοεί το σκυλόψαρο.

[4] Εννοεί την Ελληνική Επανάσταση.

[5] Η Ιερά Συμμαχία είχε ιδρυθεί τον Σεπτέμβριο του 1815, την επαύριον της ήττας του Ναπολέοντα στο Βατερλώ, με συνθήκη την οποία υπέγραφαν οι Ρωσία, Αυστρία και Πρωσία· δεδηλωμένος στόχος της ήταν η επικράτηση του Χριστιανισμού ως βάσης των διεθνών σχέσεων. Για τους ανά την Ευρώπη φιλελεύθερους, αποτελούσε επιτομή του αντιδραστικού κλίματος που μάστιζε την Ευρώπη στους χρόνους μετά τον Ναπολέοντα.

 

– μτφρ., παρουσίαση, σημειώσεις: Ορφέας Απέργης

 

*


 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Elizabeth Mayhew Waller Edmonds (Αγγλία, 1821-1907)

 

Υπόθεση Dr. AssinderMrs. Edmonds

 

Το ποίημα που επέλεξα να μεταφράσω στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση είναι γραμμένο από μια Αγγλίδα περιηγήτρια, συγγραφέα και μεταφράστρια που γεννήθηκε το 1821! Η κυρία Έντμοντς –κατά κόσμον Ελίζαμπεθ Μαίυχιου– υπήρξε το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής της ερευνήτριας και φίλης μου Dr. Smele Assinder, της οποίας τη δουλειά παρακολούθησα με ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή. Οι χρυσές κλωστές που συνδέουν αυτές τις δυο γυναίκες είναι η αγάπη τους για την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό, καθώς και η επιμονή τους να μελετούν τα Νέα Ελληνικά σε καιρούς που –για διαφορετικούς λόγους– η έρευνα και οι σπουδές στρέφονται προς τα κλασσικά γράμματα.

Το συγκεκριμένο ποίημα λειτουργεί ως επίγραμμα σε ένα από τα μυθιστορήματα της κυρίας Έντμοντς με τίτλο Amygdala (1894), του οποίου κεντρική ηρωίδα είναι μια νεαρή Ελληνίδα, κόρη ιερέα, που παίρνει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση μεταμφιεσμένη σε άντρα! Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή ένα μαρμάρινο ανάγλυφο που ανακαλύφθηκε το 1888, από όπου αναδύεται η θεά Αθηνά πενθούσα, θρηνούσα, ή έστω σκεπτική. Ίσως το πώς ένιωσε η συγγραφέας όταν την είδε να μας θυμίζει κάτι από την Αθήνα τη σημερινή.



Η Αθηνά, που μ’ ένα σύννεφο σκιά στο μέτωπό της

Εκείνη που στο μεγαλείο της γαλήνια μοιάζει μα και σκυθρωπή

Πολλάκις είδαμε το γαλανό το βλέμμα το λαμπρό της

Νηφάλια να καθρεφτίζει της σοφίας την ισχύ
Και τώρα από το σκαλισμένο μάρμαρο προβάλλει

Που μες στη γη κειτόταν προσδοκώντας χρόνια

Κοίτα, η θεά, στεφανωμένη με κορώνα

Θλιμμένη όψη, γέρνει το κεφάλι.

 

Σαν όραμα προφητικό παρουσιάσθη

Εμπρός στα μάτια εκείνου που στην Τέχνη η χαρά του αφθονεί

Και σήκωσε τη φοβερή του σμίλη ακούσια να καταγράψει

ότι τριγύρω ερημιά επικρατεί

κι ενώ περίμενε αντήχηση παιάνων

κλάμα πικρό και γοερό αντιλαλεί;

 

– μτφρ., παρουσίαση: Χριστιάνα Μυγδάλη

 

*


 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

Oscar Wilde (Ιρλανδία, 1854-1900)

 

IMPRESSION DU VOYAGE

 

Νερά σαπφείρινα κι ο ουρανός

έκαιγε στον αιθέρα σαν οπάλι.

Με ούριο άνεμο σηκώσαμε πανιά

για της Ανατολής τα γαλανά τα κάλλη.

Το μάτι μου απ’ την πλώρη αγκαλιάζει

ζακυνθινούς κολπίσκους κι ελαιώνες,

τον βράχο της Ιθάκης, του Λυκάονα

τις κορφές γεμάτες χιόνια και της Αρκαδίας

τους ανθόσπαρτους λειμώνες.

Πανί που στο κατάρτι κυματίζει,

ο παφλασμός του κύματος στο πλάι,

των κοριτσιών τα γέλια από την πρύμνη

κι όλα τα υπόλοιπα σιωπή:

- σαν άρχισε η Δύση να φλογίζει

κι ο ήλιος κόκκινος τη θάλασσα να αγγίζει,

πάτησα επιτέλους σε γη ελληνική.

 

 

~

 

 

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 

Τα λαξευτά σκαλιά έχουν πνίξει οι παπαρούνες κι οι τσουκνίδες:

δεν ψάλλει πια ο ποιητής με αθάνατο στεφάνι της ελιάς

το ευφρόσυνο τραγούδι του, ούτε οι κραυγές της Τραγωδίας σκίζουν

τον αέρα· γλυκά τα άγουρα στάχια κυματίζουν

εκεί που με ρυθμό ζωηρό κινούνταν κάποτε ο Χορός·

ο οίνοψ πόντος πέρα στην Ανατολή,

βράχια χρυσά που γίναν της Δανάης η φυλακή·

και χαμηλά στο βάθος το βεβηλωμένο Άργος.

 

Δεν είναι η ώρα να θρηνείς το παρελθόν,

πώς ένα έθνος ναυαγεί απ’ τον Χρόνο τσακισμένο,

ή πώς στις τρικυμίες της Μοίρας έχουν όλα αφανιστεί.

Τώρα έξω απ’ την πόρτα μας κραυγάζουν οι λαοί,

ο κόσμος γέμισε έγκλημα, κρίματα και πανούκλα

και για το Χρήμα ώς κι ο Θεός θα εκθρονιστεί!

 

 

Ο Όσκαρ Ουάιλντ ήρθε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1877, κάνοντας ένα διάλειμμα από το κολέγιο Μώντλιν της Οξφόρδης, όπου σπούδαζε εκείνη την εποχή κλασική φιλολογία. Αν και η ιδιότητα του κλασικού φιλολόγου δεν είναι η πρώτη που μας έρχεται στο νου όταν ακούμε το όνομά του, οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι σε ηλικία δώδεκα ετών μπορούσε να απαγγέλλει Όμηρο από στήθους, ενώ η ποιήτρια μητέρα του διάβαζε στο σαλόνι της τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου από το πρωτότυπο. Το πρώτο ποίημα λέγεται ότι γράφτηκε στο πλοίο που τον μετέφερε από την Ζάκυνθο στο Κατάκολο της Ηλείας για να μεταβεί εν συνεχεία στην Ολυμπία· το δεύτερο, κατά την επίσκεψή του στο αρχαίο θέατρο του Άργους. Άλλοι σταθμοί του ταξιδιού του ήταν η Ανδρίτσαινα, ο ναός του Απόλλωνα στις Βάσσες, το Ναύπλιο, η Αίγινα, η Αθήνα, οι Μυκήνες. Επιστρέφοντας στο κολέγιο με τριών εβδομάδων καθυστέρηση, τιμωρήθηκε και έχασε το εξάμηνό του. «Με απέβαλαν από την Οξφόρδη», είπε θυμωμένος, «επειδή ήμουν ο πρώτος προπτυχιακός φοιτητής που επισκέφτηκε  την Ολυμπία». Στην, κατά τόπους ελεύθερη, μετάφρασή μου, διατήρησα τα κεφαλαία του πρωτοτύπου σε αφηρημένες έννοιες όπως ο Χρόνος ή η Μοίρα, από σεβασμό προς την ρομαντική παράδοση του 19ου αιώνα.

 

– μτφρ., παρουσίαση: Όλγα Παπακώστα

 

*


 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Hjalmar Gullberg (Σουηδία, 1898-1961)

 

ΜΕ ΑΚΡΟΔΑΧΤΥΛΑ ΔΕΙΛΑ

 

 Ο Ερμής στην Ολυμπία

 

Με ακροδάχτυλα δειλά περιδιαβαίνω

το πρόσωπο του θεού, κλείνω τα μάτια

γιατί τόση ομορφιά τυφλώνει,

μα κι από σεβασμό. Αγγελιαφόρε,

σε ποια στροφή του χρόνου ξεσκλίστηκε το χέρι σου;

Πού έχασες της φτέρνας τα φτερά; Πότε κατέπεσε ο ναός;

Εκεί που ιερή αιδώς τον ξένο κυριεύει,

ανασηκώνεται με τσακισμένη λάμψη η γυμνότη σου

απ’ τα συντρίμμια. Ένας θεός νοιάζεται

να κρατήσει την πρέπουσα απόσταση από τον θνητό.

 

Απ’ το πηγούνι ως τα ζουμπούλια των σγουρών μαλλιών

με μια αφή τυφλού που έκανε δικαίωμα το άγγιγμα

αχνάγγιξαν τα χέρια μου το μαρμαρένιο

μάγουλό του, κινήθηκαν απάνω στην καμπύλη των χειλιών,

αναζητώντας τη λέξη που ’κλειναν πίσω τους.

Τι αποδείξεις έχουμε ότι τ’ αγάλματα είναι νεκρά

άλλο απ’ το κομμάτιασμά τους, την παγερή τους την απόσταση;

Ποιος ξέρει πόσο ακόμη ζουν μέσα στην πέτρα;

Αν θέλουν να μας δώσουν ύστατο μήνυμα

πρέπει εμείς να πάμε να τα βρούμε, μεσοστρατίς.

 

Έτσι κι εγώ στα νιάτα μου ταξίδεψα στην Ολυμπία

ν’ ανταμωθώ με τον απεσταλμένο της αιωνιότητας.

Βοηθημένος απ’ τους δέκα ιχνευτές,

ανάερους σαν πεταλούδες, γοργούς

σαν σαύρες στα χαλάσματα, ρώτησα τον ωραίο

οδηγητή των σκιών τι ήταν αυτό που γνώριζε

το γελαστό του στόμα. Μα η απάντησή του

απόμεινε στον κάτω κόσμο. Τι να ’καναν τα χέρια μου;

Μονάχα, έρμα, έρχονται τα δυό χέρια μου

πίσω σε μένα. Η παγωνιά τους με τρομάζει.

                                       

(Από τη συλλογή Νεκρικό Εκμαγείο και Παράδεισος, 1951)

 

 ~

 

ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑ

 

Σκηνές μικρές μένουν στη μνήμη.

Κοιμήθηκα καθώς περίμενα πρωινό συρμό

για λίγη ώρα στο χορτάρι πλάι στον Αλφειό.

 

Κι όταν ξανάνοιξα τα βλέφαρά μου,

τ’ αγόρι στέκονταν ορθό μπροστά μου με μανδύα βοσκού.

Έδιωχνε πέρα το σκυλί του μ’ ένα χοντρό ραβδί.

 

Στο σύντομο που είδα όνειρο είχα βρεθεί

χιλιάδες μίλια μακριά απ’ τον Αλφειό,

έτσι που στην αρχή πίστεψα πως και τ’ αγόρι ήταν όνειρο.

 

Μα ήταν αληθινό, είχε γεννηθεί πλάι σε ποτάμι ελληνικό.

Το βλέμμα του γεμάτο απορία όπως βρισκόταν

μπροστά σε ξένον άντρα που κοιμόταν.

 

Να μάθει ήθελε από τα πού είχα ’ρθεί

κι ονόματα από χώρες μακρινές,

που στο δικό του τόπο δεν τις είχε ακούσει.  

 

Η φλόγα η καθάρια, η ψυχή της Ελλάδος,

έκαιγε στη ματιά του καθώς μ’ αποχαιρέτα.

Βιόλες έλαμπαν γύρω στη γυμνή του φτέρνα.

 

Μια σύντομη συνάντηση στην άκρη άλσους ιερού...

Έφυγα με το τραίνο στο πρώτο φως του πρωιού.

Κι αυτός με το σκυλί του τράβηξε ίσα κάτω στο ποτάμι.

 

 

(Από τη συλλογή Αγάπη στον εικοστό αιώνα, 1933)

 

Ο Γιάλμαρ Γκούλμπεργ γεννήθηκε το 1898. Μια από τις πιο σημαντικές και ιδιόρρυθμες φωνές στη σουηδική ποίηση του 20ού αιώνα. Δύσκολος και ταυτόχρονα προκλητικά δημοφιλής, με βαθειά κλασσική και λογοτεχνική παιδεία, μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας, υπήρξε ένας εξαιρετικός μάστορας του στίχου, που υπονόμευσε εκ των ένδον τον παραδοσιακό λυρισμό. Ταυτόχρονα κι ένας ευαίσθητος μεταφραστής πολύ διαφορετικών ποιητών – από Jimenez, Lorca και Gabriela Mistral μέχρι και Calderon και Ρωμανό το Μελωδό, και γάλλους κλασσικούς. Ένας μοναδικά δικός του ”ελληνισμός” συνέχει εντούτοις διαρκώς τα ενδιαφέροντά του κι όλο του το έργο. Πέρα από μεταφράσεις αρχαίου δράματος, ο Gullberg άφησε θαυμάσιες μεταφράσεις από Σικελιανό, Καβάφη και Σεφέρη. Κι αυτοί με τη σειρά τους άφησαν αναγνωρίσιμα σημάδια στην τέχνη του. Ο Gullberg αυτοκτόνησε τον Ιούλιο του 1961.

 

– μτφρ., παρουσίαση: Μέμη Μελισσαράτου

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Kay Boyle (ΗΠΑ, 1902-1992)

 

 

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Το Σαββατοκύριακο, η επένδυση ενός καναπέ αντικαταστάθηκε

Στο λόμπι, το επιβλητικό λόμπι του ξενοδοχείου Ακροπόλ Παλλάς.

Ένας φοιτητής, εκεί μεταφερμένος την αυγή, είχε μέχρι θανάτου αιμορραγήσει,

Μέχρι θανάτου αιμορραγήσει πάνω στο μπροκάρ. Έως το μεσημέρι στο λόμπι,

Το κλασικό λόμπι, όπου περιοδικά πωλούνται, το μαρμαρένιο δάπεδο

Είχε καθαριστεί από κάθε ίχνος, από κάθε ίχνος. Στο λόμπι

Εισαγόμενα αρώματα και ξένες εφημερίδες μπορούν ν’ αγοραστούν, και έως το μεσημέρι

Το μάρμαρο είχε καθαριστεί από την αντανάκλαση του προσώπου του φοιτητή

Που ξεψυχούσε. Αθηναίοι και τουρίστες πέρασαν το βράδυ στα

Συνηθισμένα νυχτερινά κέντρα, στα τυπικά μέρη, λέγοντας –

 

Λέγοντας τι;

            Όταν τα φώτα του δρόμου κρέμονται από αιωρούμενα καλώδια

            Και φωνές στο σκοτάδι κραυγάζουν, «Ταϊλάνδη, Ταϊλάνδη»,

            Τι μπορεί να συζητηθεί σε νυχτερινά κέντρα,

            Στα τυπικά μέρη; Όταν φωνές

            Που δεν έχουν ακόμη γνωρίσει τον τρόμο κάνουν

            Το κάλεσμά τους από τα οδοφράγματα,

            «Γονείς, ενωθείτε μαζί μας! Είμαστε τα παιδιά σας!

            Δίνουμε τη μάχη για σας! Μη μας αφήσετε να σκοτωθούμε!»

            Τι απαντήσεις μπορούν να δοθούν στα τυπικά

            Μέρη, στο βεβηλωμένο λόμπι

            Όπου ένας φοιτητής μέχρι θανάτου αιμορράγησε πάνω στο μπροκάρ;

 

«Πήρα τη ζωή και την αντιμετώπισα», απαντά ο Νερούδα μειλίχια∙

«Και την κέρδισα και κατόπι διέσχισα

Τη σήραγγα των ορυχείων

Για να δω οι άλλοι άνθρωποι πώς ζουν…

Όταν βγήκα, με τα χέρια μου λεκιασμένα

Από σκουπίδια και θλίψη, σήκωσα

Τα χέρια μου ψηλά και τα έδειξα στους στρατηγούς,

Και είπα: “Δεν έχω μερίδιο στο έγκλημα αυτό”».

 

Μας έχουν ειπωθεί πολλά πράγματα, πολλά πράγματα,

Από τους σοφούς, από εκείνους που διαβάζουν βαθιά, βαθιά στα βιβλία,

Και, διαβάζοντας, ίσως χάνουν το άξαφνο, άγριο πέρασμα των φτερών

Κατά το σούρουπο, χάνουν τ’ άσπρα φανάρια της μανόλιας, αναμμένα στο κλαδί,

Τα αγιοκέρια του πεύκου να τρεμοπαίζουν μπρος απ’ τον βωμό της νύχτας,

Χάνουν το κόρωμα των χειμερινών κουκουναριών που τ’ ανοίγει στα δυο η αυγή, και το πράσινο,

Το αξεθώριαστο πράσινο της ελιάς κάτω απ’ τον θόλο των φύλλων της.

Οι σοφοί έχουν πει ότι η ποίηση εξερευνά το τοπίο του εαυτού,

Και οι ανυπότακτοι ρωτούν μήπως εκείνη η απομακρυσμένη και μοναχική περιοχή μπορεί

Να καταστραφεί από ξηρασία, χωρίς όαση, με το μοναδικό της πηγάδι, το μοναδικό της δέντρο

Τίποτ’ άλλο παρά αντικατοπτρισμό. Οι ανυπότακτοι λένε

Πως η φωνή που φωνάζει «εγώ, εγώ» είναι τόσο ξερή όσο το φτερό μιας ακρίδας που τρίζει.

Μας έχει ειπωθεί από εκείνους που διαβάζουν βαθιά, βαθιά στα βιβλία

Ότι ο χρόνος για έναν ποιητή είναι ένας μετρονόμος που δίνει ρυθμό στον βηματισμό

Της καρδιάς του, τον αβέβαιο βηματισμό, ενώ ο χρόνος

Για τον πεζογράφο είναι ένα ρολόι που κρέμεται στον τοίχο του αιώνα του∙ ή μας έχει ειπωθεί

Ότι η πεζογραφία είναι παραμορφωτικός καθρέφτης κι η ποίηση ένα παράθυρο μέσα απ’ το οποίο

Ο άνθρωπος προσπαθεί να δει πέρα απ’ το τζάμι.

 

Πώς μεταχειρίζεται κανείς υποθέσεις

                                                            σαν αυτές;

 

Νάνο, Μασκαλέρη, πού είναι οι λέξεις, είτε ποίηση

είτε πεζογραφία, για να μιλήσουμε για τα παράθυρα του Ακροπόλ Παλλάς που βλέπουν

Στην πράσινη σιδερένια πύλη του πανεπιστημίου που κρέμεται στρεβλωμένη από τους μεντεσέδες της

Έπειτα απ’ ό,τι συνέβη; Υπάρχει ποίηση ή πεζογραφία σε οποιαδήποτε γλώσσα

Για να πει πως το Σαββατοκύριακο η επένδυση ενός καναπέ αντικαταστάθηκε

Στο λόμπι όπου ξένες εφημερίδες πωλούνται, να πει

Ότι έως το μεσημέρι εκείνης της πρώτης ημέρας το μαρμαρένιο δάπεδο είχε καθαριστεί από κάθε ίχνος;

 

«Σκέφτομαι την εποχή που θά ’ρθει», ο Χένρι Μίλερ

Έγραψε για εκείνους που έχουν κλείσει τα παράθυρά τους, τις πόρτες τους,

«Όταν οι άνθρωποι θα μάχονται και θα σκοτώνουν για τον Θεό… όταν το φαγητό

Θα έχει ξεχαστεί… Σκέφτομαι έναν κόσμο

Ανδρών και γυναικών με δυναμό ανάμεσα στα πόδια τους,

Έναν κόσμο φυσικού μένους, πάθους, δράσης, δράματος, τρέλας, ονείρων…»

 

Τι ρόλος απομένει σε μας, τι επιλογή; Τι λέξεις

Μπορούμε να πάρουμε στα χέρια μας και να τους δώσουμε σχήμα τούβλων, να τις πλάσουμε σαν τούβλα,

Όπως εκείνα που αποσπάστηκαν από τους τοίχους των χώρων όπου η γνώση

Ταμπουρώνεται∙ τι χρώμα τα τούβλα, το λεξιλόγιο που εκτοξεύεται

Σε τανκς, σε κράνη, κύμα το κύμα αερίων αλλεπάλληλο

Που στύβει δάκρυα απ’ τα μάτια, στραγγίζει μάτια απ’ το κεφάλι;

Τώρα που τα τούβλα συλλέχθηκαν σε ρηχούς σωρούς, γίνονται

Μνημεία που σημειώνουν τους τάφους των νεαρών, πώς μπορούμε να πούμε ξανά,

Σε τι γλώσσα: «Το Σαββατοκύριακο, η επένδυση ενός καναπέ

Στο λόμπι αντικαταστάθηκε, και το μαρμαρένιο δάπεδο καθαρίστηκε

Από κάθε ίχνος»;

 

            Υπάρχουν άνθρωποι που επιδιώκουν να κοιτάξουν

            Μέσα από το παράθυρο ενός ποιήματος δικής τους κατασκευής,

            Ατενίζουν συνεπαρμένοι εκεί μέχρι που το τζάμι θολώνει απ’ την ανάσα τους,

            Αφήνοντας μόνο το εσωτερικό τοπίο της απόγνωσής τους. Ο Λιου Γουέλτς ήταν κάποιος που,

            Προτού σπάσει το γυαλί, στράφηκε από τον θάνατο να πει:

                       

                        «Οι ποιητές φέρνουν τα νέα, προειδοποιούν τον πρίγκιπα»,

                        Και ρώτησε για μας που δεν μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε:

                        «Δεν έχει πει κανείς φωναχτά

                        Ότι δουλειά μας είναι να προδίδουμε τον εαυτό μας; Ότι

                        Μια στο τόσο πρέπει ν’ αναπαυθούμε από εκείνη τη δουλειά;

                        Ότι αυτό είναι ο τόπος αναπαύσεως;»

 

Ο Ρίτσος, ποιητής της Ελλάδας, ποιητής της φυλακής, ποιητής του κατ’ οίκον περιορισμού,

Απαντά στις ερωτήσεις για τον καναπέ, το λόμπι, για το ρολόι,

Τον μετρονόμο, απαντά στην ερώτηση του Λιου για την ανάπαυση από τη δουλειά,

Απαντά στα τανκς, τα δακρυγόνα, τους νεαρούς νεκρούς, λέγοντας:

 

«Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι

…βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε

το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,

γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα

όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε.

Πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους…»

 

(Θεσσαλονίκη και Αθήνα 1973,

αναθεωρήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1975)

 

 

Η Κέι Μπόιλ δημοσίευσε ποιήματα, δοκίμια, διηγήματα, μυθιστορήματα, δίδαξε γράμματα, γέννησε έξι παιδιά. Έζησε στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, έπεσε θύμα του μακαρθισμού, αφιερώθηκε στον πολιτικό ακτιβισμό, παρενέβη στα ζητήματα του καιρού της, παρέστη στα γεγονότα του. Ανάμεσά τους, η Εξέγερση του Πολυτεχνείου, για την οποία γράφει στο με χίλιους τρόπους αειθαλές «Ποίημα για τους φοιτητές της Ελλάδας».

 

– μτφρ., παρουσίαση: Γιάννης Δούκας

 

*


 

 

 

 

 

 

 

Gunnar Ekelöf (Σουηδία, 1907–1968)

 

ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ

 

Απόψε στο Φάληρο

–des hautes glaces–

αυτοκίνητα τρέχουν σαν δαιμονισμένα πάνω κάτω στην παραλιακή λεωφόρο

και ο Έκτος Στόλος κατάφωτος

καθρεφτίζει τα φανάρια του

τα μαργαριταρένια του κολλιέ

στο στιλπνό, σκοτεινό νερό

 

Μεγάλη Παρασκευή

οι Έλληνες νηστεύουν ακόμα

και βλέπω με τι μοιάζουν αυτά τα καράβια :

Κάτι σαν λούνα παρκ φορτωμένα λαμπιόνια

ή κέντρο διασκέδασης για τεχνοκράτες

καθένα γεμάτο αυτόματα τυχερά παιχνίδια

Τα τζουκ μποξ του ασύρματου και του ραντάρ ολοένα

                                                                                     περιστρέφονται

                                                                                

                                                                          

Αργεί ακόμα το μεσονύχτιο κάλεσμα

και το μεσονύχτιο φιλί.

 

 

O Γκούναρ Έκελεβ, γεννήθηκε στη Στοκχόλμη το 1907 και πέθανε στην Sigtuna το 1968. Σπούδασε την σανσκριτική και περσική γλώσσα στο Λονδίνο και στην Ουψάλα. Πρωτοεμφανίστηκε στα σουηδικά γράμματα το 1932 με την ποιητική συλλογή Αργά στη γη. Η συμβολή του Έκελεβ στην εξέλιξη της σύγχρονης σουηδικής ποίησης υπήρξε τεράστια. Ο Έκελεβ μελέτησε την αρχαία ελληνική φιλοσοφία καθώς και την βυζαντινή ιστορία για την οποία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στο γεγονός, εξάλλου, ότι έζησε για ένα διάστημα στην Αθήνα και στο Ναύπλιο, οφείλεται η συχνή θεματική αναφορά ποιημάτων της συλλογής του Μια νύχτα στο Otocac στη σύγχρονη Ελλάδα. Ήταν μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας από το 1958.

 

– μτφρ., παρουσίαση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Denise Levertov (Αγγλία, 1923-1997)

 

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ 

 


Στους Δελφούς προσευχήθηκα

στον Απόλλωνα

άσβεστη να κρατήσει εντός μου

την φλόγα του ποιήματος

 

και ήπια από τη γλυφή

πηγή εκειπέρα ζαλισμένη από τα

ταμπούρλα του ήλιου,

περνώντας την,

 

καθώς μαζευόμουν μακρυά από την μαύρη

σκιά του αετού που διέσχιζε

εκείνον τον απάνθρωπα γαλάζιο ουρανό,

για την Πηγή των Πιερίων –

 

και μετά από λίγο

ξέρασα τον μουσακά μου

ύστερα τ' άντερά μου σφάδαζαν

για ώρες απ' τη διάρροια

 

ώσπου, το σούρουπο,

ανάμεσα στων κατσικόδρομων τις πέτρες

εισπνέοντας σκόνη

αμφέβαλα για την πίστη μου, ή

 

αναρωτήθηκα εντός της

μη με ενέπαιζε ο θεός.

Μα από τότε, κι ας τρεμοσβήνει κι ας

μαζεύεται σε

 

γαλάζιο κόμπο στο φιτίλι,

υπάρχει μέσα μου αυτό που

καίει και που παγώνει, μαυρίζοντάς μου

την καρδιά με την καπνιά του,

 

φουντώνοντας σε γέλιο, κεντρίζοντάς μου

τα πόδια σε χορό, τόσο που

λέω καμμιά φορά μη δεν ήταν ο Απόλλων

αλλ' άλλος θεός με άκουσε.

 

 

H Ντενίζ Λέβερτοφ (Priscilla Denise Levertoff, κατόπιν Levertov) γεννήθηκε σε προάστιο του Λονδίνου το 1923 από Ουαλλή μητέρα και πατέρα Ρωσο-Εβραϊκής καταγωγής, που ωστόσο είχε εντέλει γίνει Αγγλικανός πάστορας. Σπούδασε κι εργάστηκε ως νοσοκόμα, και το πρώτο της ποίημα δημοσιεύθηκε το 1940. Λίγο αργότερα, παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Αμερική, όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή της. Εκεί, σύντομα βρέθηκε σε δημιουργική συνομιλία με τον Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς, τον Ρόμπερτ Κρήλυ, τον Ρόμπερτ Ντάνκαν, και άλλους Αμερικανούς ποιητές. Ο Κρήλυ τόνισε την διαρκή παρουσία του “γεγονότος τού σώματος” στην ποίησή της – της οποίας, ωστόσο, η πενυματικότητα είναι μια άλλη διαρκής συνιστώσα. Πνευματικότητα της καταγωγής της –χριστιανική και εβραϊκή– αλλά και προερχόμενη από τον βουδισμό ή τους Ιθαγενείς της Αμερικής, για παράδειγμα. Αυτή η σύζευξη σωματικότητας και πνευματικότητας εμφανίζεται έκτυπη στο πιο πάνω ποίημα, το οποίο προέρχεται από το βιβλίο της του 1964, Γεύσασθε και ίδετε (φράση από τον 33ο Ψαλμό του Δαβίδ).

– μτφρ., παρουσίαση: Παναγιώτης Ιωαννίδης

 

 

*


 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Jack Gilbert (ΗΠΑ, 1925-2012)

 

Η πληθώρα του ελάχιστου

 

«Το κέρδος από τα χρόνια που έζησα στα ελληνικά νησιά ήταν η διαφορετική όψη των πραγμάτων. Η Ελλάδα ήταν πολύ φτωχή τότε. Έμοιαζε αποψιλωμένη. Μόνο τα στοιχειώδη. Τα βράχια ήταν πέτρα, το Αιγαίο νερό, ο έλληνας ήλιος ανέτειλε και μετά έδυε. Τα μεγάλα άστρα ήταν πολύ μακριά. Το να καλλιεργείς τη γη οδυνηρό, χωρίς ανταπόδοση. Ελάχιστο χώμα, σχεδόν καθόλου νερό. Πουθενά γέλιο στα χωράφια (Οι Έλληνες κατέβαιναν στις πόλεις για να γελάσουν). Πουθενά στις παραλίες γυναίκες. Και ήχος αυτοκινήτων κανένας, ήταν τόσο λίγα. Ένα σύμπαν ωραίας γυμνότητας. Μόνο η καθαρότητα και η αίσθηση ότι οι θεοί είναι ζωντανοί πάνω στη γη. Η μυρωδιά των θεών, ζωντανών πάνω στη γη. Η μυρωδιά της ρίγανης και του φασκόμηλου. «Χωρίς κοσμήματα, το πιο λαμπρό κόσμημα». Η ζωή στο χωριό και μετά στους αγρούς και τέλος στα βουνά ένα είδος άφιξης. Η πληθώρα που ελάχιστου. Εκεί που ακόμη και η μοναξιά ήταν καλή».

 

ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

 

Η απαίτηση των μοναχών να ζήσουν τον σκληρό τρόπο

σε λάκκους πάνω στα βουνά

και μόνο στους εκλεκτούς να επιτρέπεται

μια τέτοια αποξηραμένη ζωή. Το σιρόπι και τα κεκάκια

που με κέρασε ο ηγούμενος λιγώνουν απ’ τη γλύκα.

Απλώς, παρεξηγημένη ερμηνεία της απόλαυσης

από έλλειψη εμπειρίας. Ανεβάζω νερό χεριές-χεριές

πάνω από βράχο τριάντα πόδια ύψος.

Η λάμπα μου της κηροζίνης φέγγει ένα μεταλλικό φως.

Το μυαλό και η οξύτητά του ζουν εδώ, στη σιωπή.

Ονειρεύομαι γυναίκες και πείνα στην κοιλάδα μου

ό,τι μπορεί να είναι από γρανίτη. Σαν τον ήλιο που

πελεκάει αυτήν τη γη σε ρόδια

και σταφύλια. Ξηρότητα που δίνει τη θέση της στη μυρωδιά

του βασιλικού τη νύχτα. Αλλιώς, η πέτρα

τρέφεται απ’ την πέτρα, ξαναγεννιέται βράχος

κι η καρδιά λιγώνεται. Η κουκουβάγια της Αθηνάς καλεί

μέσα στην ερημιά, κι απάντηση καμία. 

 

(από το βιβλίο Οι μεγάλες φωτιές: Ποιήματα 1982-1992, 1994)

 

O Τζακ Γκίλμπερτ γεννήθηκε το 1915 στο Πίτσμπουργκ και πέθανε 87 χρόνια μετά στο Μπέρκλει των Ηνωμένων Πολιτειών. Ορφανός από πολύ μικρός, εργάστηκε σκληρά και ταξίδεψε πολύ. Ανακάλυψε την ποίηση μέσα από το έργο των Έλιοτ και Πάουντ και την ενθάρρυνση του συνομίληκού του ποιητή Τζέραλντ Στερν/ Έγραψε λίγα βιβλία ποίησης λακωνικής και επιλεκτικής, αλλά ουσιαστικά ρομαντικής χαρίζοντάς μας στίχους μοναδικής λυρικής γυμνότητας.

«Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής, είμαι ένας αγρότης της ποίησης», έλεγε ο ίδιος. Έζησε ως παρείας, αν και συναναστρέφονταν με τον κύκλο των ποιητών Μπιτ και του Άλαν Γκίνσμπεργκ. Το έργο του τιμήθηκε με πολλά σημαντικά βραβεία και διακρίσεις, μάλιστα, υπήρξε υποψήφιο για το βραβείο Πούλιτζερ. Το 1966 γενναιόδωρη υποτροφία του Ιδρύματος Γκούγκενχαϊμ τού επέτρεψε να ταξιδέψει και να ζήσει σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτών των ταξιδιών, έζησε για πέντε χρόνια στην Ελλάδα, την Πάρο και τη Σαντορίνη, με την ποιήτρια Λίντα Γκρεγκ, που σημάδεψε τη ζωή και το έργο του.

Η παραμονή του στα ελληνκά νησιά, εμπειρία καθοριστική για την μετέπειτα εξέλιξή του, ενίσχυσε τον φιλοσοφικό, επικούριο σχεδόν, τόνο των ποιημάτων του και του δίδαξε, όπως αναφέρει, πως να περιγράφει περισσότερο εύστοχα το μεγαλείο της θνητότητας.

 

– μτφρ., παρουσίαση: Δήμητρα Κωτούλα

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Raymond Carver (ΗΠΑ, 1938–1988)

 

ΡΟΔΟΣ

 

Δεν ξέρω τα ονόματα των λουλουδιών

ούτε να ξεχωρίζω τα δέντρα,

κι όμως κάθομαι στην πλατεία

κάτω από ένα σύννεφο Παπαστράτος

και πίνω μπύρα Hellas.

Κάπου κοντά βρίσκεται ένας Κολοσσός

περιμένοντας έναν ακόμα καλλιτέχνη,

έναν ακόμα σεισμό.

Αλλά δεν είμαι αισιόδοξος.

Είναι αλήθεια, θα ήθελα να μείνω,

θα ‘θελα όμως να σμίξω

με τα αστικά ελάφια που κυκλώνουν

το κάστρο των Οσπιταλίων στο λόφο.

Είναι όμορφα ελάφια

και τα λιγνά τους καπούλια ριγούν

στην επίθεση των λευκών πεταλούδων.

                        .

Ψηλά στον προμαχώνα, μια άκαμπτη, ψηλή

φιγούρα ανδρός μένει προσηλωμένη στην Τουρκία.

Μια θερμή βροχή ξεκινά.

Ένα παγώνι τινάζει τις σταγόνες του νερού

από την ουρά του και ψάχνει καταφύγιο.

Στο μουσουλμανικό νεκροταφείο μια γάτα κοιμάται

σε μια εσοχή ανάμεσα σε δύο πέτρες.

Μένει λίγος χρόνος για μια ματιά

στο καζίνο, μόνο που

δεν είμαι κατάλληλα ντυμένος.

                        .

Πίσω στο πλοίο, έτοιμος για ύπνο,

ξαπλώνω και θυμάμαι πως

έχω βρεθεί στη Ρόδο.

Μα μένει κάτι ακόμα –

ακούω ξανά τη φωνή

του κρουπιέρη να λέει

τριάντα δύο, τριάντα δύο

καθώς το σώμα μου ίπταται πάνω από νερό

καθώς η ψυχή μου, ατάραχη σαν γάτα, αιωρείται –

ως που πέφτει για ύπνο.

 

 

Ο Ραίημοντ Κάρβερ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς λογοτέχνες. Γεννήθηκε το 1938 στο Κλάτσκανι του Όρεγκον. Η μητέρα του εργάστηκε ως σερβιτόρα και ο πατέρας του, εργάτης επίσης, ήταν αλκοολικός.

 

– μτφρ., σημ.: Κώστας Πλησιώτης

 

*


 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Linda Gregg (HΠA, 1942-2019)

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ



Κάθεται πάνω στο βουνό που είναι σπίτι της

και ξεγλιστρούν τα τοπία. Ένα πάει προς τα κάτω

και μετά κατά πάνω, στο μοναστήρι. Άλλο πέφτει να βρει

ένα αλώνι κι αγρόκτημα όπου ένα κορίτσι

και η μάνα του απλώνουν μπουγάδα.

Πέρα υπάρχει τοσοδά λιμανάκι, εκεί

που η ακτή συναντά το νερό. Μουδιασμένο

και διάφανο απ’ το πένθος σ’ εκείνον τον κόσμο.

Συλλογάται ληστές και στρατιώτες που

επιστρέφουν στα μέρη που χάλασαν.

Που φυτεύουνε δέντρα και χτίζουνε τοίχους και παίζουν τα όργανα

στην πλατεία του χωριού κάθε βράδυ,

πιστεύοντας πως οι μανάδες των αγοριών που σκότωσαν

κι οι γυναίκες που βίασαν θα βγουν τελικά

από τ’ άσπρα τους σπίτια με μαύρα φορέματα

να καθήσουν με τα παιδιά και τους γέρους.

Θα ακούσουν την μουσική με δυσανάγνωστα μάτια.

 

~

 

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΡΑΓΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΕΡΑ

 

Τόσοι πολλοί επιθυμούν να ευθυμήσουν με χορό και τραγούδι

κι εύκολα το κατανοεί κανείς, το πρωί αυτό.

Γράφω μέσα στον ήχο απ’ το τιτίβισμα πουλιών κρυμμένων

μες στις αμυγδαλιές, με τ’ αμύγδαλα ακόμα χλωρά

και ακμαία μες στα φυλλώματα. Πιο πέρα,

ένας άντρας σφυροκοπά να φτιάξει νέο σπίτι καθώς περιστέρια

συνεχίζουνε να γουργουρίζουν στον αιώνα. Βουίζουν μέλισσες

και ψηλά, πάνω από όλα αυτά, λαμπρός καθαρός ουρανός.

Ανθίζουν οι τριανταφυλλιές και μυρίζω τη γλύκα.

Καθετί ποθητό βρίσκεται ήδη εδώ εν αφθονία.

Και η θάλασσα. Το σκοτεινό πράγμα μετά βίας διακρίνεται

μες στα φύλλα, κάτω απ’ τη γυαλάδα. Έχουμε εύκολο ύπνο.

Έτσι, καμμιά λυπητερή ιστορία δεν φέρνω να προειδοποιήσω την καρδιά.

Τα λουλούδια είναι όλα ενήλικα φέτος. Ο αγαθός

κόσμος δίνει και τ’ άσπρα περιστέρια υμνούν τα πάντα.

 

 

Και τα δύο ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο All of It Singing (Graywolf Press, 2008), ένα από τα επτά που εξέδωσε η ποιήτρια. Όπως αναφέρει η Δήμητρα Κωτούλα πιο πάνω, η Λίντα Γκρεγκ έζησε, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960, για κάποια χρόνια στην Ελλάδα, μαζί με τον σύντροφό της ποιητή Τζακ Γκίλμπερτ, χάρη στην υποτροφία Γκούγκενχαϊμ που είχε λάβει αυτός. Την ίδια υποτροφία –μία από δεκάδες διακρίσεις– θα ελάμβανε κι εκείνη το 1982.

 

– μτφρ., σημ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

 

 

*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Jesper Svenbro (Σουηδία, γεν. 1944)

 

 

ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ

 

 

Ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας την κεντρική οροσειρά της Κρήτης

οδηγήσαμε το λεωφορείο από το Ηράκλειο προς το νότο.

Αμπελώνες, ελαιώνες και συκιές

έμοιαζαν με σειρές από ιδεογράμματα

εντυπωμένα στον ξερό πηλό τού τοπίου.

Δεξιά μας το όρος Ίδα όπου ο Δίας γεννήθηκε.

Το Κυπριακό, ήταν Μάιος του 1964,

είχε διακόψει τη ροή των τουριστών

κι έτσι προς μεγάλη μας έκπληξη ήμασταν

οι μόνοι στη Φαιστό που χρειαστήκαμε την βοήθεια τού Αλέξανδρου.

Φορούσε το έμβλημα του βασιλείου στο γκρίζο ψηλό του καπέλο.

Όταν είδε ότι διαβάζαμε τον Μπλε Οδηγό

πήρε το αντίγραφό μου και κατευθείαν το άνοιξε στη σελίδα

όπου αναφερόταν ο ίδιος-

η περιγραφή του από τον Χένρι Μίλλερ τον είχε κάνει διάσημο.

Σαν από συνήθεια, πήρε το στυλό μου και άλλαξε

στο βιβλίο το Α. Μίλλερ σε Χ. Μίλλερ.

Ακόμα και τα σκαλοπάτια έμοιαζαν να τρέμουν από τη ζέστη.

Η μυρωδιά τών πεύκων ήταν δυσβάσταχτη.

 

Came rain, came wind, came tourist people here!

είπε, προσπαθώντας να εξηγήσει

γιατί δεν έμεινε σχεδόν τίποτα από το παλάτι.

Οι λέξεις του αντήχησαν παράξενα στη σιωπή.

Τέσσερεις από αυτές θα μπορούσαν κάλλιστα

να έρχονται απ’τον Πίνδαρο

που στον Έκτο Πυθιόνικο περιγράφει

πώς η βροχή και ο άνεμος καταρρακώνουν τα πιο περήφανα μνημεία.

Βροχή και άνεμος. Όχι το αντίστροφο!

Όσο για τους τουρίστες, ήταν ήδη εκεί:

δύο από αυτούς εκείνη τη μέρα βήμα προς βήμα

έφθειραν έστω και λίγο τις πέτρες τού δαπέδου που πάτησαν.

 

Στο παραπάνω ποίημα ο Σβένμπρου αναφέρεται στην περίφημη αρχή του 6ου Πυθιόνικου, παρακάτω στο πρωτότυπο και σε δική μου μετάφραση, όπου αντιπαρατίθεται η αθανασία του ποιήματος με την φθαρτότητα λόγω καιρού του κτηρίου:

ἀκούσατ᾽: γὰρ ἑλικώπιδος Ἀφροδίτας

ἄρουραν Χαρίτων

ἀναπολίζομεν, ὀμφαλὸν ἐριβρόμου

χθονὸς ἐς νάϊον προσοιχόμενοι:

Πυθιόνικος ἔνθ᾽ ὀλβίοισιν Ἐμμενίδαις

ποταμίᾳ τ᾽ Ἀκράγαντι καὶ μὰν Ξενοκράτει

ἑτοῖμος ὕμνων

θησαυρὸς ἐν πολυχρύσῳ

Ἀπολλωνίᾳ τετείχισται νάπᾳ:

τὸν οὔτε χειμέριος ὄμβρος ἐπακτὸς ἐλθών,

ἐριβρόμου νεφέλας

στρατὸς ἀμείλιχος, οὔτ᾽ ἄνεμος ἐς μυχοὺς

ἁλὸς ἄξοισι παμφόρῳ χεράδει

τυπτόμενον. φάει δὲ πρόσωπον ἐν καθαρῷ

 

από τον 6ο Πυθιόνικο

(για την Αρματοδρομία τού Ξενοκράτους από τον Ακράγαντα, 490 π.Χ.)

Ακούσατε: γιατί εμείς τής Αφροδίτης,

με τις έλικες για μάτια, το χωράφι, ή των Χαρίτων,

οργώνουμε ξανα, στον ναό με τον ομφαλό της βροντερής

της γης καθώς φτάνουμε;

Εδώ, αφιερωμένος στους μακάριους Εμμενίδες ,

στον ποτάμιο Ακράγαντα μα και τον Ξενοκράτη,

είναι έτοιμος τών ύμνων

ο θησαυρός στην πολύχρυση

κοιλάδα τού Απόλλωνα χτισμένος.

Αυτόν, ούτε οι βροχές του χειμώνα,

από τα βροντερά σύννεφα κατεβαίνοντας

ο αμείλιχτος στρατός, ούτε ο άνεμος που με χαλίκια

τον χτυπάει στα βάθη τής θάλασσας

θα μπορέσει να τον ρίξει. Η όψη του είναι λουσμένη σε καθάριο φως.

 

~

Γέσπερ Σβένμπρου



ΤΟ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

 

 

Κάτω στη γη οι ελιές σε σειρές έστεκαν ετοιμοπόλεμες

ένας γέρος πότιζε το κλήμα του

τα σταροχώραφα ήταν ήδη πράσινα

και από το παράθυρο είδαμε την Αττική

να απλώνεται από κάτω μας.

Είμασταν καθισμένοι σε μία εκθαμβωτική αίθουσα διαλέξεων

ψηλά ανάμεσα στα σύννεφα

και με τη φαντασία μου μπορούσα να δώ τον καθηγητή Χάβελοκ

σε διέγερση από τις στατιστικές μας μελέτες

να βαδίζει μπρος και πίσω στον κόσμο τών ιδεών. Σε μένα είχε ανατεθεί το έργο τής μέτρησης

τών αντανακλαστικών αντωνυμιών στα έργα τού Αριστοφάνη και είχα μόλις μπει στις Νεφέλες

όπου η συχνότητα τών εμένα, εσένα, εκείνου

είχε ανέβει σχεδόν σε Ολύμπια ύψη.

Αντανακλαστικές αντωνυμίες!

Όταν η νεφελώδης μορφή του  Σωκράτη εμφανίστηκε

τα μικρά καθρεφτάκια τής μορφολογίας έλαμψαν, οι ασημένιες κουκουβάγιες βλεφάρισαν

και ο ήλιος έπεσε σε ακτίνες λευκού πάγου και δρόσου.

Ειρωνικές αντανακλάσεις συνέκλιναν σε σημεία φωτός

ακόμα και στο μέσο της μέρας.

Ο Πλάτων είχε διαμορφώσει το δόγμα τών ιδεών του

επάνω στις Νεφέλες του Αριστοφάνη;

Μία συντακτική καταιγίδα

χτίστηκε σκοτεινή στον μακρινό ορίζοντα.

Ο γέρος που καλλιεργούσε το κλήμα του

σήκωσε το βλέμμα του νευρικά

Ερχόταν κατευθείαν πάνω του!

Η Ακρόπολη σκιάστηκε

και ο Έρικ Χάβελοκ εξαφανίστηκε.

Στεκόμουν μόνος, περιμένοντας τον άνεμο και το χαλάζι.

 

Ο Γέσπερ Σβένμπρου, εξέχων φιλόλογος και ποιητής, γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1944 στην Landscrona τής Σουηδίας. Σπούδασε φιλολογία στην Λούνδη όπου πήρε το διδακτορικό του στα 1966 με θέμα «La parole et le marbre: aux origines de la poétique grecque»: Λόγος και μάρμαρο: στις ρίζες τής ελληνικής ποιητικής. Το πιο γνωστό από τα θεωρητικά του έργα είναι η Phrasikleia: anthropologie de la lecture en Grèce ancienne (1988) που έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη (Φρασίκλεια. Aνθρωπολογία της ανάγνωσης στην αρχαία Ελλάδα, 2002). Είναι διευθυντής ερευνών στο κέντρο Centre Louis Gernet στο Παρίσι. Στα 2006, εξελέγη μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας στην θέση 8, και έκτοτε κατοικεί ανάμεσα στην Στοκχόλμη και τη Νότια Γαλλία.

 

Από τις πολυάριθμες ποιητικές του συλλογές που σχετίζονται με θέματα μεταποιητικής, έχει δημοσιευτεί στα ελληνικά από τις εκδ. Περισπωμένη (2017) το βιβλίο του Κλέις: Το όνομα της κόρης της Σαπφούς σε μετάφραση τής Μαργαρίτας Μέλμπεργκ. Σε μετάφραση τής ιδίας επίσης έχουν δημοσιευτεί ποιήματά του στο περιοδικό «[φρμκ]» (Άνοιξη Καλοκαίρι 2014) καθώς και σε μετάφραση δική μου στο περιοδικό «Ποιητική», τ. 1, Άνοιξη 2008.

– μτφρ. (το ποίημα του Γ.Σ., μέσω αγγλικής μτφρ.), παρουσίαση: Φοίβη Γιαννίση

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

David Mason (ΗΠΑ, γεν. 1954)

 

ΓΛΑΡΟΙ ΣΤ’ ΑΠΟΝΕΡΑ     

 

Αργά στο ταξίδι μας απ’ τον μόλο στην Κω,

είχα ανέβει να πάρω αέρα. Οι περισσότεροι επιβάτες

ήταν ήδη στις κουκέτες τους ή αποκοιμισμένοι απ’ το ποτό

στο άνετο μπαράκι. Στ’ ανοιχτά κι υπό τους προβολείς,

 

άφησα τον ανεσταλμένο χρόνο να με διατρέξει,

τις οσμές του απ’ την κουζίνα, τον αλμυρό αέρα και τις αργές μηχανές,

καθώς δυο τύποι κουνώντας μπυροκούτια περπατούσαν στο κατάστρωμα

κι έψαλαν την λειτουργία. Χριστός ανέστη!

 

Μεθυσμένοι, πραγματικά ευτυχισμένοι, χαιρετούσαν

πέρα από το ψύχος τους αστερισμούς των φώτων

των χωριών∙ και με χαιρέτησαν κι εμένα, έναν ξένο.

Τους απάντησα,  Αληθώς ο Κύριος, παρότι

 

δεν το πιστεύω. Δεν αναστήθηκε γι’ αυτόν τον κόσμο.

Μήτε εδώ. Μήτε τώρα.

                        Ύστερα άκουσα τον παλμό

ιερατικών ψαλμών από μια Αθηναϊκή εκκλησία

σε ζωντανή μετάδοση για όποιον ακόμη άγρυπνο προσκυνητή.

 

Ποιος να εξηγήσει την χαρά ενός απίστου

καθώς βεγγαλικά άστραφταν απ’ την ακτή κοντά στο Σούνιο

κι η μουσική πόρθμευε τον θάνατο στην ζωή εκεί έξω,

λυμένη μες στο σκοτάδι;

 

Και τότε τους είδα – σαν φαντάσματα, με φτερά,

με πείσμα ν’ ακολουθούν πέρα απ’ τα φώτα μας,

ελπίζοντες δίχως σκέψη ελπίδας, να τρέφονται

ή να βουτάνε να τραφούν σε κύματα που δεν μπορούσα να δω.

 

 

Ο Ντέιβιντ Μέισον υπήρξε επίσημος ποιητής (poet laureate) της πολιτείας του Κολοράντο των ΗΠΑ απ' το 2010 ώς το 2014. Έζησε στην Μάνη για 18 μήνες την δεκαετία του 1980· έτσι, μέρος του έργου του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, στο ποίημα αυτό, αναγνωρίσιμα ελληνικά θέματα παρουσιάζονται με έναν εξαιρετικά προσωπικό τρόπο.

 

– μτφρ., σημ.: Λευτέρης Ζαχαριουδάκης

 

 

*


 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σίλβια Τσόλεβα (Βουλγαρία, γεν. 1959)

 

ΣΚΟΠΕΛΟΣ

 

η μία μετά την άλλη

αλλάζουνε οι μυρωδιές

τα πεύκα και τα έλατα

η ρίγανη τα σύκα

το γιασεμί και το λεμόνι

βιολετί θάμνοι, φοίνικες

και πικροδάφνες

μου κόβεται η ανάσα

ήλιος και θάλασσα

με τυφλώνουν

σπίτια το ’να πάνω στ’ άλλο

στοιβαγμένα στο λιμάνι

τα παιχνιδάκια του μικρού Δία

γαλανόλευκη μέρα με βάρκες

πράσινα νησιά από βουνοκορφές 

και ζέστη

που με λιγώνει.

 

να βρέθηκα άραγε

σε κάποιο μαγεμένο μέρος όπου

στις δυο μπλε καρέκλες

μπροστά απ τον ασβεστωμένο τοίχο

σε λίγο μαζί σου θα γεράσω

ή μήπως και δεν κατορθώνονται οι μικρές χαρές

το ψάρι το ροζέ κρασί τα καλαμάρια

και να ’ναι η μεγαλύτερη υπέρβαση

απλά   

το να υπάρχεις

 

Η Σύλβια Τσόλεβα είναι βουλγάρα ποιήτρια και πεζογράφος, παραγωγός ραδιοφώνου και εκδότρια ποίησης. Έχει γράψει εφτά ποιητικά βιβλία. Το ταξίδι ως εμπειρία αυτογνωσίας είναι σταθερό μοτίβο στο έργο της. Το παρόν ποίημα είναι από την πιο πρόσφατη συλλογή της, Από τον ουρανό μέχρι την γη (2015).

 

– μτφρ., σημ.: Γιάννα Μπούκοβα

 

 

*      


 


 

 

 

 

 

 

 

Αλεξάντρ Μπαράς (Ρωσσία, γεν. 1960)

 

 

«Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΞΕΝΩΝ ΔΙΗΓΟΤΑΝ…»

 

Ο φίλος μου ο Ξένων διηγόταν

ότι στη μακρινή χώρα, από όπου κάποτε στα νιάτα του

ήρθε σε μας στη Λίνδο, – κατά τη διάρκεια της ζωής του

επανειλημμένα και ταυτόχρονα βίαια άλλαζαν 

οι κοινωνικοί συσχετισμοί: η δημοκρατία διακοπτόταν

από τυραννίδα, η τυραννίδα από δημοκρατία, και πάλι από την αρχή...

Κάθε αλλαγή

συνοδευόταν από εκτελέσεις των καλύτερων κι από τις δυο πλευρές

κι εκείνων των πολλών αθώων – σε πράξεις και κατανόηση

του τι είχε συμβεί – που έτυχαν σε κακή στιγμή 

σε λάθος μέρος, ή από εξορίες, όπως στην περίπτωση

της οικογένειάς του.

– Ναι, λέγαμε εμείς, –    

από τη μια είναι δύσκολο να το πιστέψεις, όταν η συνομιλία διεξάγεται 

μέσα σ’ αυτό το φωτεινό κήπο, σ’ ένα διαφωτισμένο  κόσμο,

από την άλλη, μια τέτοια απότομη και τραχιά αλλαγή 

στην κρατική δομή χαρακτηρίζει χώρες

που βρίσκονται στα όρια του πολιτισμού...  Kάτι ανάλογο συμβαίνει εκεί,

φαίνεται, και με το κλίμα: για αρκετούς μήνες, – έτσι δεν είναι,

Ξένων; – σχεδόν καμία ηλιόλουστη ημέρα και καθόλου

πράσινο και λουλούδια, η φύση μοιάζει  σαν μετά

από δασική πυρκαγιά, κι αδιάκοπη βροχή ή χιόνι...

Θυμάστε την Απώτατη Θούλη του Στράβωνα; Ούτε  γη πια,

ούτε θάλασσα, ούτε αέρας, αλλά κάποια ουσία,

πύκνωση όλων των στοιχείων, παρόμοια  

με  ένα θαλάσσιο πνεύμονα... αδύνατο να πορευτείς πάνω της,

ούτε να τη διαπλεύσεις...

– Ναι, κάτι παρόμοιο! –

απαντούσε ο Ξένων μ’ ένα γέλιο,  κι εμείς 

κουνούσαμε το κεφάλι:  και είναι, αλήθεια, δύσκολο να το πιστέψεις,  

συνειδητοποιούμε όμως τελικά ότι όλα είναι δυνατά, και τότε

νιώθουμε την έντονη επιθυμία να αποτινάξουμε αυτή τη  δυνατότητα,

σαν μια ενοχλητική  ανάμνηση ενός συγκεχυμένου ονείρου.

 

Και τώρα, που η Ακρόπολή μας, προβάλλοντας πάνω από τη θάλασσα, 

έχει πια ρημαχτεί, και τα αγάλματα έχουν γκρεμιστεί, κι εμείς, 

ζώντας στην πόλη μας, αισθανόμαστε εξόριστοι,

μπορούμε μόνο να υψώνουμε ξανά τα χέρια απορώντας… και,

θυμούμενοι αυτές τις συνομιλίες, να επαναλαμβάνουμε, 

μετά από τον αρχαίο μας φιλόσοφο και τύραννο Κλεόβουλο:

πρέπει να ακούει κανείς περισσότερο παρά να μιλά, και να ασκεί

το σώμα εν αναμονή των δοκιμασιών που είναι αναπόφευκτες

για κάθε γενιά, όπως η γέννηση των παιδιών,

ο θάνατος  των γονιών, η αλλαγή των εποχών.

 

(Το πέμπτο ποίημα του κύκλου «Ξένων»)

 

 

Ο Αλεξάντρ Μπαράς υπήρξε από το 1985 έως το 1989 συνεκδότης του  πρωτοποριακού –σαμιζντάτ– λογοτεχνικού περιοδικού της Μόσχας, «Έψιλον-Σαλόν». Από το 1989 ζει στην Ιερουσαλήμ όπου εργάζεται στο ρωσικό τμήμα του ραδιοφωνικού σταθμού «Φωνή του Ισραήλ». Έχει εκδώσει πέντε βιβλία ποίησης και δύο με αυτοβιογραφικά κείμενα. Έργα του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά.

 

– μτφρ., σημ.: Ασπασία Λαμπρινίδου

 

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Karen Van Dyck (ΗΠΑ, γεν. 1961)

 

ΑΝΑΒΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Δεν θέλω να πάω στην Αίγινα

να καθήσω κάτω από τις φιστικιές,

εκεί όπου ο τοίχος με τον ρόδινο σοβά

συναντά το σκούρο πράσινο τραπέζι

και η ποιήτρια χαϊδεύει την σκυλίτσα της

γιατί θέλω να τελειώσω το βιβλίο μου.

Στην Αίγινα θα υπάρχουν περισπασμοί

όπως οι μύγες, η ρετσίνα και η πόρτα που χτυπά

και θέλει φτιάξιμο και το σφυρί

που δεν βρίσκεται πουθενά.

Η σκυλίτσα θ’ αρρωστήσει

κι όλοι θα πρέπει να ψάξουν

για το τηλέφωνο του κτηνίατρου

κι όταν τελικά πεθάνει

το σκάψιμο του τάφου της σ’ εκείνο το ξερό κοκκινόχωμα

δεν θα ‘ναι εύκολο.

Μα κι απ’ την άλλη ούτε αυτό είναι εύκολο

αυτό το καθισιό όλη μέρα στο γραφείο

μακριά απ’ τη θάλασσα 

κοσκινίζοντας λέξεις απ’ τη μια σελίδα στην άλλη

σαν να υπήρχε κάτι να βρεθεί

ένα ψήγμα χρυσού, ένας σωστός τρόπος να πεις τα πράγματα,

ένα τέλος, σαν της σκυλίτσας,

γι’ αυτό το καλοκαίρι που δεν είναι

εκεί που θα έπρεπε.

Δεν θέλω να πάω στην Αίγινα

εκεί που η ζωή είναι αργή και γεμάτη όπως το μέλι

και τα υπαίθρια σινεμά και τα μηχανάκια

στέλνουν τους πάντες να στροβιλίζονται στον χρόνο του καλοκαιριού.

Θέλω να είμαι ακίνητη όπως ο χρυσοθήρας

στην εικόνα πάνω από το κρεβάτι μου

με την υπομονή να περιμένει από παιδί

για κάτι που κανένας άλλος δεν έχει ανακαλύψει.

Δεν θέλω να πάω στην Αίγινα

αλλά δεν μπορώ να τελειώσω το βιβλίο μου

γιατί θέλω να πάω στην Αίγινα.

 
 

– μτφρ.: Άρτεμις Μιχαηλίδου

 

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τσβετάνκα Ελένκοβα (Βουλγαρία, γεν. 1968)

 

THE END ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

                                                               

στον Πέτερ Κιούρμαν

 

Φέτος το καλοκαίρι στη Σύμη παρατηρούσα αυτούς που πουλάνε τα σφουγγάρια. Πώς επιδεικνύουν την πραμάτεια τους, αυτά με τις μεγάλες τρύπες, άλλα όλο μικρότερες, κάποια εντελώς ακατέργαστα.

Τα βουτούσαν σε διάφορα διαλύματα για να δείξουν πώς ασπρίζουν, ύστερα στο νερό για να δείξουν πόσο τραβάνε. Μερικά τα κρατούσαν υγρά, αλλά τα περισσότερα ήταν στεγνά σαν τις πέτρες τριγύρω. Όταν πήγαινες ν’ αγοράσεις, πάντοτε το μούσκευαν προτού να σου το δώσουν και μετά το έστυβαν.  Απ το δικό μου ίσα που έτρεξε το νερό και γρήγορα στέγνωσε. Στο τέλος κάθε έρωτα, σκέφτομαι, έτσι είναι, όπως το μαύρο τέλος παλιάς ταινίας πριν από το The End του έργου.

 

 

Η βουλγάρα ποιήτρια και μεταφράστρια Τσβετάνκα Ελένκοβα γεννήθηκε στη Σόφια το 1968. Σπούδασε Οικονομικά και Θεολογία. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και δύο βιβλία δοκιμίων. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες. Έχει περιηγηθεί πολλές φορές στην Ελλάδα, η παρουσία της οποίας στο έργο της είναι χαρακτηριστική. Εδώ παραθέτουμε ένα ποίημα από την ποιητική συλλογή Η Έβδομη Χειρονομία (2005).

 

– μτφρ., σημ.: Δημήτρης Άλλος

 

*



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Marija Dejanović (Βοσνία-Ερζεγοβίνη, γεν. 1992)

 

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

 

Σε μια χώρα όπου σχεδόν κανείς δεν μιλά

τη γλώσσα σου

όλοι μιλούν πιο δυνατά από σένα

είναι όλοι πιο ορατοί

προστατευμένοι

κρυμμένοι στην πλειοψηφία τους,

 

στον δρόμο για το μαγαζί με τα τσάγια νιώθεις πως όλοι σε παρατηρούν

οι κινήσεις των γονάτων σου αντανακλούν την έλλειψη φίλων.

Περπατάς άκαμπτα, πολύ αυστηρά

παρόλο που όλοι είναι τόσο ευγενικοί

κι απ’ την ευγένεια της καρδιάς τους δεν εισβάλλουν στη σάρκα σου

μιλούν μεταξύ τους για να μην σ’ ενοχλήσουν

περιορίζονται σε γεια σας και αντίο.

 

Τέλος πάντων, νιώθεις σαν μεταλλικός διαβήτης

με αιχμηρή βελόνα που η γυαλιστερή της μύτη κολλά στο τσιμέντο

μέτρο το μέτρο.

Απ’ το διαμέρισμα στο μαγαζί, απ’ το μαγαζί στο διαμέρισμα

πίσω σου μένει ο απαλείψιμος κύκλος της παρουσίας σου, της γλώσσας σου

αμοιβαία παρεξήγηση˙

 

όταν αγοράζεις τσάι απ’ τον καλοσυνάτο έμπορο

εσύ εκτίθεσαι πίσω απ’ τη βιτρίνα, όχι τα ξεραμένα φύλλα.

 

Στον δρόμο της επιστροφής μοιάζεις μ’ εκείνους.

Χωρίς σκοπό, γίνεσαι μάτι που τυλίγει

και δεν αρθρώνει,

 

από αγάπη για τον εαυτό σου δεν σε ρωτάς πώς είσαι

ακριβώς όπως από αγάπη για τα ζώα

τρως φυτά που φυτεύτηκαν από κάποιου τα παιδιά

που ποτέ δεν θα έχουν αρκετά για ν’ αγοράσουν αυτά που φυτεύουν,

 

αγοράζεις, σε πλαστική σακούλα, κάσιους, που η συγκομιδή τους

λιώνει την ταυτότητα απ’ τα δάχτυλα των γυναικών.

Αυτές είναι γυναίκες άλλες, κάπου πολύ μακριά,

γυναίκες με αδελφές, που πάνω στα κεφάλια τους καταρρέουν οι πόλεις,

νόμιμες σκλάβες.

Εσύ διαλέγεις μόνη σου τις δύσκολές σου μέρες.

Μαζί τους αγόρασες και τις χαρούμενες.

 

Οι δρόμοι είναι γεμάτοι μικρά μαγαζιά.

Σε κάθε μαγαζί πολλά πλεκτά καλάθια

σε κάθε καλάθι μια μικρή, προσωπική ήττα.

Περπατάς με τα ξανθά μαλλιά σου, τα μπλε σου μάτια, το ηλιοκαμένο δέρμα

που εξαιτίας του είναι ωραίο να σε βλέπεις στον δρόμο.

 

Αν σου πουν κάτι σ’ εκείνη τη γλώσσα

σηκώνεις αδιάφορα τους ώμους κάτω απ’ το καπέλο.

 

Είτε λένε ότι σ’ αγαπούν είτε βρίζουν τη μάνα σου

δεν θα το ήξερες,

 

η άγνοια αυτή είναι η μικρή, προσωπική σου νίκη.

 

 

Το ποίημα μιλά για την εμπειρία μιας γυναίκας από την Κροατία που δεν μιλά ούτε καταλαβαίνει Ελληνικά και ζει σε μια ελληνική πόλη του σήμερα, όπως η Αθήνα ή η Λάρισα. Η καθημερινότητά της και η αίσθηση του εαυτού της σε σχέση με τους ντόπιους, καθώς και η σχέση της με τον κόσμο με βάση αυτή την εμπειρία, αποτυπώνεται στο ποίημα.

 

Η Κροάτισσα ποιήρια Μάρια Ντεγιάνοβιτς γεννήθηκε στο Πρίεντορ της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης το 1992 και μεγάλωσε στην Κροατία. Ζει στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας και στη Λάρισα, στην Ελλάδα. Το 2018, το βιβλίο της Ηθική ψωμιού και αλόγων / Etika kruha i konja κέρδισε τα βραβεία ‘Goran’ και ‘Kvirin’ για νέους ποιητές. To βιβλίο της Εγκάρδιο ξύλο / Središnji god κέρδισε το βραβείο ‘Zdravko Pucak’. Το τρίγλωσσο βιβλίο της Ορατό Οστό εκδόθηκε στην Αθήνα το 2020. Κέρδισε το βραβείο ‘Milo Boškovi’ για ένα ποίημά της. Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε φεστιβάλ και λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Κροατικής Εταιρείας Συγγραφέων, της διεθνούς πλατφόρμας «Versopolis» και της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Tema».

 

– μτφρ. (μέσω των Αγγλικών, με την συνεργασία της ποιήτριας), παρουσίαση: Λένα Καλλέργη

 

*

 

Δημήτρης Άλλος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή στην Ελλάδα (2000) και μία στη Βουλγαρία σε μετάφραση της Γιάννας Μπούκοβα (2011· ανέκδοτη στα ελληνικά). Μεταφράζει κατά καιρούς ποίηση από τα βουλγαρικά.

Ορφέας Απέργης. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Πιο πρόσφατο, τέταρτο ποιητικό βιβλίο του: Καθαριστήριο (2021). Κυκλοφορεί επίσης, σε μετάφρασή του, το λυρικό δράμα Ελλάς του Percy Bysshe Shelley.

Φοίβη Γιαννίση. Ποιήτρια, και καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Κατοικεί στον Βόλο. Έχει εκδώσει επτά βιβλία ποίησης, με πιο πρόσφατο την Χίμαιρα (2019).

Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Τα ώς τώρα βιβλία του: Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα (2001), Στα μέσα σύνορα (2011), Το σύνδρομο Σταντάλ (2013), η θήβα μέμφις (2020).

Λευτέρης Ζαχαριουδάκης. Ερευνητής της φιλοσοφίας, με ενδιαφέρον για την σχέση μεταξύ (μετα)φιλοσοφίας και ιστορίας, ιδιαίτερα όπως αυτή εκφράζεται στο συναφές ζήτημα της προόδου σε διαφορετικά ακαδημαϊκά πεδία.

Παναγιώτης Ιωαννίδης. Τέσσερα βιβλία ποίησης· το τέταρτο: Ρινόκερως (2020). Συμμετοχή σε δύο βιβλία δοκιμίων· πιο πρόσφατο: Τι μας μαθαίνει η τέχνη – Η καλλιτεχνική πράξη ως διεργασία γνώσης (2020). Μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού “ΦΡΜΚ”· υπεύθυνος για την ποίηση στον ιστότοπο “und.Athens”· επιμελητής των ποιητικών εκδηλώσεων “Με τα λόγια (γίνεται)”. 

Λένα Καλλέργη. Έγραψε τα βιβλία ποίησης Περισσεύει ένα πλοίο (2016· Βραβείο Κύκλου Ποιητών) και Κήποι στην άμμο (2010· Βραβείο «Μαρία Πολυδούρη»). Συμμετείχε επίσης σε δύο συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης. Έχει μεταφράσει Άγγλους ρομαντικούς ποιητές (Ανθολογία ρομαντικών ποιητών, 2021), G. Leopardi, κ.ά..

Δήμητρα Κωτούλα. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Τρεις Νότες για μια Μουσική (2004), Η Επίμονη Αφήγηση (2017), Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος – Ποιήματα της λευκής σελίδας (2021), καθώς και μεταφράσεις, σε συνεργασία με τον Χάρη Βλαβιανό, της Νομπελίστας Λουίζ Γκλικ.

Ασπασία Λαμπρινίδου. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα, σπούδασε φιλολογία, διδάσκει στη μέση εκπαίδευση, γράφει και μεταφράζει ποίηση.

Άρτεμις Μιχαηλίδου. Έχει διδακτορικό στη Μοντέρνα Αμερικανική Ποίηση από το Πανεπιστήμιο του Exeter, καθώς και μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή. Είναι Επίκουρος Καθηγήτρια στη Σχολή Ευελπίδων.

Μέμη Μελισσαράτου. Γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα. Είναι νεοελληνίστρια, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Δίδαξε Νεοελληνική λογοτεχνία, γλώσσα και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Ζει στη Στοκχόλμη.

Μαργαρίτα Μέλμπεργκ. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική και ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, όπου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών. Πιο πρόσφατη μετάφρασή της: Γιασίμ Μοχάμεντ, Μάρτυρες ασήμαντων γεγονότων (2021).

Γιάννα Μπούκοβα. Δίγλωσση ποιήτρια, γεννημένη στη Σόφια, Βουλγαρία. Έχει δημοσιεύσει στα ελληνικά τις συλλογές Ο ελάχιστος κήπος (2006) και Drapetomania (2018). Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ποίησης «ΦΡΜΚ».

Χριστιάνα Μυγδάλη. Φιλόλογος και μεταφράστρια. Διδάσκει διαπολιτισμική μετάφραση και θεωρία διασκευής στο ΕΚΠΑ και ασχολείται με την πρακτική της θεραπευτικής ανάγνωσης.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές (η πιο πρόσφατη: Μεταμορφώ[θ]εις, 2018) και έχει μεταφράσει τις Τουσκουλανές Διατριβές του Κικέρωνα.

Κώστας Πλησιώτης. Ποιητής και μεταφραστής.