Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

για τον leonard cohen [21.ix.1934-7.xi.2016]













Μαρία Βουμβάκη

It's au revoir

Είχα δει τον Leonard Cohen τον Ιούνιο του ‘88 στη συναυλία του στην Αθήνα. Θυμάμαι ένα ωραίο φεγγάρι πάνω από τον Λυκαβηττό. Τώρα γιατί μου έχει κολλήσει το φεγγάρι εκείνο το βράδυ, τι να πω. Μάλλον εκείνος ο κομψός και τρυφερός τροβαδούρος της ενηλικίωσής μου ταίριαζε σε μια καλοκαιρινή νύχτα με φεγγάρι στην μνήμη μου. Ήταν η εποχή του «First we take Manhattan», ο Κόεν με είχε βάλει γι’ άλλη μια φορά να περιπλανιέμαι στους αινιγματικούς του στίχους, άσε που το τείχος του Βερολίνου δεν είχε πέσει ακόμα... Έμοιαζε εύκολο να διαλέξεις τους ήρωες σου τότε (δεν υπήρχε ο κατακλυσμός της πληροφορίας) και σε μια "επίδοξη τραγουδοποιό" σαν κι εμένα, ο Κόεν ξεχώριζε με την αμεσότητα της ερμηνείας, τον συμπυκνωμένο λόγο, την ποίηση και τις απέριττες μουσικές του.

Είμαι αρκετά εξοικειωμένη με τη δισκογραφία του, στο ιστορικό «Pop Eleven» των αδελφών Φαληρέα είχα πρωτοαγοράσει δίσκο του (εισαγωγής!), το Songs of Leonard Cohen ή το Songs From A Room, δεν θυμάμαι. Στη διάρκεια των χρόνων, με τα παλιά και τα καινούργια του τραγούδια, παρέμεινε σταθερά αγαπημένος και επιδραστικός. Ένας δημιουργός δρόμου αντοχής με ένα καταπληκτικό σπριντ στο τέλος – μια που εξέδωσε τρία εξαιρετικά albums την τελευταία πενταετία. "I'm traveling light / it's au revoir", μας είπε λίγες μέρες πριν... "You'll be hearing from me baby / long after I'm gone / I'll be speaking to you sweetly / from a window in the Tower of Song". Εννοείται, Leonard.

~

Π.Ε. Δημητριάδης
Αναμνήσεις από τον Πύργο του Τραγουδιού
(βιωματικό σημείωμα με αφορμή τη μετακόμιση του Leonard Cohen)

Το καλοκαίρι του 1997, σε ηλικία 19 ετών, καθόμουν ένα βράδυ μαζί με την παρέα μου στον κήπο του θρυλικού (για κάποιους Κερκυραίους) «Nowhere», όπου σύχναζα για όλη την ύστερη εφηβεία και μετεφηβεία μου. Ήταν μαζί μας και ένας φίλος ΚΝίτης, που ερχόταν πρώτη φορά εκεί. Το «Nowhere» έπαιζε αποκλειστικά punk και indie, ό,τι ήταν trendy δηλαδή σε εκπομπές του MTV όπως το «120 Minutes» και, μετέπειτα, το «Alternative Nation». Ο φίλος μας ο ΚΝίτης λοιπόν, που ασφυκτιούσε είτε από την ένταση είτε από τη... (μετα)μοντερνίλα του ήχου, ζήτησε να ακούσει κάτι πιο οικείο στην αισθητική του· ζήτησε ν’ ακούσει Leonard Cohen. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την –μη στερούμενη της χαρακτηριστικής του κερκυραϊκής ειρωνείας– απάντηση του φίλου-δασκάλου-μέντορα και συνιδιοκτήτη του χώρου Γιάννη Κρητικού, όταν του μετέφερα την παραγγελιά: «να έρθει μετά σπίτι μου ν’ ακούσουμε μαζί να διαλογιστούμε».
Ως τότε, το μόνο πράγμα που ήξερα για τον Leonard Cohen ήταν ότι ήταν ένας σοβαρός κύριος που μίλαγε πάνω από μουσική, συνοδευόμενος από τραγουδίστριες (το βίντεο κλιπ του “Closing Time” παιζόταν αρκετά από το MTV) και τα credits του στο “First We Take Manhattan” ως b-side στο “Drive” των REM.
Μερικά χρόνια μετά, και αφού θα είχα γράψει κι εγώ τα πρώτα μου «κανονικά» τραγούδια, θα αγόραζα τον δίσκο Im Your Man. Το αγαπημένο μου τραγούδι, και τελικά ένας από τους οδηγούς μου για να γράψω περισσότερα (και καλύτερα;) τραγούδια, ήταν το καταληκτικό, “Tower of Song”. Θυμάμαι ακόμα το συναίσθημα της ταύτισης με στίχους όπως I ache in the places where I used to play και I was born like this, I had no choice και το πόσο με είχε σημαδέψει η αίσθηση του υπεροπτικά άτρωτου που απέπνεε το δίστιχο So you can stick your little pins in that voodoo doll / Im very sorry, baby, it doesnt look like me at all, σε βαθμό που προσπάθησα έκτοτε να το κάνω σημαία μου (που κάηκε και σκίστηκε κάπου στην πορεία, και μετά ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες της, και ξανακάηκε κ.ο.κ.).
Μάλλον μια λέξη μόνο: ζήλεια· η αδυσώπητη επιθυμία να πλησιάσουμε το ιδιοφυές. Αυτό που μας κινητοποιεί τελικά να κάνουμε ό,τι κάνουμε.
O Leonard Cohen είχε γράψει τον επικήδειό του 30 χρόνια πριν πεθάνει. Ή μάλλον είχε ήδη πεθάνει 30 χρόνια πριν, όταν και τον... μετακόμισαν στον πύργο down the track.
“But you’ll be hearing from me, baby, long after I’m gone
I’ll be speaking to you sweetly
from a window in the tower of song”
Μια «εύκολη» προφητεία...

~

Δημήτρης Λεοντζάκος


Δύο τρία πράγματα που ίσως ξέρω για αυτόν
/L.C./
                                              

Έγραψε για το αήττητο μέλλον, για το μίσος της άεργης νύχτας, την αργή μοναξιά της αλήθειας, την ζάλη των υγρών κλειστών δωματίων, τις άρρυθμες όχθες του χορού της αγάπης, τις πραγματικές τρύπες στον απλό αέρα, για την σιωπή, τους κορμούς των απόντων πραγμάτων, τις φωτιές στα άστεγα μάτια των λευκών αγοριών, για τις ανοίκειες καμπάνες που ηχούν, για τα πουλιά στα μοναχικά σύρματα του μη ορατού, τον γδούπο του άυπνου αντρικού σώματος στο αμείλικτο φως, τα δάκρυα του Hitler, την βαρύτητα της αγάπης, τα ταξίδια της επιστροφής, τους πλατείς ποταμούς της λήθης, τις ρωγμές στον άφωνο καπνό του κόσμου, το ερυθρό στον λαιμό των κορυδαλλών, τις άπειρες αποστάσεις της ποίησης των φτερών τους, την Ύδρα των παιδιών που έρχονται, για την πτώση των φύλλων στην αγράμματη νύχτα, τις λεμονιές ως εντελώς ακατανόητες λέξεις, για τα άηχα όνειρα των παγωμένων μύθων, για τα παράθυρα των πραγματικών εβραίων, για την παγωνιά της αγάπης, για τις δύο πλευρές της ψυχής που δεν τέμνονται, για το πιστεύω των νεογέννητων ψαριών στον ωκεανό του τρόμου, για τις λεύκες, τις λευκές φάλαινες των αγρών, για όλα τα τέρατα που δεν μιλούν, τους στίχους που συστρέφουν τις πλέξεις του αδύνατου, για τις περιπετειώδεις σοφίτες των ματιών της, για την απαστράπτουσα πάχνη των λόφων του πόνου αργά το απόγευμα, για το μαύρο σχεδόν δέρμα των άγνωστων για πάντα σωμάτων, για την συνάντηση με αυτό που λέμε άμετρη απώλεια, για την γυναίκα που είναι η κλειστή πόρτα του ευρήματος, για τους αγγέλους του πραγματικού, για την κατοχή του παντός από μια αχνή πεταλούδα, για την κίνηση των κλαδιών όλων των δέντρων που δεν υπάρχουν, για δύο απλές πλάκες σαπουνιού με άρωμα αμύγδαλου, για τον θάνατο που είναι πιο λαμπρός απ’ τον ήλιο, για τις ρυτίδες της πάχνης στο πρόσωπο κανενός, για την έξοδο απ’ το νησί του παραδείσου, όπως την ζωγράφισε ο Marc Chagall, για τα απάνεμα βουνά του Ησαΐα, για τον πατέρα (τον νεκρό πατέρα), για τον νεκρό πατέρα όταν είσαι νεαρός και δεν μπορείς να μεγαλώσεις, για τα ατελείωτα καλοκαίρια της γλώσσα του,
με λίγα μόνο λόγια διότι φοράει καπέλο,
εκείνη την ριζική αμνησία των ασθενών του Oliver Sacks κατάσαρκα, διότι ακολούθησε μυστικός τον πρωθύστερο θάνατό του −  
σταθερά
προς το ρίγος του αόρατου.


Δυο ποιήματα του Λ. Κοέν [μτφρ.: Δ. Λεοντζάκος]

Καλοκαίρι-Haiku 

Για τον Frank και την Marian Scott

Σιωπή
και μια πιο βαθιά σιωπή
όταν το τριζόνι
διστάζει

(από την συλλογή "The Spice-Box of Earth")

[Κάθε άνθρωπος... ]  

Κάθε άνθρωπος
έχει έναν τρόπο να προδίδει
την επανάσταση
Αυτός είναι ο δικός μου

(από την συλλογή "The Energy of Slaves")

~

Όλγα Παπακώστα

ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ

Το δεκάξι υπήρξε δίσεκτο για τις δισκοθήκες μας. Κεραυνοβόλησε αγαπημένους μουσικούς που είχαν ήδη προλάβει να γίνουν αθάνατοι και ακριβώς γι’ αυτό, ο θάνατός τους μας άφησε άναυδους. Η κατάρα του πένθους είναι, ως γνωστόν, τα κλισέ, οπότε οι ορφανοί φανς δεν έχουμε πολλά περιθώρια: ο Κοέν ήταν σπουδαίος. (Everybody knows.) Εξάλλου δεν πέθανε. (Everybody knows.)
Στα τέλη της (προ Σαζάμ) δεκαετίας του ’80, δέχθηκα ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα από έναν φίλο του πατέρα μου. Ο κύριος Μαυρίκιος, ταξιτζής το επάγγελμα και λάτρης της μουσικής (στον ελεύθερο χρόνο του έπαιζε μαντολίνο), είχε μόλις ακούσει στο ραδιόφωνο κάποιο τραγούδι και με θερμοπαρακαλούσε (σιγοτραγουδώντας τον σκοπό) να του πω, αν ήξερα, ποιος το έλεγε, και να του βρω, αν μπορώ, τον δίσκο.
Μα ναι, έτσι γίνεται στις κηδείες: μετά το αρχικό σοκ, ο καθένας βρίσκει κι από μια ιστορία να πει για τον εκλιπόντα. Σε τι ωφελεί ο θάνατος; Στην απελευθέρωση της αγάπης, λέει η Λώρι Άντερσον στο Heart of a dog. Και ναι, σωστά το μαντέψατε, το τραγούδι ήταν το Dance me to the end of love.
Τώρα τρέμει το φυλλοκάρδι μου για τον Τομ Γουέιτς.

~


Κώστας Πλησιώτης

Λέοναρντ Κοέν: Poetopia
Μια εικονοπλαστική αποτύπωση του ποιητικού σύμπαντος του Λ.Κ.

“Η διαδικασία της συγγραφής για εμένα] θυμίζει μια αρκούδα που πέφτει πάνω σε ένα μελίσσι: πέφτω με τα μούτρα και κολλάω εκεί, και το μέλι είναι λαχταριστό, αλλά έχω κολλήσει και είναι απαίσιο και καθόλου κομψό και τόσο άβολο και τόσο μα τόσο επίπονο, μα κάτι το κάνει να φαντάζει αναπόφευκτο.”
 
Λέοναρντ Κοέν, συνέντευξη στον Pico Iyer, 19881

Ένα σύμπαν γαλήνιο. Μέσα στα όρια του, ακόμα κι αν είναι δυσδιάκριτα, κινείται ο ποιητής σε όλες του τις ηλικίες. Σε όλες του τις εποχές. Σε όλες τις εποχές. Περιδιαβαίνει σιωπηλός ανάμεσα σε πανύψηλα δέντρα που άλλοτε τα βλέπει μικρά, και τυφλώνεται από τον ήλιο που στέκει σαν φυλαχτό στο κέντρο του σύμπαντος και φωτίζει μόνο αυτό. Πάντα όμως κοιτάει ψηλά. Αν και οι εποχές περνούν, και τα χρόνια το ίδιο, ο χρόνος φαίνεται πως δεν κυλάει. Ίσως πάλι απλά κυλάει αργά. Τον παρατείνει η προσευχή του ποιητή. Ο Θεός του σύμπαντος δεν είναι παρά ο μοναδικός Θεός. Είναι ο αρχέγονος ίδιος, με τα πολλά βέβαια πρόσωπα. Σε όλες του τις ηλικίες. Σε όλες του τις εποχές. Σε όλες τις εποχές. Είναι η αφορμή να αμαρτήσει και να διεισδύσει εκ νέου στην εσωτερικότητά του. Μέσα του. Ο ποιητής στο σύμπαν αυτό αμαρτάνει πάντα μέσα του. Το θεϊκό βρίσκεται γύρω του. Η αμαρτία βρίσκεται μέσα του. Η επαφή, η πολύ βαθιά επαφή σε όλες τις ζωώδεις της προεκτάσεις. Η σκέψη σε προεκτάσεις του ασυνειδήτου. Το σύμπαν αυτό δεν είναι σύγχρονο. Είναι κομμάτι ενός αρχαίου δημιουργήματος στην άκρη ενός άλλου, πλέον σχεδόν παρωχημένου σύμπαντος. Το σύμπαν αυτό δεν είναι συγχρονισμένο. Πολλές φορές ο ποιητής βουτά ως παιδί στη θάλασσα από το κλαδί του δέντρου και σαν σκεφτεί το Θεό προβάλλει άντρας που κοιτά τον ήλιο με μάτια ορθάνοιχτα. Άλλοτε συμβαίνει το ίδιο, μα είναι ο ποιητής που έχει μπει στη σκέψη του Θεού. Οι ελάχιστες στιγμές που ταράζουν την έξω γαλήνη του σύμπαντος περιέχουν την εξής σκηνή: Ο ποιητής σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο, κλαδί-κλαδί, με το βλέμμα πάντα να μην κοιτάει χαμηλά και σαφώς καρφωμένο στο στόχο. Το μελίσσι. Ο ποιητής φτάνει το μελίσσι. Τριγύρω οι μέλισσες του δίνουν πάντα μια ευκαιρία. Ο ποιητής πάντα απλώνει το χέρι του. Πιάνει το μελίσσι. Στο πρώτο τσίμπημα έρχεται και ο κρότος. Ο ποιητής πάντα ανάσκελα και ηδονικά να απολαμβάνει το μέλι, μα να απολαμβάνει και τα πολλαπλά τσιμπήματα. Ξανά και ξανά τα τσιμπήματα. Αφού πια κείτεται λιπόθυμος, η ησυχία στο σύμπαν έχει επανέλθει. Όταν ο ποιητής συνέλθει, η εμπειρία του αυτή γίνεται πρόφαση να αμαρτήσει μέσα του για να συνομιλήσει με το Θεό έξω του. Συνήθως, μετά από μια τέτοια εμπειρία ο ποιητής απομονώνεται στα δυσδιάκριτα όρια του σύμπαντος, εκεί που το φως και το σκοτάδι οφείλουν να ερωτοτροπούν, και μέσα από τους στίχους του εκτονώνει την σεξουαλική ένταση. Μονάχα, όμως, για να μπορέσει να την αναζωπυρώσει. Ο ποιητής στο σύμπαν του αδιάλειπτα ιντριγκάρει τη φύση, αδιάλειπτα προκαλεί το Θεό. Είναι αδιάλειπτα ποιητής.

~

Παναγιώτης Ιωαννίδης

«Να ξεχάσω, αδύνατον – μα δεν θυμάμαι τι»
για τον Leonard Cohen

Τρεις, τουλάχιστον, παράδεισοι θα ερίζουν, ποιος να τον πρωτοδεχτεί: ο εβραϊκός, της γενιάς του∙ ο βουδιστικός, που τον διάλεξε∙ ο χριστιανικός, των τόσων θαυμαστριών και θαυμαστών του.
Λένε: τα προσωπικά επιμνημόσυνα κείμενα δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Λέω πως αν είναι όντως ανεπιτήδευτα προσωπικό (και όχι εγωτικό), ένα κείμενο πένθους και χαράς ενδεχομένως να αφορά κάθε πρόσωπο που έχει πενθήσει και χαρεί. Λέω να δοκιμάσω.
Η μαμά του φίλου μου, του Στέλιου, μας έβαζε ασταμάτητα ν’ ακούμε –και μας προέτρεπε να χορεύουμε– το Various Positions, όταν βγήκε το 1984. Παρότι αναγνωρίζαμε, και μας διασκέδαζε, το ‘μπουζούκι’ στο χασάπικο “Dance me to the end of love”, δεν νομίζω ότι καταλαβαίναμε –ή μας ένοιαζε να καταλάβουμε– και πολλά. Δεν ήταν δίσκος για μοντέρνους εφήβους αυτός. Δυο χρόνια αργότερα, στον κρύο αγγλικό Βορρά, η Maria Grazia, πλάι στην “Canzone dellamore perduto” του Fabrizio de André,  θα μου τραγουδούσε στην κιθάρα της το “Suzanne”. To Im your man του 1988 και το Futures του 1992, τα χορέψαμε όντως, εν μέρει, στα πάρτυ. Αλλά έπρεπε να έλθουν τα Ten New Songs του 2001, για να νιώσω τον Κοέν συντροφιά. Άργησε να μου αρέσει ο δίσκος αυτός – μα τότε, έπεσα με τα μούτρα στις αναδρομικές ακροάσεις. Που συνεχίζονται κι επαναλαμβάνονται. (Ήταν απώλεια ο θάνατος του Bowie – αλλά ο θάνατος του Cohen, σαν να τον ακούμπησε απαλά δίπλα μας για πάντα.) Με σωρό τις ‘ανακαλύψεις’∙ μια απ’ τις πρώτες: το επίμονο –σαν σκάλισμα νυχιού πτηνού στο πατημένο χώμα– ούτι να παρακαλεί: «Αγάπη, αγάπη, αγάπη, γύρνα πίσω» (στον ‘ζωντανό’, από το 1979, πολύ αγαπημένο, δίσκο του 2001, Field Commander Cohen.) Και την σταδιακή διαπίστωση ότι, όσο μεγαλώνει –όσο απομακρύνεται από τον αυστηρά φολκ τρόπο σύνθεσης αλλά και ερμηνείας που πρότεινε ο Ντύλαν–, τόσο περισσότερα τραγούδια του μ’ αρέσουν.
Έπρεπε όμως να περιμένω 15 χρόνια ακόμη, μέχρι το φετινό You want it darker, για κάτι εφάμιλλο των Δέκα Καινούργιων Τραγουδιών. Απροσδόκητο και τελικό.
Δεκατέσσερις δισκογραφημένες συλλογές τραγουδιών σε 50 χρόνια, δεν είναι πολλές, δεν είν’ και λίγες. Υπάρχουν όμως και οι (επίσημες και ανεπίσημες) ηχογραφήσεις συναυλιών – πιο πυκνές μετά το 2004, όταν, βρίσκοντας τον τραπεζικό του λογαριασμό αδειανό (η κάποτε ερωμένη του και επί πολλά έτη διαχειρίστια των οικονομικών του είχε φροντίσει σταδιακώς να αποσύρει κάμποσα εκατομμύρια δολλάρια), ο Κοέν ξανάρχισε τις περιοδείες, το 2008: στα 74 του. Τα οπτικά και ηχητικά τεκμήρια, που αυξάνονται και πληθύνονται (απλός δίσκος το Songs from the road, διπλός το Live in London, τριπλός το Live in Dublin), μαρτυρούν στιγμές χαρισάμενες –η φωνή του σαν να ‘χει ξανανιώσει– απίστευτης γλυκύτητας και άνεσης. Ο άνθρωπος που δεν άντεχε, στα νιάτα του, να τραγουδά σε κοινό, ξαναλέει πλήθος τραγούδια, πολλές φορές ‘καλύτερα’ κι από τις αρχικές ερμηνείες του. (Τα ίδια μαρτυρούν και όσοι είχαν το προνόμιο να τον ακούσουν στην Μαλακάσα το 2008.)
Είχαν, φυσικά, μεσολαβήσει πολλά. Και η απόσυρσή του σε βουδιστικό μοναστήρι της Καλιφόρνιας, πλάι στον επί σαράντα χρόνια γέρο δάσκαλό του Κυοζάν Τζόσου Σασάκι Ρόσι, από το 1993 ώς το 1999, ίσως να μην ήταν από τα λιγότερο σημαντικά.
Λένε πως οι πρώτες εκτελέσεις τραγουδιών δεν ξεπερνιούνται ποτέ – και πως από εκεί καταλαβαίνεις πόσο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι ο πρώτος διδάξας. Όμως η λυσσασμένη ρούμπα που έφτιαξε ο Rufus Wainwright από το “Everybody knows”, ή το αργό kaddish που έγινε το “If it be your will” στα χείλη και στα χέρια του Anthony, νιώθω να δικαιώνουν υποδειγματικά την μεγαλοσύνη αυτών των τραγουδιών. Δικαίωση της κοινοκτημοσύνης: σαν κάποιες μπαλλάντες του Σκωτσέζου Ewan McColl, που γρήγορα τις υιοθέτησαν οι travelling people των νήσων της Βρετανίας και της Ιρλανδίας, ως δικά τους, ‘δημοτικά’ τραγούδια. (Όσο για το περίφημο “Hallelujah” –που παρατραγουδήθηκε, κατά τον ίδιο τον Κοέν– ούτε η επανεκτέλεση του Ντύλαν –παρεμπιπτόντως, θαρρώ δεν ήμαστε λίγοι όσοι σκεφτήκαμε πως, αν έπρεπε το Νομπέλ να πάει σε αγγλόφωνο τραγουδοποιό, τότε γιατί όχι στον Κοέν ή την Τζόνι Μίτσελλ, οι στίχοι των οποίων, αν και σαφώς λιγότερο γνωστοί, είναι μάλλον καλύτερη ποίηση από του σούπερσταρ Ντύλαν–, ούτε του Jeff Buckley, ούτε της k.d. lang: πάλι του Ρούφους Γουαίινραϊτ. Ίσως να με μαγεύει και να μ’ επηρεάζει η εξιστόρησή του: γειτονόπουλα με την Lorca, γόνοι τραγουδοποιών αμφότεροι, ο μπαμπάς της τους ετοίμαζε βραδινό στην κουζίνα, εξαφανιζόταν για λίγο, και κατέβαινε πάλι κοστουμαρισμένος για να βγει – τότε ο μικρός τιναζόταν: «Oh my God! Oh my God! Its Leonard Cohen! Its Leonard Cohen!”)
Να φταίει το γούστο μου, ο καιρός, ή και τα δυο, που όλα σχεδόν τα τραγούδια του που αγαπώ, ακούγονται  σαν προσευχές, σαν ύμνοι, ή σαν αργά εμβατήρια; Κάποιες στιγμές, η μουσική ξεχνιέται, παύει να (τον) απασχολεί∙ μα λάμπουν πάντα οι στίχοι. “I cant forget, but I dont remember what”.

*

Μαρία Βουμβάκη.  Τραγουδοποιός. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε πιάνο και ανώτερα θεωρητικά στο Εθνικό Ωδείο. Ασχολήθηκε μόνη της με την εφαρμογή της νέας μουσικής τεχνολογίας (synthesizers, samplers, τεχνικές studio) στις συνθέσεις της. Το 1991, στους Αγώνες Τραγουδιού της Καλαμάτας κέρδισε το Α’ Βραβείο. O πρώτος δίσκος της (Μέσα σε πόλεις και σε κύματα συγχρόνως, 1993)  εκδόθηκε  από τον  «Σείριο»  σε παραγωγή Μ. Χατζιδάκι. Ακολούθησαν άλλοι δύο ώς σήμερα: Πρόβες Αποχαιρετισμού (1999) και Το Τερραίν του Παραδείσου (2006). Εκτός απο τη μουσική, αγαπάει την τεχνολογία και τη θάλασσα.

Π.Ε. Δημητριάδης. Γεννήθηκε στην Αθήνα λόγω λάθους εκτίμησης στον τόπο καταγωγής και ανατροφής του, την Κέρκυρα. Τελείωσε το Γλωσσολογικό Θεσ/νίκης. Γράφει στίχους, που συνήθως (προσπαθεί να) κάνει τραγούδια, τα οποία και εκδίδει σε δίσκους, με τη συνδρομή των συνοδοιπόρων του στο συγκρότημα «Τα Παιδιά της Παλαιότητας» (πάλαι ποτέ «Κόρε. Ύδρο.»). Το 2011 εξέδωσε, ως επιστέγασμα παρέργου δεκαετίας, την ποιητική συλλογή Ξεκαθάρισμα Λογαριασμών.

Παναγιώτης Ιωαννίδης. Γράφει και μεταφράζει – ποίηματα, κυρίως, και δοκίμια. Βιβλία του: Το σωσίβιο (2008), Ακάλυπτος (2013), Πολωνία (2016). Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ, και επιμελείται τις ποιητικές αναγνώσεις “Με τα λόγια (γίνεται)”.

Δημήτρης Λεοντζάκος. Έχει εκδώσει τις συλλογές Κόμικ (2001), Η Κίρκη ξαφνικά (2004), Κινέζικα (2010), Τα σκυλιά του Ακταίωνα (2014), Τίγρεις σε ενυδρείο (2016). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Η συλλογή του Το μάτι και η Νύχτα είναι υπό έκδοση.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Το 2013 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Όχι ακόμη Κάρμεν. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. 

Κώστας Πλησιώτης. Ποιητής και μεταφραστής. Τους τελευταίους μήνες ζει, σπουδάζει και γράφει στο Μπέρμιγχαμ του Ηνωμένου Βασιλείου.


[Στην εικόνα, ο Λ.Κ. από τον Αλέκο Παπαδάτο - λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του τεύχους 72, Δεκ. 2016, του "The Books' Journal", όπου δημοσιεύθηκαν τα πιο πάνω κείμενα.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου