Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

απρίλιος-μάιος 2020 _ robert frost


 










«Δεν μου αρέσει να ’μαι δύσκολος – μ’ αρέσει να παίζω»



Το δέντρο που η θύελλα τσακίζοντας το ξύλο
Ρίχνει μπροστά μας δεν είν’ για να εμποδίσει
Οριστικά το πέρασμά μας προς του ταξιδιού το τέλος
μα μόνο ποιοί θαρρούμε ότι είμαστε να μας ρωτήσει.


[από το ποίημα «Σ’ ένα δέντρο πεσμένο μες στον δρόμο», στο Νιου Χάμσαϊρ (1923) – μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης]


Ο σημαντικός Αμερικανός ποιητής Robert Frost (1874-1963) είχε μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό όσο ζούσε, όπως έχει ακόμα και στις μέρες μας. Ιδιαίτερα αγαπητός στην Ελλάδα, είχε επισκεφτεί την χώρα μας το 1961 –μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του– ως προσκεκλημένος της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, όπου μίλησε σε εκδήλωση για το έργο του. Πενήντα οκτώ χρόνια αργότερα, την Τετάρτη 13 Μαρτίου 2018, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση και πάλι, το «Με τα λόγια (γίνεται)» –στην πέμπτη εκδήλωση της όγδοης περιόδου τους, και στο πλαίσιο του καθιερωμένου ετήσιου αφιερώματος στην αμερικανική ποίηση για τον εορτασμό του «Μήνα της Ποίησης»– παρουσίασε μια βραδιά αφιερωμένη στο έργο του. Σήμερα, το αφιέρωμα αυτό παρουσιάζεται εμπλουτισμένο, με μεταφράσεις ποιημάτων του Φροστ από δεκαπέντε Έλληνες ποιήτριες και ποιητές –Ορφέας Απέργης, Μαίρη Γιόση, Μυρσίνη Γκανά, Αντωνία Γουναροπούλου, Γιάννης Δούκας, Λένια Ζαφειροπούλου, Λευτέρης Ζαχαριουδάκης, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Λένα Καλλέργη, Δήμητρα Κωτούλα, Στέργιος Μήτας, Άρτεμις Μιχαηλίδου, Χριστιάνα Μυγδάλη, Όλγα Παπακώστα και Κώστας Πλησιώτης– καμωμένες ειδικά για την εκδήλωση του “Με τα λόγια (γίνεται)” και ενταγμένες σ' ένα εργοβιογραφικό και κριτικό αφήγημα (όπου με πλάγια δηλώνονται αποσπάσματα απαντήσεων του Φροστ από την εκτενή συνέντευξή του στον Richard Poirier, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Paris Review» το 1961) του επιμελητή, Παναγιώτη Ιωαννίδη.

*

Κατά την  διάρκεια της ζωής του, ενώ κάποιοι απολάμβαναν την «προσβάσιμη» ποίησή του, άλλοι τον θεωρούσαν ποιητικά «συντηρητικό», επειδή έγραφε με μέτρο και ομοιοκαταληξία, αλλά και λόγω των «αγροτικών» ή ορισμένων κάπως ηθικοπλαστικών θεμάτων του. Παραταύτα, ο μοντερνιστής Ezra Pound ήταν ο πρώτος σημαντικός κριτικός που χαιρέτισε το έργο του. Πάντως ήδη από τότε, αλλά ευκρινέστερα σήμερα, 57 χρόνια μετά τoν θάνατό του, είναι σαφή τα αληθινά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποίησής του: η μουσικότητα των στίχων σε συνδυασμό με την χρήση της καθομιλουμένης, η ευθύτητα της έκφρασης, αλλά και ένα εντελώς ‘σύγχρονο’ σκοτεινό υπόβαθρο –φόβων, αμφιβολιών, ακόμη και τύψεων– του αμφιλεγόμενου περιεχομένου κάποιων ποιημάτων του.






















Αμάζευτη σοδειά


Μυρωδιά ώριμου φρούτου πίσω απ’ τη μάντρα.

Και καθώς ξέκοψα απ’ τον συνηθισμένο δρόμο

Για να δω τι με έκανε να κοντοσταθώ,

Νά που ξεπρόβαλε μια μηλιά

Που είχε αποβάλει το θερινό φορτίο της,

Και γυμνωμένη εκτός απ’ τα ισχνά φυλλώματά της

Ανάπνεε τώρα ανάλαφρη σαν γυναικεία βεντάλια.

Γιατί είχε συμβεί μια πτώση μήλων

Τόσο ολοσχερής όσο και η πτώση

που το μήλο επιφύλαξε στον άνθρωπο.

Το έδαφος ήταν ένας κύκλος συμπαγής βαθυκόκκινος.


Μακάρι να υπάρχει πάντα αμάζευτη σοδειά!

Μακάρι κάτι να ξεφεύγει από τα σχέδιά μας,

Μήλα ή κάτι ξεχασμένο και παρατημένο,

Έτσι που το να μυρίζεις τη γλυκιά ευωδιά του

κλοπή δεν θα΄ταν.



μτφρ.: Μαίρη Γιόση



«Γνωστός για τις ρεαλιστικές του απεικονίσεις της αγροτικής ζωής και για τον δεινό χειρισμό της αμερικανικής καθομιλουμένης, ο Φροστ έγραψε συχνά για σκηνές της αγροτικής ζωής στην Νέα Αγγλία κατά τον πρώιμο εικοστό αιώνα, χρησιμοποιώντας τες για να εξετάσει σύνθετα κοινωνικά και φιλοσοφικά θέματα», είναι η τρίτη εισαγωγική πρόταση στο οικείο λήμμα της Wikipedia. «Ίσως η κύρια δυσκολία μιλώντας για τον Ρόμπερτ Φροστ, τόσο για εκείνους που μιλούσαν γι’ αυτόν όσο ζούσε όσο και για εκείνους που μιλούν γι’ αυτόν τώρα», ξεκινά την εισαγωγή της εκλογής του από το έργο του Φροστ, ο Βρετανός ποιητής, κριτικός και εκδότης Ian Hamilton, «να είναι η δυσκολία να ξεχωρίσεις την ποίηση από την δημόσια προσωπικότητα» – δυσκολία που οπωσδήποτε δεν είναι άγνωστη και στα καθ’ ημάς. «Όσο ζούσε», συνεχίζει, «ο Φροστ ήταν το πλησιέστερον προς έναν ‘εθνικό’ ποιητή που διέθετε η Αμερική. Οι αρετές και η σοφία του επικροτούνταν ως αντιπροσωπευτικώς, και ενθαρρυντικώς, ‘Γιάνκικες’ – αποσταγμένα από το χώμα, τα ποιήματά του μιλούσαν για αγροτική εργασία, για αξιοπρεπή αυτάρκεια, για οξύνοες, πρακτικές κι ωστόσο αξιοσέβαστες συναλλαγές με μια φύση την οποία εκείνος και αγαπούσε και μισούσε. Ήσαν επίσης, αρκετά συχνά, ανερυθρίαστα συντηρητικά και πατριωτικά. Κι ακόμα καλύτερα, έμοιαζαν να μιλούν∙ να μιλούν μ’ έναν φυσικό απροσποίητο τρόπο – σαν ένας λίγο ώς πολύ συνηθισμένος άνθρωπος να μιλάει σε λίγο ώς πολύ συνηθισμένους ανθρώπους.» Φυσικά, την εικόνα αυτή, επιμελώς καλλιεργούσε και ο ίδιος ο ποιητής, τόσο με τα γραπτά του όσο και με τις δημόσιες εμφανίσεις κι απαγγελίες του, με την υποβλητική φωνή του. Κι αυτή η εικόνα ίσως οδήγησε τον Malcolm Cowley, στα 1944, να γράψει: «Τον επαινούν υπερβολικά συχνά και με υπερβολικά μεγάλη σφοδρότητα άνθρωποι που δεν αγαπούν την ποίηση.»

Ωστόσο, σταδιακά, είχε αρχίσει να διατυπώνεται και μια άλλη, πολύ διαφορετική, άποψη – που εντέλει, ευτυχώς, επικράτησε. Ακριβώς σε αυτόν τον ‘άλλον’ Φροστ –που, όπως θα δούμε, αφενός είναι σημαντικός διαχρονικά, αφετέρου ενδιαφέρει και όσες κι όσους ζούμε εκτός των ΗΠΑ– είναι εστιασμένη η αποψινή μας εκδήλωση.

Ο επιφανής κριτικός Lionel Trilling, λοιπόν, εκφωνώντας έναν τιμητικό λόγο για τα 85χρονα του Φροστ, σκανδάλισε το ακροατήριό του αναφερόμενος στο «τρομακτικό» στοιχείο που εμφανίζεται στα καλύτερα ποιήματά του, την (όπως αναδιατυπώνει ο Χάμιλτον) «παντελώς απαρήγορη και απόλυτη αίσθηση ματαιότητας», και «την ουσιώδη απόγνωση σε πολλά, ακόμη και από τα πιο ευπροσήγορα, ποιήματά του». Σ’ αυτό, ωστόσο, ήταν σύμφωνος κι ο ίδιος ο ποιητής: υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που σε κάνουν σκοτεινό. [Τα βιβλία μου] είναι γεμάτα σκοτάδι.

Παρομοίως, ο ποιητής και κριτικός Randall Jarrell είχε εγκαίρως επισημάνει –σύμφωνα με την διατύπωση του Brad Leithauser– «τον ‘άλλο’ Φροστ [...] – τον ‘σκοτεινό’ Φροστ που ήταν απελπισμένος, φοβισμένος, και θαρραλέος – [που] έχει γίνει ο Φροστ που όλοι μάθαμε να αναγνωρίζουμε». Και, ήδη από το 1953, ο ποιητής James Radcliffe Squires τον είχε δει ως «δραματικά μη δέσμιο της μίας και μόνης λύσης»: «στον βαθμό που ο Φροστ διαθέτει ένα λαμπρό βασίλειο και στο γεγονός και στην διαίσθηση, μιλά εξ ονόματος πολλών εξ ημών. Στον βαθμό που μιλά μέσω ενός αμαλγάματος αισθήσεων και βέβαιης εμπειρίας [...], μιλά καλύτερα από πολλούς εξ ημών. Τουτέστιν, όπως πρέπει να μιλά ένας ποιητής». Άλλοι, πάλι, είπαν πως «τα καλύτερα έργα του Φροστ διερευνούν θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης, απεικονίζοντας με ανατριχιαστική γυμνότητα την μοναξιά του ατόμου μες σ’ ένα αδιάφορο σύμπαν». Ο κριτικός M.I. Rosenthal μίλησε για την «έκπληκτη αίσθησή του της σκληρότητας των πραγμάτων»: «στις πιο δυνατές στιγμές του, ο Φροστ είναι το ίδιο κλονισμένος από την ‘φρίκη’ όσο και ο Έλιοτ, και προσεγγίζει την υστερική κόψη της ευαισθησίας με παρόμοιο τρόπο [...] Είναι και δικός του, ο μοντέρνος νους σε αναζήτηση του δικού του νοήματος.» Για να φτάσουμε στο 2003, όταν ο κριτικός Charles McGrath θα τον χαρακτηρίσει «ζοφερό και αδυσώπητο μοντερνιστή».


Σπιτίσιος φόβος


Πάντα –σ’ το λέω, αυτό το μάθανε–

Πάντα τη νύχτα, όταν γυρίζανε

Από μακριά – σπίτι μοναχικό,

Λάμπες σβηστές, τζάκι τεφρό,

Μάθαν να κροταλίζουν το κλειδί

Ώστε να δίνουν σ’ ό,τι είχε κρυφτεί

Σήμα και χρόνο για να φτερουγίσει:

Και προτιμώντας το έξω από το μέσα κάθε νύχτα

Μάθαν ν’ αφήνουνε ορθάνοιχτα

Μέχρι που η λάμπα να φωτίσει.


μτφρ.: Ορφέας Απέργης













Βέβαια, μορφικά, δεν πρωτοτύπησε: πολλά από τα ποιήματά του είναι γραμμένα με πολύ σαφές μέτρο και σε ομοιοκατάληκτους στίχους – ο ίδιος εξάλλου είχε πει για τις ομοιοκαταληξίες πως κουβαλάνε μια πρόθεση που περισσότερο την αισθάνεσαι παρά την σκέφτεσαι. Σε άλλα ποιήματα, πάλι, λείπει η ομοιοκαταληξία, και το μέτρο, αν και παραμένει, ‘χαλαρώνει’: λίγο όπως συμβαίνει, στα ελληνικά, στον Καβάφη.

Αν και όπως είχε πει ο Φροστ, «το να έγραφε σε ελεύθερο στίχο θα ήταν σαν να έπαιζε τέννις χωρίς δίχτυ», η πρόκληση που έθεσε εις εαυτόν –με τα λόγια του Χάμιλτον– «ήταν να διακινδυνεύσει να δεχθεί εντός ενός παραδοσιακού πλαισίου αυτό που θα ονομάζαμε το περιττόν της ομιλίας – τους δισταγμούς, τους μετριασμούς, τις επαναλήψεις, τις ψευδείς ενάρξεις, τις παρενθέσεις, κ.ο.κ. [...] Το μήνυμα μοιάζει να είναι πως μπορείς πάντα να εμπιστεύεσαι έναν άνθρωπο που σε αφήνει να τον τσακώσεις να σκέφτεται μεγαλόφωνα». Ωστόσο, από τα πιο γοητευτικά χαρακτηριστικά του ποιητικού του ύφους είναι –ο Χάμιλτον και πάλι– «η λεπτοφυώς προμελετημένη ισορροπία του υψηλώς ποιητικού με το χαμηλό της καθομιλουμένης» (την οποία ο ίδιος ο Φροστ ονόμαζε «ήχο του νοήματος»), «η χρήση του αφορισμού και ιδιαιτέρως του αφορισμού που απηχεί ένα παραιτημένο κέφι, ή μια κεφάτη παραίτηση. [...] Πίσω από την παραίτηση αυτή υπάρχουν όμως βαθιές περιοχές φόβου και απελπισίας, αλλά μόνον κατά διαστήματα τους επιτρέπεται να διαφανούν».

Οι εικόνες και τα σύμβολά του είναι, συχνά, κοινόχρηστα. Ίσως γι’ αυτό, στις καλύτερες περιπτώσεις, θαυμάζουμε την αμεσότητα και την οικονομία του. Όπως είπε ο ίδιος, το ποίημα «ξεκινά μ’ έναν κόμπο στο λαιμό, ένα αίσθημα αδικίας, νοσταλγία, μοναξιά. Ποτέ δεν είναι σκέψη στην αρχή του. Στην καλύτερη εκδοχή του είναι μια προκλητική αοριστία.» Ωστόσο επίσης είπε: «Η αντικειμενική ιδέα είναι το μόνο που με ένοιαξε ποτέ.» Και πάλι αλλού: «Η δροσιά ενός ποιήματος οφείλεται ολοκληρωτικά στο να μην το ’χεις σκεφτεί απ’ τα πριν.» Στο δε δοκίμιό του «Εκπαίδευση δια της Ποιήσεως»: «Η ποίηση ξεκινά με τετριμμένες μεταφορές, όμορφες μεταφορές, χαριτωμένες μεταφορές, και συνεχίζει ώς την βαθύτερη σκέψη που διαθέτουμε. Η ποίηση παρέχει τον μόνο επιτρεπτό τρόπο να λέμε ένα πράγμα και να εννοούμε ένα άλλο [...] Αν δεν αισθάνεσαι την μεταφορά οικεία, αν δεν έχεις λάβει την σωστή ποιητική εκπαίδευσή σου στην μεταφορά, δεν είσαι ασφαλής πουθενά.»

Όπως ελπίζουμε να δείξουν και τα υπόλοιπα ποιήματα που θα ακούσετε, φαίνεται τελικά ότι και στις σκέψεις του περί την ποίηση, οι αντιφάσεις είναι αυτές που εντείνουν το ενδιαφέρον. 


Στους Κήπους του Γούντγουορντ


Ένα αγόρι, απ’ την πολλή νοημοσύνη αποτολμώντας,

Έδειξε κάποτε σε δυο μικρές μαϊμούδες έγκλειστες

Έναν συγκλίνοντα φακό που δεν μπορούσαν να εννοήσουν

Ούτε ποτέ να διδαχθούν πώς να εννοήσουν.

Ανώφελες οι λέξεις: σε τίποτα δεν θα βοηθούσε

Αν έλεγε πως πρόκειται για κάτοπτρο για τη συγκέντρωση ηλιαχτίδων.

Αλλά ας τ’ αφήσουμε πώς λειτουργεί το εργαλείο να τους δείξει.

Μ’ ακρίβεια σημάδεψε τον ήλιο πάνω στη μύτη

Πρώτα της μιας, και έπειτα της άλλης, μέχρι που έφερε

Στα μάτια τους ένα ύφος απορημένα απλανές

Που το βλεφάρισμα δεν έλεγε να σβήσει.

Στέκονταν με τα χέρια τους στα κάγκελα πλεγμένα,

Κι αντάλλασσαν αμήχανες ματιές για τη ζωή.

Η μια ακούμπησε στοχαστικό το χέρι της στη μύτη

Σαν να θυμήθηκε – ή, ίσως, να βρισκόταν σε ακτίνα

Ένα εκατομμύριο χρόνια απ’ την ιδέα.

Πόνεσαν οι μικρές μπλάβες αρθρώσεις της.

Το ήδη γνωστό είχε και πάλι επιβεβαιωθεί

Μέσω του ψυχολογικού πειράματος,

Κι εκείνο θα ’ταν το μοναδικό αξιοπρόσεκτο εύρημα

Αν δεν αποτολμούσε το αγόρι τόσο κοντά και τόση ώρα.

Με μιαν ακαριαία κίνηση του χεριού, μιαν αρπαγή

Ανήκε πια ο φακός στη μαϊμού και όχι στο αγόρι.

Γρήγορα αποσύρθηκαν στα πίσω του κλουβιού

Και διεξήγαγαν πραγματογνωμοσύνη

Απ’ την πλευρά τους, έστω και δίχως την απαιτούμενη οξυδέρκεια.

Δάγκωσαν τον φακό και ακροάστηκαν τη γεύση του.

Έσπασαν τη λαβή και τους συνδέσμους της.

Κατόπι, διόλου σοφότερες, στ’ αλήθεια τον παράτησαν,

Κι αφού τον έκρυψαν μες στ’ αχυρένια τους στρωσίδια

Ως πρόληψη για την ανία του εγκλεισμού,

Με απάθεια επέστρεψαν μπροστά, στα κάγκελά τους,

Κι έδωσαν την απόκρισή τους: Ποιος είπε ότι έχει σημασία

Οι μαϊμούδες τι εννόησαν, τι όχι;

Ίσως να μην εννόησαν έναν συγκλίνοντα φακό.

Ίσως ούτε τον ήλιο δεν εννόησαν.

Να ξέρεις τι να κάνεις με τα πράματα, αυτό είναι που μετρά.


μτφρ.: Γιάννης Δούκας


Ο Robert Lee Frost γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο στις 26 Μαρτίου 1874. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και δημοσιογράφος. Όταν, 11 χρόνια αργότερα, πέθανε από φυματίωση αφήνοντας μόνον 11 δολλάρια στην οικογένειά του, εκείνοι μετακόμισαν στην Ανατολική Ακτή, στο Lawrence της Μασσαχουσσέτης, όπου ζούσε ο εκ μητρός παππούς.

Ο Φροστ μεγάλωσε στην πόλη του Λώρενς, λοιπόν, και δημοσίευσε το πρώτο ποίημά του στο περιοδικό του Γυμνασίου. Αργότερα θα πει:

Στα δεκατρία, δεκατέσσερα, τότε ακριβώς ξεκίνησα να διαβάζω. [Προηγουμένως,] με έβγαζαν έξω στον καθαρό αέρα για την υγεία μου.

Δεν έγραψα πεζό ή στίχους καθόλου πριν το 1890. Πρωτύτερα, έγραφα φράσεις στα Λατινικά και τα Αρχαία Ελληνικά.

Δεν γράφω ποτέ παρά μόνο πάνω σε μια φορητή τάβλα. Ποτέ, σ’ όλη μου τη ζωή, δεν είχα τραπέζι. Και χρησιμοποιώ ο,τιδήποτε. Μπορεί να γράψω και στην σόλα του παπουτσιού μου.

Αποφοίτησε από το σχολείο το 1892, μάλιστα ως ο ποιητής της τάξης του. Φοίτησε κατόπιν για δύο μήνες στο Dartmouth College, μα το εγκατέλειψε για να δουλέψει ως δάσκαλος, διανομέας εφημερίδων, εργάτης σ’ εργοστάσιο.

Το 1894, πούλησε το πρώτο του ποίημα «Η Πεταλούδα μου, Μια Ελεγεία» στο έντυπο “New York Independent” για 15 δολάρια – ισοδύναμα με 450 σήμερα!

Έναν χρόνο αργότερα, παντρεύτηκε την Elinor Miriam White, με την οποία έκαναν έξι παιδιά – μα μόνο δύο έζησαν παραπάνω απ’ τον πατέρα τους.

Από το 1897 ώς το 1899, σπούδασε Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, μα το εγκατέλειψε κι αυτό, λόγω ασθενείας, για να ασχοληθεί, επί εννέα έτη, με το αγρόκτημα στο Derry του New Hampshire που του είχε αγοράσει, λίγο πριν πεθάνει, ο παππούς του. Συγχρόνως, έγραφε ποιήματα τα πρωινά. Μα απέτυχε ως αγρότης, κι επέστρεψε στην εκπαίδευση ως καθηγητής Αγγλικών.

Απέτυχε και ως ποιητής: τα περιοδικά συνεχώς απέρριπταν τα ποιήματά του. Έτσι, το 1912, αναζητεί καλύτερη τύχη, σαλπάροντας με την οικογένειά του για την Μεγάλη Βρετανία. Εκεί γνωρίζει διάφορους λογοτέχνες και ποιητές, όπως τον Άγγλο Edward Thomas και τον Αμερικανό Ezra Pound, και, το 1913 –στα 39 του– καταφέρνει επιτέλους να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο: A Boys Will [Θέληση Αγοριού]. O Πάουντ σπεύδει να γράψει: «Αυτός ο άνθρωπος έχει την εξυπνάδα να μιλά φυσικά και να ζωγραφίζει το πράγμα, το πράγμα όπως το βλέπει.» Να, λοιπόν, ένα ποίημα από το πρώτο αυτό βιβλίο:


Απροθυμία



Έξω, στα χωράφια και στα δάση,

Και πέρα από τους τοίχους, τριγύρισα·

Ανέβηκα τους λόφους με τη θέα

Και κοίταξα τον κόσμο, και κατέβηκα·

Γύρισα σπίτι απ’ τον μεγάλο δρόμο,

Και να που όλα τελείωσαν πια.


Όλα τα φύλλα είναι νεκρά στο χώμα,

Εκτός από όσα κρατά η βελανιδιά

Για να τα ξεφτίσει ένα-ένα

Και να τ’ αφήσει να κυλάνε αργά

Γδέρνοντας την κρούστα του χιονιού,

Όταν άλλοι κοιμούνται βαθιά.


Κείτονται ακίνητα τα φύλλα τα νεκρά,

Δεν τα φυσά ο αέρας πια εδώ κι εκεί·

Χάθηκε η τελευταία μαργαρίτα·

Κι έχει η ανθισμένη αμαμελίδα μαραθεί·

κάτι να βρει η καρδιά ακόμα λαχταρά,

όμως τα πόδια τη ρωτούν: ‘Προς ποια κατεύθυνση;’


Αχ, πότε, για των ανθρώπων την καρδιά,

Σαν προδοσία δεν έχει φανεί

Ν’ ακολουθήσουν τη ροή των πραγμάτων

Με χάρη ν’ αφεθούν στη λογική,

Να υποκλιθούν, και δεχτούν ότι τελειώνει

Μια αγάπη ή μια εποχή;


μτφρ.: Λένα Καλλέργη


















Ακολούθησε, τον επόμενο χρόνο, το North of Boston [Βορείως της Βοστόνης].

Εν πολλοίς χάρη στήν θετική κριτική του Πάουντ, επιστρέφοντας το 1915 στην Αμερική για να εγκατασταθεί σ’ ένα άλλο αγρόκτημα του Νιού Χάμσαϊρ, ο Φροστ μπορούσε πια να αφοσιωθεί στην ποίηση – και στην διδασκαλία, είτε σε Κολλέγια και Πανεπιστήμια, είτε μέσω προσκεκλημένων διαλέξεων και αναγνώσεων.

Έναν χρόνο αργότερα, δημοσιεύει το Mountain interval [Ορεινό διάλειμμα]. Σ’ αυτό το τρίτο βιβλίο του –το πρώτο που εκδίδεται απευθείας στην πατρίδα του– σημειώνεται μια στροφή προς συντομότερα, στοχαστικότερα ποιήματα. Να τρία από αυτά:


Το Σταχτοπούλι


Υπάρχει ένας τραγουδιστής που έχουν όλοι ακούσει,

Στεντόρειος, πουλί μεσοκαλόκαιρου κι ανάμεσα στο πούσι

Που κάνει τους γερούς κορμούς των δέντρων πάλι να αντηχούν.

Λέει πως τα φύλλα γέρασαν και πως για τα λουλούδια

Το θέρος είναι το ένα στης άνοιξης το δεκαπλό.

Λέει ότι τα πρώτα πέταλα γίνανε παρελθόν

Όταν της αχλαδιάς και βυσσινιάς τα άνθη πήρε η καταιγίδα

Στις μέρες του ήλιου μία στιγμή νεφών.

Και φτάνει το φθινόπωρο, εκείνη η άλλη πτώση.

Λέει πως της δημοσιάς η σκόνη τα πάντα έχει σκεπάσει.

Θα σταματούσε το πουλί και θα ήταν σαν και τ’ άλλα

Όμως γνωρίζει τραγουδώντας να μην τραγουδά.

Η ερώτηση που θέτει με το κάθε τι, αλλ’ όχι με τις λέξεις,

Είναι τί κάνεις μ’ ένα πράγμα που ξεφτά.


μτφρ.: Άρτεμις Μιχαηλίδου


Σημύδες


Όταν βλέπω σημύδες να λυγίζουν δεξιά κι αριστερά

Μπρος από τις γραμμές πιο ίσιων σκούρων δέντρων,

Να σκέφτομαι μ’ αρέσει πως τις ταλαντεύει κάποιο αγόρι.

Μα η ταλάντωση δεν τις λυγίζει μια για πάντα ώς κάτω

Όπως οι παγοθύελλες. Θα τις είδες συχνά 

Φορτωμένες με πάγο ένα ηλιόλουστο χειμερινό πρωί

Μετά από μια βροχή. Πλαταγίζουν αναμεταξύ τους

Καθώς το αεράκι δυναμώνει, και παίρνουν χρώματα πολλά

Σαν με την αναταραχή το σμάλτο τους σκάει και ραγίζει.

Σύντομα με την θέρμη του ήλιου ρίχνουν κρυστάλλινα κελύφη 

Που θρυμματίζονται, στιβάζονται στην κρούστα του χιονιού –

Σκουπίζοντας τέτοιους σωρούς από γυαλί 

Θαρρείς ότι έπεσε ο μέσα θόλος τ’ ουρανού.

Απ' το φορτίο σέρνονται ώς τους μαραμένους θάμνους

Και μοιάζει να μη σπάνε· αν και μιας και σκύψουν

Τόσο χαμηλά για ώρες, ποτέ δεν ξαναϊσιώνουν:

Τους κορμούς τους θα δεις, αψίδες μες στο δάσος

Χρόνια μετά, να σέρνουνε τα φύλλα τους στο χώμα

Σαν κορίτσια στα τέσσερα που ρίχνουν τα μαλλιά

Μπροστά για να στεγνώσουνε στον ήλιο.

Αλλά ήμουν έτοιμος να πω, πριν η Αλήθεια επέμβει

Με την προφανή της παγοθύελλα,

Θα προτιμούσα να τις λύγιζε ένα αγόρι

Που βγήκε να μαζέψει τα γελάδια –

Κάποιο αγόρι πολύ μακριά απ’ την πόλη για να μάθει μπέιζμπολ,

Με μόνο του παιχνίδι ό,τι έβρισκε το ίδιο,

Χειμώνα-καλοκαίρι, και μπορούσε μοναχό να παίξει.

Ένα προς ένα δάμασε τα δέντρα του πατέρα του

Καβαλώντας και λυγίζοντάς τα πάλι και ξανά 

Ώσπου εξάντλησε την ακαμψία τους,

Κρέμονταν πια όλα άνευρα, δεν έμενε κανένα

Να κατακτήσει.  Έμαθε ό,τι ητανε

Να μάθει: πώς να μην ορμάει άκαιρα

Κι έτσι να μην σπρώχνει το δέντρο κάτω 

Μέχρι το χώμα. Πάντα κρατιότανε ορθός

Ώς τα ψηλότερα κλαδιά, σκαρφαλώνοντας προσεκτικά

Όσο ενδελεχώς κανείς γεμίζει ένα κύπελλο

Ώς το χείλος, κι ώσπου να ξεχειλίσει.

Μετά εκτοξευόταν, με τα πόδια μπρος, και μια βιτσιά,

Κλωτσώντας στον αέρα να κατεβεί ώς το χώμα.

Έτσι ήμουν κάποτε κι εγώ ταλαντευτής σημύδων.

Κι έτσι ονειρεύομαι πάλι να ξαναγίνω.

Όταν κουράζομαι απ’ τις έγνοιες,

Και η ζωή παραείναι σαν δάσος δίχως μονοπάτι

Όπου το πρόσωπο σου τσούζει, γαργαλιέται απ’ τους ιστούς αράχνης

Που σπάνε πάνω του, και το ’να μάτι σου δακρύζει

Από κλαδί που το μαστίγωσε ανοιχτό.

Θα ήθελα να φύγω απ’ τη γη για λίγο

Και μετά πάλι να γυρίσω και να ξαναρχίσω.

Είθε μοίρα καμμιά μη με παρανοήσει επίτηδες

Και μου εκπληρώσει την ευχή μισή και με αρπάξει

Για να μη γυρίσω. Η γη είν’ ο σωστός τόπος για την αγάπη:

Δεν ξέρω πού καλύτερα θα ευδοκιμήσει.

Θέλω να πάω καβαλώντας μια σημύδα, και ν’ ανεβώ μαύρα κλαδιά σ’ ένα χιονόλευκο κορμό

Προς τα ουράνια, ώσπου το δέντρο πια να μην αντέξει,

Και να βυθίσει την κορφή του και να μ’ αποθέσει πάλι κάτω.

Θα ’ταν καλά έτσι πηγαιμός κι επιστροφή.

Δεν θα ’ταν άσχημα να ’ναι κανείς ταλαντευτής σημύδων.



μτφρ.: Λευτέρης Ζαχαριουδάκης και Παναγιώτης Ιωαννίδης



Τ' όνειρο που έρχεται συχνά


Εκείνη δεν είχε ρητό αρκετά σκοτεινό

Για το σκοτεινό πεύκο που διαρκώς

Το χερούλι δοκίμαζε του παραθύρου

Της κρεβατοκάμαρας.


Τα ακούραστα χέρια μα ατελέσφορα

Που με κάθε τους μάταιο πέρασμα

Έκαναν το μεγάλο δέντρο να μοιάζει του μικρού πουλιού

Μπρος στο μυστήριο του γυαλιού!


Δεν είχε μπει ποτέ μέσα στην κάμαρα

Και μόνο ο ένας απ’ τους δυο φοβόταν

Σ’ ένα όνειρο που έρχεται και ξαναέρχεται

Τι θα έκανε το δέντρο όταν


μτφρ.: Χριστιάνα Μυγδάλη












Νέα στροφή, το 1923, προς έναν προσωπικότερο τόνο –ο ποιητής μιλά για τον εαυτό του και για την τέχνη του– με το τέταρτο βιβλίο, που θα τιμηθεί με το πρώτο από συνολικά τέσσερα Βραβεία Πούλιτζερ: New Hampshire [Νιου Χάμσαϊρ]. Το ομότιτλο ποίημα καταλαμβάνει 14 σελίδες, ενώ αριθμητικοί δείκτες, διάσπαρτοι στους στίχους του, παραπέμπουν στα υπόλοιπα ποιήματα που δρουν έτσι ως ‘σημειώσεις’ στο κεντρικό ποίημα∙ μια πρακτική ‘υπερδεσμών’ σχεδόν, που ίσως να την θεωρούμε μετα-μοντέρνα, και κάπως να μας εκπλήσσει που την συναντάμε πριν από σχεδόν 100 χρόνια, και μάλιστα στον συγκεκριμένο ποιητή.

Πολλές από αυτές τις ‘σημειώσεις’ είναι απλώς επιγράμματα – που εμφανίζονται για πρώτη φορά στο έργο του.


Φωτιά και πάγος

Κάποιοι λεν πως ο κόσμος θα τελειώσει με φωτιά,
Άλλοι λένε με πάγο.
Απ’ όσο έχω γευτεί τον πόθο
Συντάσσομαι με την φωτιά.
Μα αν ήταν να πεθάνω δυο φορές,
Θαρρώ γνωρίζω για το μίσος αρκετά
Ώστε να πω ότι ο πάγος, για καταστροφή,
Είναι σπουδαίος επίσης
Και αρκεί.


μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης


Άχνη χιονιού

Καθώς ο κόρακας
Τίναξε πάνω μου
Άχνη χιονιού
Απ’ το έλατο

Μου άλλαξε όλη
Της καρδιάς την διάθεση
Κι έσωσε ένα κομμάτι
Μέρας που αναθεμάτισα

μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης


Για μια φορά, τότε, κάτι

Οι άλλοι με πειράζουν που σε φιλιατρά γονάτισα
Πάντα σε λάθος γωνία προς το φως, άρα ποτέ μη βλέποντας
Στο πηγάδι βαθύτερα απ’ όπου το νερό
Μου επιστρέφει σε εικόνα λαμπρής επιφάνειας
Εμένα τον ίδιο στον θερινό ουρανό, σαν θεό,
Να κοιτώ μέσα από στεφάνι φτέρες και αφράτα σύννεφα.
Μια φορά, ενώ πάσχιζα με το πηγούνι πάνω σε φιλιατρό,
Διέκρινα, έτσι νόμισα, πέρα από την εικόνα,
Μέσα από την εικόνα, κάτι άσπρο, αβέβαιο,
Κάτι απ’ τα βάθη πιο πολύ – και τότε το έχασα.
Το νερό τώρα επέπληττε το τόσο καθαρό νερό.
Μια στάλα έπεσε απ’ τη φτέρη, και να, ρυτίδιασμα
Τάραξε ό,τι ήταν αυτό που στον βυθό κείτονταν,
Το θόλωσε, το έσβησε ολωσδιόλου. Τι ήταν αυτή η ασπράδα;
Η αλήθεια; Βότσαλο χαλαζία; Για μια φορά, τότε, κάτι.

μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης



Η εκκίνηση


Το ίδιο πάντα, όταν μια νύχτα ορισμένη από τη μοίρα

Αφήνει επιτέλους το συγκεντρωμένο χιόνι όσο λευκό

Μπορεί να βρίσκεται στα μελανά τα δάση, και μ’ ένα τραγούδι

Που όλο το χειμώνα ξανά δεν θα το πει

Τρίζει στο έδαφος που παραμένει καλυμμένο,

Παραπατάω σχεδόν κοιτάζοντας γύρω μου κι επάνω,

Όπως εκείνος που το τέλος τον προφταίνει

Εγκαταλείπει το καθήκον του και στον θάνατο επιτρέπει να κατέλθει

Όπου κι αν βρίσκεται, χωρίς να έχει καταφέρει

κανένα πλήγμα στο κακό, ούτε και θρίαμβο σημαντικό,

μα πιο πολύ σαν να μην είχε ξεκινήσει ποτέ η ζωή.


Κι όμως όλα τα περασμένα με το δικό μου μέρος είναι:

Ξέρω πως του χειμώνα ο θάνατος πάντα δοκίμαζε

Τη γη, κι όμως ποτέ δεν πέτυχε: το χιόνι να στοιβάζεται μπορεί

Στις άγριες θύελλες ακλόνητο, τέσσερα πόδια βάθος

Όπως μετράς μπροστά σε μια σημύδα, βελανιδιά, σφεντάμι,

Να καταπνίξει δεν μπορεί του βάτραχου την ασημιά κραυγή.

Και θα το δω το χιόνι την πλαγιά να ροβολά,

Νεράκι, λεπτό απριλιάτικο ρυάκι

Με την ουρά ν’ αστράφτει μέσα από την περσινή τη μαραμένη λόχμη

Και τα νεκρά αγριόχορτα, φίδι που πάει να κρυφτεί.

Τίποτα πια λευκό δεν θα απομείνει, μονάχα μια σημύδα εδώ

Και παραπέρα μία συστάδα σπιτικών μαζί με το εκκλησάκι.


μτφρ.: Μυρσίνη Γκανά












Προς τη γη


Στα χείλη άγγιγμα ήταν η αγάπη

Τόσο γλυκό όσο άντεχα.

Και κάποτε έμοιαζε κι αυτό πολύ∙

Με τον αέρα ζούσα


Που ερχόταν από πράγματα γλυκά,

Το κύμα αυτό – μην ήτανε μοσχοβολιά

Από κρυμμένα κλήματα

Το σούρουπο στου λόφου την πλαγιά;


Ζάλη, λαχτάρα έβρισκα

Στων γιασεμιών τα άνθη

Που ραίνουν όταν κόβονται

Δροσιά τα δάχτυλά σου


Ποθούσα γλύκες έντονες, μα εκείνες,

Στη νιότη μοιάζαν έντονες∙

Το πέταλο του ρόδου

Είχε το αγκάθι.


Τώρα, χαρά δεν έχω άσπιλη,

Να μην την λιώνει πόνος

Και κούραση και σφάλματα∙

Επιθυμώ το στίγμα


Των δακρύων, το αποτύπωμα

Αβάσταχτης οριακά αγάπης

Γαρίφαλο καυτό για γιατρικό,

Φλούδας πικρής τη γλύκα.


Όταν στο χέρι μου για ώρα ακουμπώ,

Πάνω σε χόρτα και χαλίκια

Και μουδιασμένο το τραβώ,

Σημαδεμένο επώδυνα,


Δεν είναι ο πόνος αρκετός:

Ζητώ βάρος και δύναμη

Τη γη να νιώσω την σκληρή

Σε όλο το κορμί μου.


μτφρ.: Μυρσίνη Γκανά


Πέντε χρόνια αργότερα, το 1928: West-running Brook [Ρυάκι που κυλάει κατά τη Δύση].


Σκυφτά


Είπε στον άνεμο η βροχή: «Φύσαγε εσύ

Κι εγώ θα πέφτω με ορμή.»

Κι έτσι όπως χίμηξαν οι δύο συνεταίροι

Λύγισαν τα λουλούδια στο παρτέρι,

Δεν πέθαναν – υπέμεναν σκυφτά.

Ξέρω πώς νιώθαν τα λουλούδια αυτά.


μτφρ.: Όλγα Παπακώστα


Έχω γνωρίσει τη νύχτα


Είμαι κάποιος που έχει γνωρίσει τη νύχτα.

Έχω βγει να περπατήσω στη βροχή κι επέστρεψα μες στη βροχή.

Έχω περπατήσει πέρα κι από το τελευταίο φως της πόλης.


Έχω διανύσει με το βλέμμα μου το πιο θλιβερό δρομάκι της πόλης.

Έχω προσπεράσει τον φύλακα στην νυχτερινή περιπολία του

χαμηλώνοντας τα μάτια, για να μην δώσω εξηγήσεις.


Έχω σταθεί ακίνητος πνίγοντας τον ήχο τον βημάτων μου

καθώς από μακριά μια σπασμένη φωνή

έφτανε στ΄αυτιά μου πάνω από τα σπίτια, από έναν άλλο δρόμο,


μα όχι για να με καλέσει ή να με αποχαιρετήσει.

Κι ενώ ακόμα πιο μακριά, σε ένα απόκοσμο ύψος,

ένα φωτεινό ρολόι στον ουρανό


έδειχνε πως η ώρα ούτε σωστή ούτε λάθος ήταν.

Είμαι κάποιος που έχει γνωρίσει τη νύχτα.



μτφρ.: Μαίρη Γιόση



Η αρκούδα


Η αρκούδα τα χέρια της ψηλά γύρω απ’ το δέντρο βάζει

Και σα να ’ταν εραστής το κατεβάζει

Τα χείλη-ροδοκέρασά του γι’ αντίο φιλά,

Και ύστερα στον ουρανό το αφήνει να τιναχτεί ξανά.

Το επόμενο βήμα της τραντάζει στον τοίχο ένα κοτρώνι

(Όλη τη χώρα, το φθινόπωρο, οργώνει).

Ο τρομερός της όγκος κάνει να τρίζει το σύρμα του φράχτη

Καθώς ξεχύνεται στων σφενταμιών τα δάση,

Αφήνοντας μια τούφα τρίχες στου φράχτη την αιχμή

Έτσι προελαύνει η αρκούδα που δεν ξέρει κλουβί.

Ο κόσμος τής αρκεί για να νιώσει ελευθερία·

Σε μένα και σένα το σύμπαν φέρνει ασφυξία.

Ο άνθρωπος μάλλον φέρεται σαν δόλιος αρκούδος σε κλουβί,

Που όλη μέρα μέσα του παλεύει μια νευρική οργή,

Ό,τι προτείνει το μυαλό, το ακυρώνει η διάθεσή του.

Πάει κι έρχεται αδιάκοπα μέσα στο κλουβί του

Των νυχιών το κροτάλισμα, και των ποδιών του το σούρσιμο,

Περιπολία με τηλεσκόπιο από τη μια,

Και μικροσκόπιο απ’ την άλλη μεριά,

Δυο όργανα ισάξια σε ελπίδα, ουσιαστικά,

Σε συνδυασμό προσφέρουν μια κάποια έκταση.

Ή αν αναπαύεται απ’ την επιστημονική ανάβαση,

Είναι μονάχα για να τείνει το κεφάλι του, μία μικρή ανάπαυση

Κατά εννενηντακάτι μοίρες, φυσικά,

Ανάμεσα σε δύο άκρα μεταφυσικά.

Στον θεμελιωτικό του πισινό βολεύεται

Με μάτια (αν υπάρχουν) κλειστά και μουσούδι να υψώνεται

(Θρήσκος δεν είναι, έτσι μονάχα φαίνεται),

Και πέρα δώθε το κεφάλι του κινεί,

Στο ένα άκρο μ’ έναν Έλληνα συμφωνεί,

Και μ’ άλλον Έλληνα στο άλλο συμφωνεί,

Κι αυτό ίσως σκέψη να μπορούσε να θεωρηθεί.

Φιγούρα άτσαλη, εξίσου θλιβερή

Είτε καθιστική, είτε περιπατητική.


μτφρ.: Κώστας Πλησιώτης












Θα περάσουν οκτώ χρόνια μέχρι το επόμενο βιβλίο, το A Further Range [Μακρύτερα] – και το δεύτερο Πούλιτζερ.


Δείγμα εξειδίκευσης




Ένα μυρμήγκι έπεσε, καθώς περιφερόταν

Πάνω στο σεμέν, σε σκώρο που κοιμόταν

Κι είχε πολλές φορές το μέγεθός του.

Δεν το εξέπληξε το συναπάντημα του αγνώστου.

Σιγά μην ασχοληθεί, δεν ήταν η δουλειά του.

Ίσα που τον άγγιξε και στα καθήκοντά του

Γύρισε ήσυχα κι ωραία.

Αν όμως ακούμπαγε ξάφνου με την κεραία

Κάποιον απ’ τους ερευνητές που ’χουν σκοπό

Σταλμένοι απ’ την αποικία ν’ ανακαλύψουν τον Θεό

Ή ο χωροχρόνος να βρούνε τι εστί,

Ευθύς θα ενημέρωνε γι’ αυτό που ’χε συμβεί.

Των μυρμηγκιών η φάρα κάνει καθέναν κι απορεί˙

Βαδίζοντας κάποιο φουριόζικο στο χώμα

Τυχαίνει και πέφτει πάνω στο πτώμα

Ενός δικού τους και δεν ταράζεται˙

Δεν κοντοστέκεται μήτε αιφνιδιάζεται.

Μα σίγουρα δίνει αναφορά

Στον πασαένα που ακουμπά,

Κι όλοι μαζί φέρνουν το νέο της θανής

Στην υψηλοτάτη της αυλής.

Έπειτα διαδίδεται στα Μυρμηγκικά:

«Ο θάνατος πήρε τον Τζέρυ Μέρμηγκα,

Τον τροφοσυλλέκτη, ανιδιοτελή μας Τζέρυ.

Να κληθεί αμέσως ο Αρμόδιος που ξέρει

Περί των κηδειών

Όσων πεθαίνουν στον τομέα προμηθειών.

Φέρτε τον Τζέρυ στην πατρίδα, στον λαό του.

Σ’ ένα σέπαλο εναποθέστε τη σορό του.

Για νεκροσέντονο ένα πέταλο πάνω του απλώστε.

Με ιχώρα τσουκνίδας το κορμί του βαλσαμώστε.

Αυτά είχε η βασίλισσα να σας ανακοινώσει».

Και πριν καλά καλά τον λόγο αποσώσει

Προβάλλει θάφτης αυστηρός

Που γέρνει όλο επισημότητα εμπρός,

Σαλεύει τις κεραίες του αργά,

Σηκώνει τον νεκρό ψηλά

Γραπώνοντάς τον απ’ τη μέση του κορμού,

Και τον παίρνει να τον πάει αλλού.

Κανείς δε μένει γύρω να κοιτά.

Δεν είναι κανενός άλλου δουλειά.


Σκληρότητα δε θα μπορούσες να το πεις.

Μα δείγμα εξειδίκευσης, ακραία σχολαστικής.


μτφρ.: Αντωνία Γουναροπούλου



Διαβήτης της σελήνης


Μύχια ξεγλίστρησα στην παύση αυτή που στάζει, τι βρίσκεται

Σε δυο νεροποντές ανάμεσα να δω.

Διαβήτη ακτίνες έριχνε με μάσκα η σελήνη

Μεσάνυχτα μες στην αχλή σε κωνικό βουνό,

Σαν να ήτανε η τελική εκτίμηση δική της∙

Και όπως μες στα σκέλη της έγινε η μέτρησή της,

Έστεκε το βουνό ακίνητο στο φως, σαν δοξασμένο.

Όπως θα έκλεινε στα χέρια της η αγάπη πρόσωπο λατρεμένο...


μτφρ.: Χριστιάνα Μυγδάλη



Το 1942 έρχεται το A Witness Tree [Δέντρο Μάρτυς].


Το μέγιστο δυνατό


Σκεφτόταν ότι κρατάει το σύμπαν μοναχός του·

Γιατί η μόνη απόκριση που ήταν για εκείνον δυνατή

ήταν ο ίδιος ο αντίλαλος, η σκωπτική ηχώ του,

Από δεντρόφυτη βουνοπλαγιά στην άλλη ακτή

Της λίμνης. Κι ένα πρωί από τη φαγωμένη όχθη,

Έτσι θα κραύγαζε στη ζωή, ότι ένα μονάχα ποθεί:

την αντικρυστή αγάπη, την αληθινή φωνή – κι όχι

τον ίδιο της τον έρωτα, αντίλαλο σε επιστροφή.

Και τίποτα, ποτέ, δεν βγήκε από τούτη την κραυγή

Παρά μονάχα, σε απάντηση: ένα πλάσμα όρμησε

Στο βουναλάκι της πλαγιάς, από την αντίπερα γη,

Και ύστερα βούτηξε στα πέρα νερά και διέσχισε,

Όπως οι ώρες αργοκύλησαν, τη λίμνη κολυμπώντας,

Μα όταν πλησίασε εγγύς, δεν έμελλε ανθρώπινο· αντί

Για κάποιον άλλο στο πλάι του, ένα ελάφι, ωθώντας

Και κομματιάζοντας τα νερά, ξεπρόβαλε στην ακτή,

Στεριώθηκε ρωμαλέα στη γη και ολάκερο στάζοντας,

Όπως ο καταρράκτης, περαστικό και αστραποβόλο.

Κι έτσι προχώρησε με ξαναμμένα βήματα, σπάζοντας

Όπως διάβαινε τα χαμόκλαδα – και αυτό ήταν όλο.



μτφρ.: Στέργιος Μήτας



Ένας αξιόλογος κόκκος (Μικροσκοπικό)


Ένας κόκκος που θα διέφευγε ασφαλώς την όρασή μου

Αν δεν ήταν τόσο άσπρο το χαρτί μου

Άρχισε το γραπτό μου να περιηγείται.

Κι ενώ η πένα μου νωχελική κι έτοιμη αιωρείται

Με μια τελεία την πορεία του ν’ αναστρέψει,

Κάτι παράξενο με έβαλε σε σκέψη.

Αυτό δεν είναι κόκκος σκόνης: δες το,

Σιγουρα είναι ένα ζωύφιο ζωντανό

Κι έχει προθέσεις που τις λέει κατάδικές του.

Την πένα μου σαν να φοβάται, σταματά

Κι ύστερα πάλι ξεκινάει ορμητικά∙

Πάει εκεί που ακόμη υγρό είναι το χαρτί μου.

Πάλι σταμάτησε: Πίνει, οσμίζεται, αηδιάζει

Απ’ τη μελάνη – να πετάξει, πλώρη βάζει.

Είχα σαφώς να κάνω μ’ ένα πλάσμα νοήμον.

Μού ’μοιαζε μικροσκοπικό για να ’χει πόδια,

Και όμως είχε: και μάλιστα αρμόδια

Να εκφράσουν πως δεν ήθελε καθόλου να πεθάνει.

Με τρόμο έτρεχε, με πονηριά σερνόταν.

Παρέπαιε: έβλεπα πως ήταν φοβισμένο∙

Ύστερα στο χαρτί ακίνητο στεκόταν,

Απελπισμένα να δεχτεί το πεπρωμένο

Που του ετοίμαζα σαν ετυμηγορία.

Δεν έχω τίποτα από την λεπταισθησία

Την προγραμματική συλλογική αγάπη

Που τον σύγχρονο κόσμο έχει σαρώσει.

Μα αυτό το τοσοδούλι πραγματάκι!

Αφού δε μου ’φταιγε σε τίποτα, ας ξαπλώσει

Επάνω στο χαρτί κι ας κοιμηθεί.


Νόηση έχω κι εγώ, μπορώ ν’ αναγνωρίσω

Τη νόηση σ’ όποια μορφή και αν την συναντήσω.

Και πόσο χαίρομαι όταν βρίσκω στο χαρτί

Ίχνη μιας νόησης, ας είναι και μικρή.


μτφρ.: Λένια Ζαφειροπούλου












Και, στο επόμενο βιβλίο του, Steeple Bush (1947), μία μόνη σημύδα τώρα:


Μια νεαρή σημύδα


Η λεύκα σπάει το στρώμα το εξωτερικό,

Το ανοιχτοπράσινο, και δείχνει το λευκό,

Όπως θα πρόσεξε αυτός που τον ευχαριστεί

Κάθε τι νέο και λυγερό. Σε λίγο, εντελώς λευκή,

Διπλή θα κάνει τη μέρα, το σκοτάδι θα κόψει στα δυο

Και θα φανεί όλη, με εντελώς λευκό φλοιό,

Και μόνο μια κορφή με πράσινο φυλλώδες–

Η μόνη που τολμά να γείρει, δέντρο γηγενές,

Στον άνεμο, στην ομορφιά της βασισμένη.

(Οι ωραίοι δεν δείχνουν τόσο θάρρος, όσο εμπιστοσύνη.)

Κάποιος θα θυμηθεί μια μέρα, αναπολώντας,

Πώς κάποτε, δίπλα στον τοίχο, θάμνους κόβοντας,

Απ’ τους πολλούς σφαγμένους έσωσε μονάχα αυτή,

Πρώτα, δεν ήταν πιο μεγάλη από ένα ραβδί,

Μετά, περίπου όσο ένα καλάμι ψαρέματος,

Μα τώρα, επιτέλους, τόσο φανερά κορμός

Που και ο πιο ικανός βοηθός που είχες ποτέ

Ξέρει πως για να τη θαυμάζουν εκεί βρίσκεται,

Κι αν με ζήλο την έκοβε, δεν θα είχε ευχαριστία,

Όσο εσύ έλειπες ταξίδι ή διάβαζες βιβλία.

Γιατί ήταν μια ομορφιά, και είχε σταλεί

Σαν στολίδι να ζήσει όλη της τη ζωή.


μτφρ.: Λένα Καλλέργη


Θα ακολουθήσουν κι άλλα βιβλία, κι άλλες διακρίσεις. Αίφνης, σ’ αυτόν που ουδέποτε ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές σπουδές του, 40 τίτλοι Επίτιμου Διδάκτορος – από, μεταξύ των άλλων, τα Πανεπιστήμια του Πρίνστον, του Καίμπριτζ και της Οξφόρδης.

Το 1949, στα 75α γενέθλιά του, η Γερουσία δημοσιεύει τιμητική απόφαση με το σκεπτικό: «Τα ποιήματά του βοήθησαν στην καθοδήγηση της Αμερικανικής σκέψης και του χιούμορ και της σοφίας, προτάσσοντας στον νου μας μιαν αξιόπιστη αναπαράσταση ημών των ιδίων και όλων των ανθρώπων».

Το 1955, η Πολιτεία του Βερμόντ έδωσε το όνομά του σ’ ένα βουνό.

Το 1960, το Κογκρέσσο τού απένειμε χρυσό μετάλλιο «εις αναγνώρισιν της ποιήσεώς του, που εμπλούτισε τον πολιτισμό των Ηνωμένων Πολιτειών και την φιλοσοφία του κόσμου».

Στα 86 του, προσεκλήθη να αναγνώσει ένα ποίημα για την εγκατάσταση του Προέδρου Τζων Φ. Κέννεντυ: 20 Ιανουαρίου 1961. Είχε γράψει επί τούτου το ποίημα «Αφιέρωση», μα ο ήλιος τον στράβωνε και στάθηκε αδύνατον να το διαβάσει. Έτσι, απήγγειλε από μνήμης, αλλάζοντας το τέλος του προς κάτι αισιοδοξότερο, το “The Gift Outright” – το ποίημα που ο ίδιος ο Κέννεντυ του είχε ζητήσει:


Η δωρεά πλήρης


Η γη μάς δόθηκε προτού να της δοθούμε.

Ήτανε γη μας για εκατό και πάνω χρόνια

Προτού να γίνουμε οι κάτοικοί της. Δική

Μας ήτανε, Μασαχουσέτη και Βιρτζίνια,

Όμως εμείς ακόμα οι άποικοί της,

Κατείχαμε αυτό που εμάς δεν μας κατείχε,

Εμάς κατείχε αυτό που δεν κατείχαμε άλλο.

Κάτι αρνούμασταν να δώσουμε και μας εξασθενούσε

Μέχρι που νιώσαμε ότι ήταν ο εαυτός μας

Εκείνο που αρνούμασταν στη γη μας,

Κι αμέσως της δοθήκαμε – βρήκαμε σωτηρία.

Όποιοι κι αν ήμασταν, δοθήκαμε όλοι πλήρως

(η πράξη αυτής της δωρεάς, πολλές πράξεις πολέμου)

Στη γη που αδρά καθοριζόταν δυτικά μας,

Άτεχνη κι ανιστόρητη, χωρίς ένταση ακόμα,

Μονάχα όπως ήταν, κι όπως θα γινόταν.


μτφρ.: Ορφέας Απέργης












Την ίδια χρονιά, δημοσιεύεται στο περιοδικό «The Paris Review» εκτενής συνέντευξή του στον Richard Poirier. Μερικά αποσπάσματα, πριν κλείσουμε:

Δεν θέλω να είμαι δύσκολος. Μ’ αρέσει να ξεγελώ – ε, ξέρετε, σ’ αρέσει να ’σαι σκανταλιάρης.

Κι όταν ο Ρίτσαρντ Πουαριέ του λέει: «η δυσκολία στην ποίησή σας είναι ίσως στην έμφασή σας σε μια ποικιλία τόνων φωνής. Κάποτε είπατε ότι, ενσυνείδητα ή ασυνείδητα, ακριβώς στους τόνους της φωνής στηριχθήκατε για να διπλασιάζετε το νόημα καθεμιάς απ’ τις δηλώσεις σας», εκείνος απαντά: Ναι, [...] θα μπορούσες να ξεπείς καθετί που λέω, σχεδόν. [...] Με ανθρώπους που εμπιστεύεσαι, μπορείς να μιλάς με νύξεις και υπαινιγμούς.

Συχνά με ρωτούν, «Τι σημαίνει σύγχρονος ποιητής;» Συχνά το αποφεύγω, αλλά προχτές είπα «Σύγχρονος ποιητής θα είναι αυτός που μιλά στους σύγχρονους ανθρώπους ανεξαρτήτως τού πότε έζησε στον κόσμο.»

Και κάτι που πάλι θ’ ακουστεί εντυπωσιακά σύγχρονο – και πάλι αναπάντεχο, προερχόμενο από τον Φροστ:

Βλέπω το ποίημα ως επιτέλεση. Βλέπω τον ποιητή ως άνθρωπο επιδέξιο, ακριβώς σαν τον αθλητή. Είναι επιτελεστής. Κι αυτά που μπορείς να κάνεις μ’ ένα ποίημα ποικίλλουν πολύ. Λέτε για σχήματα, για τόνους φωνής που ποικίλλουν συνέχεια. Πάντα μ’ ενδιαφέρει, ξέρετε, όταν έχω τρεις ή τέσσερις στροφές, ο τρόπος που θα ξαπλώσω τις προτάσεις μου εντός τους. Κάθε ποίημα το ’χει αυτό: κάποιου είδους επιτελεστικό επίτευγμα. Κάποιος έχει πει ότι η ποίηση ανάμεστα στα άλλα είναι το μεδούλι της ευφυίας. Μάλλον βρίσκεται κι αυτό κάπου εκεί πίσω – το μεδούλι της ευφυίας. Πρέπει να υπάρχει ευφυία. Κι αυτό, πολύ, πάρα πολύ μένει απ’ έξω από πολλά απ’ αυτά τα μαγειρεμένα πράγματα. Δεν αστράφτουν διόλου. Κάτι άλλο που πρέπει να πούμε είναι ότι κάθε σκέψη, ποιητική ή άλλη, κάθε σκέψη είναι ένα κατόρθωμα συσχετισμού.

Τόσο πολλοί μιλούν, αναρωτιέμαι πόσο ψεύτικα, για το τι τους κοστίζει, τι αγωνία είναι να γράφεις. Συχνά αναφέρουν ότι έχω πει: «Δεν δακρύζει ο συγγραφέας, δεν δακρύζει κι ο αναγνώστης. Δεν εκπλήσσεται ο συγγραφέας, δεν εκπλήσσεται κι ο αναγνώστης.» Αλλά μια άλλη διάκριση που έκανα είναι: οσοδήποτε θλιμμένος, όχι παράπονα, θλίψη χωρίς παράπονα.



Χαμένος στους ουρανούς



Τα σύννεφα, οι κρουνοί της βροχής, μια νύχτα καταιγίδας

Πέρασμα ανοίξαν σε πηγή από πρωινή δροσιά:

Που δέχτηκα με ανυπόμονη ματιά,

Αναζητώντας τα γνωστά μου γαλανά στον ουρανό σημάδια.



Αλλά τ’ αστέρια ήταν λιγοστά σ’ αυτήν την άκρη τ’ ουρανού,

Και ούτε δυο απ’ τον ίδιο αστερισμό δεν ήταν-

Κανείς δεν βρέθηκε να τα ταυτίσει λαμπρός νους:

Κι έτσι όχι με αχάριστη έκπληξη ήταν,



Που είδα πως χαμένος είμαι άλλη μια φορά και στέναξα πικρά,

«Πού, πού στους Ουρανούς να είμαι τώρα; Μα μη μου πεις!

Ω! Σύννεφα διάπλατα, έτσι που πάνω μου ανοίγετε πλατιά.

Αφήστε την ουράνια περιπλάνησή μου να με καλύψει πιο βαθιά».


μτφρ.: Δήμητρα Κωτούλα


Το 1962, συνοδεύει τον Υπουργό Εσωτερικών των ΗΠΑ στην Σοβιετική Ένωση για συνομιλίες με τον Νισκήτα Χρουστσέφ, με στόχο την ειρήνη μεταξύ των δύο ψυχροπολεμικών υπερδυνάμεων.

Άλλα δυο αποσπάσματα από την συνέντευξη στoParis Review”:

Η μεγαλύτερη περιπέτεια του ανθρώπου είναι η επιστήμη, η περιπέτεια της διείσδυσης στην ύλη, στο υλικό σύμπαν. Αλλά η περιπέτεια είναι κτήμα μας, ανθρώπινο κτήμα, και η καλύτερη περιγραφή μας βρίσκεται στις ανθρωπιστικές σπουδές.

Το ένστικτό μου ήταν να μην ανήκω σε κανένα σινάφι. Δεν έζησα ζωή λογοτέχνη. Δεν θέλω να γνωρίζω πάρα πολλά για τον εαυτό μου.

Πέθανε στην Βοστόνη στις 29 Ιανουαρίου 1963. Στον τάφο του χαράχτηκε ο τελευταίος στίχος του ποιήματός του «Το Σημερινό Μάθημα»: Σαν εραστής, με τον κόσμο μάλωσα.

Γι’ αυτόν τον κόσμο, και την σχέση του με την ποίηση, είχε απευθύνει, σε άλλη συνέντευξη, την ευχή: «Ένα πράγμα για το οποίο νοιάζομαι, κι εύχομαι να νοιάζονταν και οι νέοι γι’ αυτό, είναι να παίρνουμε την ποίηση ώς την πρώτη μορφή κατανόησης. Αν η ποίηση δεν κατανοεί τα πάντα, τον κόσμο ολόκληρο, τότε δεν αξίζει τίποτε.»



Τώρα κλείσε τα παράθυρα



Τώρα κλείσε τα παράθυρα, σίγησε τα λιβάδια:

Άμα τα δέντρα πρέπει, άστα σε λίκνισμα σιωπηλό:

Πουλί πια τώρα δε λαλεί κανένα, κι αν ηχεί ένα,

Ας μην το ακούσω εγώ,



Θα ‘ναι καιρός πολύς προτού οι βάλτοι ξεμυτίσουν,

Θα ‘ναι καιρός πολύς πριν απ’ το πιο πρωινό πουλί:

Γι’ αυτό κλείσε τα παράθυρα και μην ακούς τον αέρα,

Μα κοίτα πως ταράζονται όλα στ’ ανέμου μια ριπή.


μτφρ. Δήμητρα Κωτούλα


~


Πηγές


~


Παναγιώτης Ιωαννίδης. Ποιητής, κριτικός, μεταφραστής. Τρία βιβλία ποίησης: πιο πρόσφατο, Πολωνία (2016) – ενώ αναμένεται εντός του 2020 ο Ρινόκερως. Μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ, επιμελητής του “Με τα λόγια (γίνεται)”, υπεύθυνος για την ποίηση στο “und.Athens”.

Ορφέας Απέργης. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά του βρίσκονται μεταξύ άλλων στα περιοδικά «Ποίηση», «Ποιητική» και «Νέα Εστία» από το 2006. Από το 2013 γράφει κυρίως για το λογοτεχνικό περιοδικό «ΦΡΜΚ». Κυκλοφορούν δύο βιβλία με ποιήματά του: η συγκεντρωτική έκδοση, Υ (2011) και Η γλώσσα τους (2019).

Μαίρη Γιόση. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο (Καναδάς). Είναι καθηγήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, πέρα από το επιστημονικό και μεταφραστικό της έργο, έχει δημοσιεύσει πέντε ποιητικά βιβλία (τα δύο πρώτα με το όνομα Μαίρη Κάσου): Πασιφάη (1981), Τοπίο κατάβασης (1985), Ειδική διαδρομή (1990), Οι Γάμοι (1993) και Χαμηλός Ουρανός (2006).

Μυρσίνη Γκανά. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Πολιτιστική Διαχείριση. Εργάζεται ως μεταφράστρια. Για την πρώτη ποιητική της συλλογή Τα πέρα μέρη (2017) τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου του “Αναγνώστη” και το Βραβείο Κοινού “Public”. Το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Εγώ έχω κι άλλα πράγματα που αγαπώ κυκλοφόρησε το 2020.

Αντωνία Γουναροπούλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως διορθώτρια/επιμελήτρια, και έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές, Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013), κι ένα βιβλίο με πεζά, Κυνηγοί και λύκοι (2017).

Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Βιβλία του: Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα, Στα μέσα σύνορα, Το σύνδρομο Σταντάλ.

Λένια Ζαφειροπούλου. Λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια, μεταφράστρια. Βιβλία της: Paternoster Square (2012, Βραβείο “Αναγνώστη”), Σκληρό να σκοντάφτεις σε πέτρες (2016), Αίθουσα των χαμένων βημάτων (2019). Μεταφράσεις της: Γκαίτε & Χάινε, Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά (2013), Σαίξπηρ Τα Σονέτα (2016).

Λευτέρης Ζαχαριουδάκης. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Προπτυχιακές σπουδές στη Νέα Υόρκη, μεταπτυχιακές στην φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Γράφει και μεταφράζει ποίηση και άλλα τα τελευταία σχεδόν δέκα χρόνια.

Λένα Καλλέργη. Έγραψε τα βιβλία ποίησης Περισσεύει ένα πλοίο (2016 – Βραβείο Κύκλου Ποιητών) και Κήποι στην άμμο (2010 - Βραβείο «Μαρία Πολυδούρη»). Συμμετείχε στα συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης Ομάδα Από Ποίηση (2010) και Ομάδα Από Ποίηση ΙΙ: Υπέρ Ονειρίας (2012). Έχει μεταφράσει ποίηση των Giacomo Leopardi (Η νύχτα απομένει, 2013), κ.ά..

Δήμητρα Κωτούλα. Έχει εκδώσει τις Τρεις Νότες για μια Μουσική (2004) και την Επίμονη Αφήγηση (2017). Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν παρουσιαστεί φεστιβάλ και δημοσιευθεί σε περιοδικά και ανθολογίες στην Ελλάδα και διεθνώς. Έχει μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες. Με την εποπτεία του Poet Laureate Ted Kooser και σε μετάφραση της Maria Nazos θα κυκλοφορήσει επιλογή από το έργο της στις ΗΠΑ.

Στέργιος Μήτας. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Διδάσκει στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Έμμετρη Φυσική Ιστορία των Θεάτρων (2013).


Άρτεμις Μιχαηλίδου. Έχει διδακτορικό στη Μοντέρνα Αμερικανική Ποίηση από το Πανεπιστήμιο του Exeter, καθώς και μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή. Είναι Επίκουρος Καθηγήτρια στη Σχολή Ευελπίδων.


Χριστιάνα Μυγδάλη.
Φιλόλογος και μεταφράστρια. Διδάσκει διαπολιτισμική μετάφραση και θεωρία διασκευής στο ΕΚΠΑ και ασχολείται με την πρακτική της θεραπευτικής ανάγνωσης.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές (η πιο πρόσφατη: Μεταμορφώ[θ]εις, 2018) και έχει μεταφράσει τις Τουσκουλανές Διατριβές του Κικέρωνα.

Κώστας Πλησιώτης. Ποιητής και μεταφραστής, με σπουδές στην Αθήνα και στο Μπέρμιγχαμ του Ηνωμένου Βασιλείου.