Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρίβα Άννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρίβα Άννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

ιανουάριος 2019 _ άννα γρίβα + κατερίνα φέκα



















Άννα Γρίβα

1431, Η ΙΩΑΝΝΑ ΤΗΣ ΛΩΡΡΑΙΝΗΣ ΣΤΟ ΚΕΛΙ ΤΗΣ

Απ’ τη σχισμή του τοίχου
τρύπωσε μια λιβελούλα
κι όταν εστάθη στα μαλλιά της
εκείνη φώναξε
πως ήρθε ο άγγελός της
κι όλοι οι φρουροί γελάσανε
γιατί φαντάζονταν
έναν μεγάλο άγγελο
με ανοιχτά περήφανα φτερά

τότε το έντομο την πήρε στη ράχη του
κι άρχισαν κι οι δυο ν’ αστράφτουν
και έτσι πιασμένες
φέρνανε γύρους το κελί
πετούσαν αμέριμνες
στο μικρό διάστημα
που τους απέμεινε
να ονομάζουν ουρανό.

*

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Το πηγάδι σφραγισμένο
από παλιά
γιατί κάποτε εκεί
πέφταν παιδιά
επειδή
κάποιος τα έσπρωχνε
κάποιος που δεν είδε κανείς
ένας αόρατος
ένας αφανής
που ίσως τους έλεγε
εγώ θα σου χαρίσω
το μέγα κλειδοκύμβαλο
έλα κοντά
κοίτα βαθιά
φρικτή μουσική
της φωνής σου αντίλαλος
και γιατί να ‘σαι εσύ
πιο αληθινός
από εκείνον

κι ήταν ο λόγος αυτός αρκετός
για ένα παιδί
γιατί ακόμη κι αν έφευγε
δίχως να πέσει
ήξερε πάντα
πως υπάρχει εκεί
στης γης τη σχισμή
ο εαυτός του
και δίπλα του
κάποιος πρόθυμος
δάσκαλος
του βυθού

γι’ αυτό και τώρα
το πηγάδι κλειστό
σαν στόμα σφραγισμένο.

*

ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ


Κάποτε ακούω
έναν κρότο στο στήθος μου
την Αίτνα να εκρήγνυται
τους Τρώες ν’ αλαλάζουν
τέρατα να μάχονται
με ορμή θείων ανέμων
μα εμένα όλα αυτά
διόλου δεν με τρομάζουν
σαν απολήξεις φυσικές
ενός άγνωστου νόμου
με κυβερνούν αδιάκοπα
και με κατέχουν

τρέμω μονάχα τη στιγμή
που θα ‘ρθουν τα κορίτσια
πίθους αόρατους
στα χέρια μου αποθέτοντας
Δαναΐδα εγώ; θα τις ρωτήσω
εγώ που ακόμη πασχίζω
την αρχαία κραυγή μου
ν’ αρθρώσω;
μα εκείνες ποτέ δεν απαντούν
μονάχα με αριθμούν
στην καταδίκη τους
η τελευταία
η σιωπηλή
με ονομάζουν.


















Κατερίνα Φέκα



ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Και μια καίρια συμβουλή
Θάψατε τους νεκρούς σας –
οι οδηγίες είναι σαφείς
ανοίξατε λάκκο καταμεσής του δωματίου 
μετά από προσεκτικό σχεδιασμό
συγκεντρώσατε όλα τα αγαπημένα αντικείμενα (ένα πουλόβερ, ένα φλυτζάνι, είδη καθημερινής χρήσης, χαλασμένα αντικείμενα που διατηρείτε, λίγες σταφίδες ίσως), τα πάθη, τα λάθη, τα λάθη που δεν πρόλαβαν να γίνουν
και κάποιες αναμνήσεις 
(ωστόσο, προσοχή σε αυτή τη φάση, σκόπιμο είναι να διατηρηθούν οι ισορροπίες)
Έπειτα 
τυλίξατε τα χέρια σας με αγάπη
γύρω από τους ώμους σας
σα φτερούγες πουλιού που έχει στο νου του να πετάξει
χαϊδεύσατε απαλά την απλωσιά σας
μείνατε στη στάση αυτή
όσο χρειάζεται
θρηνήσατε
είναι κι αυτό στο εγχειρίδιο του αποχαιρετισμού του παλαιού σας βάρους
αποθέσατε απαλά τον εαυτό σας 
στο κέντρο του λάκκου
μυράνατε τις βαριές πατημασιές που σας κρατούσαν πίσω

αν όλα γίνουν σωστά, δεν θα βρείτε αντίσταση καμία
σιγοτραγουδήστε κάτι γνώριμο από παλιά
προς θεού, όχι για να ξεγελάσετε τον εαυτό σας 
μα για την αποφυγή της θλίψης
(αυτή είναι ώρα χαράς)
κι έπειτα κλείσατε το λάκκο αργά 

με χέρια πάλι απαλά
και όρεξη για γλέντι. 


~


Άννα Γρίβα. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, η τελευταία με τίτλο Σκοτεινή κλωστή δεμένη (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ισπανικά.

Κατερίνα Φέκα. Ζει και δουλεύει στην Αθήνα.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

οκτώβριος 2013 _ άννα γρίβα & σάκης σερέφας














Άννα Γρίβα

Η ΣΚΟΝΗ ΤΩΝ ΚΑΜΠΩΝ

Πάνω στις μυλόπετρες
οι παλάμες γαληνεύουν

αν κάνει κρύο ζεσταίνονται γλυκά
γιατί όσα χρόνια κι αν περάσουν
ο μόχθος σιγοκαίει

αν νύχτωσε κι ο ουρανός μαράθηκε
δίχως φεγγάρι δίχως Πούλια
τα νύχια λάμνουν το ταξίδι του γεωργού
που πριν το χάραμα κάνει προσφάι
και τα κατσίκια του σταυρολογά
μην έρθει μάτι πρωινό
και του σουβλίσει όλα τα νιάτα

και του αρπάξει τη γυναίκα

απ' τα απαλά σεντόνια της.

***



Σάκης Σερέφας

ΕΝΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ                     
ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΠΟΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ
  
Ένα χειρουργείο ιδιωτικής κλινικής
στο κέντρο κάποιας πόλης
ημέρα Τρίτη
στο υπόγειο σερβίρουν διπλά λουκάνικα
σε όλα τα γραφεία υπολογιστές μα προπέρσινοι
κι ένα τεμπελόσκυλο στην είσοδο
γαβγίζει γοερά τις υψηλές ιδέες που προσπερνούν κορνάροντας

στον πέμπτο η προϊσταμένη λέγε με Μάρθα έξτρα πρίμα
με μόνο μείον μια κιλότα συλλεκτική
προΐσταται του καλού καιρού περάστε ορίστε
ντράπηκα που πήγαμε με άδεια χέρια έστω μια πάστα μια ωδή
για το ξανθό της άφθονο μαλλί

ακολουθούν τώρα ενενήντα τρεις πανεύκολες λέξεις
όπως: (έναρξη) ακτίνες αίμα ούρα μια κουρούνα πάλι στο περβάζι
μια πάλλευκη κουρτίνα αφράτη άντε βάλε
και μια φοιτήτρια στο διπλανό κρεβάτι άρον
άρον την κοπανήσαν οι υψηλές ιδέες μόλις μπήκαμε πηδούσαν
απ’ το μπαλκόνι βουτούσαν στο σιφόνι η τηλεόραση κλειστή
κάτω κορνάρουν τα αστικά βγαίνω στο μπαλκόνι γιατί
ένας ταξιτζής είχε παρκάρει για τυρόπιτα πάει έφυγε ο τσατίλας
κρίμα δεν του πήρα τον αριθμό να του στείλω τούτο εδώ
μπας και λαλήσει όταν εννοήσει πως έτρωγε μια πίττα
κερασμένη από το σύμπαν έστω με μούντζες μην πω με φλέμα
μα μην το κάνουμε θέμα (λήξη)

όλοι γνωρίζουμε τον όρο προνάρκωση το τροχήλατο καρότσι
το βλέμμα γλαρό, το φιλί, και το χαμόγελο-ταρώ
μέχρι το ασανσέρ
παρ’ την κάτω

στο χειρουργείο

συγχρόνως
ένας μάστορης κοπανούσε χαλαρά κάτι λαμαρίνες στον διάδρομο
περνούσαν λέει πόρτες ασφαλείας  με είδε
«πώς πάει;» ρώτησε «έχω ελπίδες;»
«είσαι κιόλας μέσα, προτελευταία στροφή»
του απάντησα την τύφλα μου το φχαριστήθηκε πήρε πόζα
άρχισε τότε να βαρά παραδοσιακά και δώσ’ του μόχθος
στο στυλ ‘ο άνθρωπος μαζί κι η ύλη, της φύσης το καντήλι αυτό
που σιγοκαίει μπρος σ’ έναν απόκρυφο βωμό’
μου γύρισε τ’ άντερα
ξαναβγήκα στο μπαλκόνι
να χαζέψω λίγα κομμωτήρια έναντι

τρεις ώρες αργότερα
η πόρτα του δωματίου ξανάνοιξε.


ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Ένα σπίτι στο δάσος
βράδυ Ανάστασης, πάμε να δούμε
το ζώνουν έλατα,  σκοτάδια το ακουμπούν
παρέα μας ο γκιώνης κι η αλεπού 
τι συμπαθή καρτούν.

Η μια του κάμαρη μυρίζει ύπνο
μιλάμε για ύπνο τού γαλάτου
να ένα νήπιο ανάσκελο μες στη ριλάξ φωλιά του
να κι η μάνα που κοιμάται παραδίπλα στο κρεβάτι
λογχίζοντας τους δαίμονες με τ’ άγρυπνο τρίτο της μάτι.

Μεσοτοιχία με αυτά
τριζοβολούν τα κούτσουρα στο τζάκι
τριζοβολά κι ο πάγος μες στο ποτήρι ζορισμένος
καθώς τον λούζει το ουίσκι 
από βουνίσιο νερό πάγος πλασμένος.

Πλάι στο τζάκι, ακουμπισμένο ένα πιάτο
μυρίζει λίπος όρε λουκάνικο τι πράμα που ήσουνα κρασάτο
πάνω στο λίπος καίει μπηγμένο ένα κερί
κερί φερμένο απ’ την πόλη με τον Μίκυ για στολίδι
κερί που λιώνει μα κόβει σαν λεπίδι.

Κεριά που λιώνουν κόβουν και λίπη ληγμένα
ουίσκια και νήπια, ποιον αφορούν;
ας φύγουμε πέρα, σε άλλα σπίτια, γκαραντί ευλογημένα
παρέα μας ο γκιώνης κι η αλεπού 
τι συμπαθή καρτούν!


 
ΚΟΙΤΑ ΧΑΜΟ

Και στα κουνέλια γίνεται χαμός.
Όλα τους παρά φύσιν
σκοτεινά του κερατά
μες στα κλουβιά.

Έλα Γιάννη πάμε στα κουνέλια
και γκάζι ώσπου χειρόφρενο 
σκάστε τώρα μωρέ σύμπαντα στα γέλια.

Αλσύλλιο σαν άσυλο με ούγκα
ουγκανθρώπους και πάμφωτα παιδιά
και μια τι άλλο; ψησταριά.

Τρέχεις τρέχω πίσω σου κι εγώ
φτάνεις στα σύρματα ‘κοίτα’ φωνάζεις ‘κοίτα χαμό’
ένα κουνέλι σήπεται σαπίζει δηλαδή στο χώμα
σκουλήκια τού βυζαίνουν τον λαιμό.

Ύστερα κάναμε κούνιες κάναμε πάπιες κάναμε κρα.

Έχει μεγάλο ρεπερτόριο η παιδική χαρά. 


***

Άννα Γρίβα. Γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία. Το 2010 εξέδωσε τη συλλογή Η φωνή του σκοτωμένου (εκδ. Χαραμάδα) και το 2012 τη συλλογή Οι μέρες που ήμασταν άγριοι (εκδ. Γαβριηλίδης).

Σάκης Σερέφας. Γράφει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο.