Τρίτη 1 Απριλίου 2014

απρίλιος 2014 _ θοδωρής πανάγος



























Θοδωρής Πανάγος


V.

Ένα βέλος να φεύγει
να γυρνάει στην ώρα του
με δώδεκα βρέφη.

Μια αιχμή σαν οδηγός –
ένα βέλος που έρχεται.

Κι εμείς που γινόμαστε με τους καιρούς
στόχοι σαν στοχαστές.
Που αλλάζουν.
Δώδεκα βρέφη να χάνονται
και η έλευση τους να ξαναγεννιέται –
αενάως
να τα καθιστά σοφά.

Και η αιχμή –
δίπλα τους κοιτάζει.
Δεν το καταλαβαίνουν
κι ακολουθούν.
Ποτέ δεν θα ξανάρθει.

Ουρανός τα φωτίζει.
Ορίζει πότε έρχονται.
Παντοτινές αρμονίες.

Και εσύ
που είσαι ουρανός και βέλος
αιχμή
τραπέζι
οροφή –

Εσύ ως έμβρυο.
Oδηγός που μας ακολουθεί.

*

XII.

Και τότε ήρθε ένα κύμα.

Ανέβηκε πάνω από το κορμί μας
πάνω από όσα ξέρουμε.
Πανέξυπνο και μονάκριβο

Σκαρφάλωνε για ώρες.
Κοίταγε πέρα από όσα είναι.
Γέλαγε με όσα θελήσαμε.

Ήρθε την νύχτα.
Το θέλαμε.
Τα φώτα το περίμεναν.
Τα φώτα γνώριζαν –
γερνούν κρυφά κάθε βράδυ.

Στέκεται δίπλα μας
– και για πάντα.
Με δύσκολο αέρα.
Απρόσιτο και δύστροπο.

*

XV.

Όλα όσα είχαμε
τα δανείσαμε για λίγο στον καιρό.
Και εκείνος, εξόχως γενναιόδωρος
μας έκανε να νομίσουμε για λίγο
ότι κάτι υπάρχει.

Σιωπηλά λιβάδια, ήσυχοι ουρανοί
ένα βιαστικό αυτοκίνητο
το χαμόγελο σου
και χιλιάδες λαμπερά σύνορα.

Μην αφήνετε ερωτήματα, είπε.
Θα ζείτε κάπου εκεί.
Ανάμεσα
σε όσα πιστεύουμε
και σε όσα αισθανθήκαμε.

Θα ζούμε ακριβώς εκεί.

Η κάθε σας άγνοια προσεύχεται σκληρά.
Χρόνια και αιώνες έρχονται και θα έρχονται.
Ασκητικά, ηλιόλουστα χρόνια.
Αιώνες ιεροί και όμορφοι.

Ανεβαίνει ασθμαίνουσα η κάθε αλήθεια.
Ανεξερεύνητη και σκοτεινή.
Τόσο σκοτεινή που μας φωτίζει.

Και στο τέλος μάς φέρνει πίσω
όλα όσα έχουμε.

***

Θοδωρής Πανάγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως Πολιτικός Μηχανικός. Αρθρογραφεί τακτικά στο popaganda.gr, και γράφει ποίηση από το 2005.


Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

μάρτιος 2014 _ έμιλυ ντίκινσον



















J 80 / Fr 129

Ζούμε ζωές ελβετικές –
Γαλήνιες – Δροσερές –
Ώσπου μπορεί μια μέρα
Οι Άλπεις ν’ αποξεχαστούν
Κι εμείς να δούμε πέρα!

Η Ιταλία είναι εκεί!
Μα πάντοτε στο μεταξύ –
Οι Άλπεις σεμνές –
Και πλανερές
Φρουρά που μας περιπολεί!

[μετάφραση: Γιάννης Δούκας]

*

J 214 / Fr 207

Πίνω ένα άγουρο ποτό –
Με Kούπες Φιλντισένιες –
Κανένα Bαρέλι από το Ρήνο
Δεν γέννησε τέτοιο Kρασί!

Είμαι για αέρα – εγώ – αλκοολική
Και για Δροσιά Αχόρταγη –
Ζαλισμένη έρχομαι – απ' το αιώνιο καλοκαίρι –
Και τα χάνια του ρευστού Γαλάζιου –

Κι όταν οι “Πανδοχείς” την μεθυσμένη Mέλισσα
Πετάξουν έξω απ’ της Mαργαρίτας την αυλή –
Όταν θα σπάσουν οι Πεταλούδες τα “ποτήρια” τους –
Τότε είναι που ακόμα περισσότερο θα πιω!

Ώσπου τα Σεραφείμ ν’ ανεμίσουν τα Σκουφιά τους τα λευκά –
Και τρέξουν οι Άγιοι – στα παράθυρα –
Να δούνε τη μικρή Μπεκρού
Πάνω στον – Ήλιο ν’ακουμπά!

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

*

J 254 / Fr 314

Η “Ελπίδα” είναι ένα πράγμα φτερωτό –
Που στην ψυχή κουρνιάζει –
Και τραγουδάει χωρίς λόγια το σκοπό –
Ποτέ – δεν ησυχάζει –

Γλυκύτατο – μες στον Τυφώνα – ηχεί –
Και σφοδρή θύελλα μονάχα θα πικράνει –
Και θα πτοήσει το μικρό Πουλί
Εκείνο που πολλούς έχει ζεστάνει –

Το άκουσα σε χώρα παγερή –
Στης Θάλασσας τα κύματα τα ξένα –
Κι όμως – ποτέ – στις ύστατες τις Ώρες,
Δε ζήτησε ένα ψίχουλο – από μένα.

[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]

*

J 586 / Fr 392

Μιλήσαμε όπως τα Κορίτσια –
Με αγαλλίαση, ώς αργά –
Διατυπώσαμε με θάρρος εικασίες, για τα πάντα, εκτός από το Μνήμα –
Το δικό μας, δεν μας αφορούσε.

Ορίσαμε τα Πεπρωμένα, ψύχραιμες –
Όσο ήμασταν – εμείς – οι Διευθέτες –
Κι ο Θεός, Εταίρος Σιωπηλός
Στην Εξουσία μας

Μα επιμείναμε με αγαλλίαση βαθύτερη, στον Εαυτό μας
Όπως θα ήμασταν – εν τέλει –
Όταν μες στη θαλπωρή, τα Κορίτσια γίνονται Γυναίκες
Κατακτάμε – Αναβαθμούς –

Χωρίσαμε μ’ ένα συμβόλαιο
Ν’ αγαπιόμαστε, να γράφει η μια στην άλλη
Αδύνατα όμως και τα δύο, έκρινε ο Θεός
Πριν καν βραδιάσει πάλι.

[μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]

*

J 712 / Fr 479


Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον Θάνατο –
Σταμάτησε ιπποτικά Αυτός για μένα –
Η Άμαξα δεν είχε άλλον επιβάτη από Εμάς –
Και την Αθανασία.

Πηγαίναμε αργά – Αυτός δεν γνώριζε βιασύνη
Κι εγώ στην άκρη άφησα
Τον μόχθο, την ανάπαυλα,
Για τη Λεπτή Του Χάρη.

Περάσαμε απ’ το Σχολειό, και τα Παιδιά παλεύανε
Σε κάποιο Διάλειμμα – μες στον Περίβολο –
Περάσαμε απ’ τους Αγρούς, το Ατενές Βλέμμα του Σίτου –
Περάσαμε τη Δύση του Ηλίου –

Ή μάλλον – Αυτός προσπέρασε Εμάς –
Οι Στάλες της Δροσιάς μαζεύτηκαν με Σύγκρυο και Ρίγος –
Απλό Αραχνοΰφαντο, το Φόρεμά μου –
Το Σάλι μου – μονάχα από Δαντέλα –

Σταθήκαμε σε κάποιο Οίκημα που έμοιαζε
Σαν να ’ταν Οίδημα στο Χώμα –
Τη Στέγη μόλις που τη διέκρινες –
Και η Μαρκίζα – μες στο Χώμα.

Αιώνες – φύγαν από τότε – κι όμως
Σαν να ’ναι πιο κοντά παρά η Μέρα
Που μάντεψα πως τα Κεφάλια των Αλόγων
Έδειχναν την Αιωνιότητα –

[μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]

*

J 1035 / Fr 983

Σε περιμένω, Μέλισσα!
Για τον Ερχομό σου
Μιλούσα Χτες
Μ’ έναν γνωστό σου –

Τα Βατράχια επέστρεψαν
Βολεύτηκαν κι έπιασαν δουλειά –
Τα Πουλιά επανήλθαν –
Τα Τριφύλλια φωτεινά και πυκνά –

Το Γράμμα μου θα λάβεις μέχρι
Τις δεκαεπτά. Απάντηση στείλε
Ή καλύτερα, κοντά μου σπεύσε –
Δική σου πάντα, Μύγα.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

*
J 1695 / Fr 1696

Υπάρχει η μοναξιά τού χώρου
Της θάλασσας η μοναξιά
Η μοναξιά και του θανάτου,
Μα κοινωνία είν’ όλ’ αυτά,
Με τον βαθύ τον τόπο αν συγκριθούνε
Την πολική ερημία
Μία Ψυχή παραδομένη στον εαυτό της –
Πεπερασμένο Άπειρο.

[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]

*

J 1703 / Fr 1740 
 
Παρηγοριά στο Νεκρικό της Δώμα
Να ακούς το ζωντανό Ρολόι
Να σε ανακουφίζει λίγο ακόμα
Το αντρίκιο του ανέμου γυρολόι
Να σπάει το Θέμα του Θανάτου
Από ένα μακρινό παιδιών παιχνίδι
Που όμως, θα ζήσουνε – του κάκου –
Αυτά. Ενώ από εμάς τούτο θα φύγει

[μετάφραση: Στέργιος Μήτας]

*

J 1732 / Fr 1773

Δυό φορές τέλειωσε η ζωή μου πριν τελειώσει.
Και ακόμα περιμένω
Η Αθανασία
Αν τρίτο θα μου φανερώσει πλήγμα,
Τόσο απέραντο, τόσο ασύλληπτο,
Να επέλθει.
Του παραδείσου η μόνη γνώση είναι η απώλεια,
Που ταυτόχρονα την κόλαση μας δείχνει.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]
*
J 1763 / Fr 1788

Μέλισσα η φήμη.
Έχει τραγούδι –
Έχει κεντρί –
Α, και φτερά μαζί.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

***

Σημείωση: Το «The Books’ Journal» εορτάζει τον ‘Μήνα της ποίησης’ δημοσιεύοντας δέκα ανέκδοτες μεταφράσεις ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον, καμωμένες από πέντε ποιήτριες και ποιητές, ειδικά για την εκδήλωση του «Με τα λόγια (γίνεται)» προς τιμήν της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας, τον Μάρτιο 2013, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.

***

Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Παν/μιο Αθηνών και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, φιλοσοφία στο Παν/μιο Κρήτης. Εργάζεται ως διορθώτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013).

Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α. και Digital Humanities στο King's College του Λονδίνου. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή Το σύνδρομο Σταντάλ (2013).

Κατερίνα Ηλιοπούλου. Ποιήτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποίησης και μεταφράσει το Άριελ της Σύλβια Πλαθ (σε συνεργασία με την Ελένη Ηλιοπούλου). Διευθύνει το εξαμηνιαίο περιοδικό “ΦΡΜΚ”.

Λένια Ζαφειροπούλου. Σπούδασε τραγούδι, πιάνο και όπερα στην Στουτγάρδη και στο Λονδίνο. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: Paternoster Square (2012), που βραβεύτηκε από το περιοδικό «Αναγνώστης» το 2013, και η ποιητική ανθολογία και ο δίσκος, Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά, με ποιήματα και τραγούδια των Γκαίτε και Χάινε (2014).

Στέργιος Μήτας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Έμμετρη Φυσική Ιστορία των Θεάτρων, κυκλοφόρησε το 2013.


Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

φεβρουάριος 2014 _ παυλίνα μάρβιν & ηρώ νικοπούλου



























Παυλίνα Μάρβιν

ΟΙΚΙΑΚΟΣ ΒΟΗΘΟΣ

Συνήθως προσπαθείς να με γιατρέψεις·
μες στο μαλλί της γριάς θα φυτέψεις
δραμαμίνες. Και μπούκωμα μερέντα
με κάρδαμο απ’ τα χέρια σου ώστε ρέντα

να έχω στα δύσκολα. Μου πήρες σκύλο,
Κορδονίσιμους λέγεται. Και γάτους
τρεις, που με μια κουκουβάγια φίλο
τετράδυμα έγιναν·

μου απαγγέλλουν με σθένος. Έτσι, βγήκα
μωρό γραφέας παραδοξολόγος.
Μου ισιώνεις τη χωρίστρα, μια-δυό, αναλόγως

πόσο απέχω απ’ την τρύπα
στην οποία συχνά πέφτω και κλαίω.
Φτύνω την πιπίλα, κούνημα, λέω,

θέλω ― και πώς καταλαβαίνεις.

*

ΠΡΟΛΑΒΕΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΡΙΛΚΕ;

Έκοβε τα μαλλιά του στους διαδρόμους
της πολυκατοικίας. Διερωτόμουν,
μαζί του στο ανσανσέρ, ενώ ανερχόμουν
στον τρίτο, με ψαλιδισμένους ώμους

από τον φόβο: Δεν έχει καθρέφτες
στο σπίτι; Με κεριά, μου είπαν κατόπιν,
πως τη δόση του φτιάχνει. Με δε φταις
αγόρι μου, του φέρναν γάλα (και το ’πινε

όλο), γειτόνισσες συντρέχτρες, που είναι
δύσκολη η ζωή. Τα Γράμματα σ’ έναν
νέο ποιητή, βρήκα μια νύχτα στη θυρίδα.

Ξέσπασε πυρκαγιά· τον βάζαν, είδα,
στο κλουβί, καθώς έπαιζε Kill Bill ― και
με ρώτησε αν διάβασα τον Ρίλκε

*

Η ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Μπήκα στο μπάνιο τάχα μου για λίγο·
πέρασαν, για να βγω, τέσσερις ώρες.
Όρθια στο ντους. Ποιος ξέρει σε ποιες χώρες
βρισκόμουνα. Αδύνατον να φύγω.

Βγήκα κατόπιν σαν βρεγμένη γάτα.
Άλουστη. Και με πονεμένα μέλη.
Ήθελα πια να φάω φρούτα με μέλι,
να ξεχαστώ, να πλύνω και τα πιάτα.

Δεν με ενέπνευσε το μήλο που έπιασα στα χέρια μου.
Σήκωσα το τηλέφωνο να πάρω τον αυτόν,
κι άκουσα τη φωνή της: είναι σκάρτος, άφησ’ τον

― μαμά μου που ενσύρματη έκανες τη ζωή σου,
κι οι κόρες σου ούτε θα ρωτήσουν
πόσα χρόνια είσαι στο ακουστικό.

***





















Ηρώ Νικοπούλου

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ - Α΄

Μικρές οι πτήσεις του απρόοπτου
στο σύνορο της μέρας –
η κοίλη πλευρά των κοχυλιών
το ράγισμα του οστράκου

οι βελούδινες μορφές-ραφές του σκότους
κρύα ρυάκια που διασχίζουν
το παλιό πατρικό σαλόνι
παφλάζοντας μες στον καθρέφτη

Κι εκείνη η αράχνη
που απλώνει ρίζα
στης πόλης την κοιλιά
ώς το πρωί και με κατέχει

Τρυγώ δυο στάλες φως
ζυμώνω με άπλετο σκοτάδι
και να το γκρίζο το άσφαλτο
απόσταγμα του τέλους

*

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ - Γ΄

Τις νύχτες με ξυπνά η μακρινή βοή
διαδηλώσεων που έλειψα
σχήματα καπνών βουβές χειρονομίες
Πάλλονται σώματα
φωνές ο αέρας πήζει
τα πέλματα χτυπάνε καταγής
μικρό ρυθμό χταπόδι
που απλώνει τρίμματα τριγμούς
ψίχουλα τόπου μέλλοντος

Στις σφιγμένες χούφτες τους ζυγιάζουν
καλούμπες λεπτεπίλεπτες ονείρων
Μη τραγουδάτε ακόμα

Πλημμυρίζουν τα στενά
τις εισόδους των πολυκατοικιών
τις σκάλες ανεβαίνουν
στριμώχνονται μες στο μικρό σαλόνι
αισθάνομαι τ’ αθόρυβά τους βήματα
να πλησιάζουν στο υπνοδωμάτιο
ανοίγω και περνούν απέναντι
Πλευρό αλλάζω
και ενώνομαι μαζί τους

*

Ο ΔΡΟΜΕΑΣ

Kυλούν αργά τα μέτρα
κάτω από τα πόδια του
σερνάμενα βήματα εκατό
φθείροντας τις παντόφλες του
στο στενόμακρο μπαλκονάκι

Απ΄ άκρη σ΄ άκρη του τώρα
ο κόσμος όλος – αρπάζει
σε κάθε βήμα την κουπαστή
ζυμώνει παγωμένο χέρι
εξόριστης μητέρας

Θυμάται την πρώτη βόλτα
στο σώμα της πριν
ύστερα φως οδυνηρό
και γάλα αχνισμένο

Μυρωδάτα χρόνια του σχολείου
ξυσμένο μολύβι γομολάστιχα
τρύπιες παλιές ελβιέλες
εξαρτήματα φοιτητικά
άρβυλα πριν γίνουνε πολέμου

Την πρώτη αγάπη του θυμάται
και στρίβει στη γωνία
στο αδιέξοδο του κιγκλιδώματος
κάνει επί τόπου στροφή και
τρία παιδιά μαζεμένα

Επιταχύνει το βήμα του
δεν θέλει ν’ αργήσει
η φωνή της λευκή κυματίζει
από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα

***

Παυλίνα Μάρβιν. Γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, μεγάλωσε όμως στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπουδάζει Ιστορία.

Η­ρώ Νι­κο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε στην Α­θή­να και σπού­δα­σε Ζω­γρα­φι­κή στην ΑΣΚΤ. Γρά­φει ποί­η­ση και πε­ζο­γρα­φί­α. Τε­λευ­ταί­ο της βι­βλίο, η συλλογή διηγημάτων Ελ­ληνι­στί: ο γρί­φος (2013). Εί­ναι μέ­λος του ΕΕΤΕ, της Εται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων και του Κύκλου Ποιητών.