Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

μάρτιος 2014 _ έμιλυ ντίκινσον



















J 80 / Fr 129

Ζούμε ζωές ελβετικές –
Γαλήνιες – Δροσερές –
Ώσπου μπορεί μια μέρα
Οι Άλπεις ν’ αποξεχαστούν
Κι εμείς να δούμε πέρα!

Η Ιταλία είναι εκεί!
Μα πάντοτε στο μεταξύ –
Οι Άλπεις σεμνές –
Και πλανερές
Φρουρά που μας περιπολεί!

[μετάφραση: Γιάννης Δούκας]

*

J 214 / Fr 207

Πίνω ένα άγουρο ποτό –
Με Kούπες Φιλντισένιες –
Κανένα Bαρέλι από το Ρήνο
Δεν γέννησε τέτοιο Kρασί!

Είμαι για αέρα – εγώ – αλκοολική
Και για Δροσιά Αχόρταγη –
Ζαλισμένη έρχομαι – απ' το αιώνιο καλοκαίρι –
Και τα χάνια του ρευστού Γαλάζιου –

Κι όταν οι “Πανδοχείς” την μεθυσμένη Mέλισσα
Πετάξουν έξω απ’ της Mαργαρίτας την αυλή –
Όταν θα σπάσουν οι Πεταλούδες τα “ποτήρια” τους –
Τότε είναι που ακόμα περισσότερο θα πιω!

Ώσπου τα Σεραφείμ ν’ ανεμίσουν τα Σκουφιά τους τα λευκά –
Και τρέξουν οι Άγιοι – στα παράθυρα –
Να δούνε τη μικρή Μπεκρού
Πάνω στον – Ήλιο ν’ακουμπά!

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

*

J 254 / Fr 314

Η “Ελπίδα” είναι ένα πράγμα φτερωτό –
Που στην ψυχή κουρνιάζει –
Και τραγουδάει χωρίς λόγια το σκοπό –
Ποτέ – δεν ησυχάζει –

Γλυκύτατο – μες στον Τυφώνα – ηχεί –
Και σφοδρή θύελλα μονάχα θα πικράνει –
Και θα πτοήσει το μικρό Πουλί
Εκείνο που πολλούς έχει ζεστάνει –

Το άκουσα σε χώρα παγερή –
Στης Θάλασσας τα κύματα τα ξένα –
Κι όμως – ποτέ – στις ύστατες τις Ώρες,
Δε ζήτησε ένα ψίχουλο – από μένα.

[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]

*

J 586 / Fr 392

Μιλήσαμε όπως τα Κορίτσια –
Με αγαλλίαση, ώς αργά –
Διατυπώσαμε με θάρρος εικασίες, για τα πάντα, εκτός από το Μνήμα –
Το δικό μας, δεν μας αφορούσε.

Ορίσαμε τα Πεπρωμένα, ψύχραιμες –
Όσο ήμασταν – εμείς – οι Διευθέτες –
Κι ο Θεός, Εταίρος Σιωπηλός
Στην Εξουσία μας

Μα επιμείναμε με αγαλλίαση βαθύτερη, στον Εαυτό μας
Όπως θα ήμασταν – εν τέλει –
Όταν μες στη θαλπωρή, τα Κορίτσια γίνονται Γυναίκες
Κατακτάμε – Αναβαθμούς –

Χωρίσαμε μ’ ένα συμβόλαιο
Ν’ αγαπιόμαστε, να γράφει η μια στην άλλη
Αδύνατα όμως και τα δύο, έκρινε ο Θεός
Πριν καν βραδιάσει πάλι.

[μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]

*

J 712 / Fr 479


Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον Θάνατο –
Σταμάτησε ιπποτικά Αυτός για μένα –
Η Άμαξα δεν είχε άλλον επιβάτη από Εμάς –
Και την Αθανασία.

Πηγαίναμε αργά – Αυτός δεν γνώριζε βιασύνη
Κι εγώ στην άκρη άφησα
Τον μόχθο, την ανάπαυλα,
Για τη Λεπτή Του Χάρη.

Περάσαμε απ’ το Σχολειό, και τα Παιδιά παλεύανε
Σε κάποιο Διάλειμμα – μες στον Περίβολο –
Περάσαμε απ’ τους Αγρούς, το Ατενές Βλέμμα του Σίτου –
Περάσαμε τη Δύση του Ηλίου –

Ή μάλλον – Αυτός προσπέρασε Εμάς –
Οι Στάλες της Δροσιάς μαζεύτηκαν με Σύγκρυο και Ρίγος –
Απλό Αραχνοΰφαντο, το Φόρεμά μου –
Το Σάλι μου – μονάχα από Δαντέλα –

Σταθήκαμε σε κάποιο Οίκημα που έμοιαζε
Σαν να ’ταν Οίδημα στο Χώμα –
Τη Στέγη μόλις που τη διέκρινες –
Και η Μαρκίζα – μες στο Χώμα.

Αιώνες – φύγαν από τότε – κι όμως
Σαν να ’ναι πιο κοντά παρά η Μέρα
Που μάντεψα πως τα Κεφάλια των Αλόγων
Έδειχναν την Αιωνιότητα –

[μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]

*

J 1035 / Fr 983

Σε περιμένω, Μέλισσα!
Για τον Ερχομό σου
Μιλούσα Χτες
Μ’ έναν γνωστό σου –

Τα Βατράχια επέστρεψαν
Βολεύτηκαν κι έπιασαν δουλειά –
Τα Πουλιά επανήλθαν –
Τα Τριφύλλια φωτεινά και πυκνά –

Το Γράμμα μου θα λάβεις μέχρι
Τις δεκαεπτά. Απάντηση στείλε
Ή καλύτερα, κοντά μου σπεύσε –
Δική σου πάντα, Μύγα.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

*
J 1695 / Fr 1696

Υπάρχει η μοναξιά τού χώρου
Της θάλασσας η μοναξιά
Η μοναξιά και του θανάτου,
Μα κοινωνία είν’ όλ’ αυτά,
Με τον βαθύ τον τόπο αν συγκριθούνε
Την πολική ερημία
Μία Ψυχή παραδομένη στον εαυτό της –
Πεπερασμένο Άπειρο.

[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]

*

J 1703 / Fr 1740 
 
Παρηγοριά στο Νεκρικό της Δώμα
Να ακούς το ζωντανό Ρολόι
Να σε ανακουφίζει λίγο ακόμα
Το αντρίκιο του ανέμου γυρολόι
Να σπάει το Θέμα του Θανάτου
Από ένα μακρινό παιδιών παιχνίδι
Που όμως, θα ζήσουνε – του κάκου –
Αυτά. Ενώ από εμάς τούτο θα φύγει

[μετάφραση: Στέργιος Μήτας]

*

J 1732 / Fr 1773

Δυό φορές τέλειωσε η ζωή μου πριν τελειώσει.
Και ακόμα περιμένω
Η Αθανασία
Αν τρίτο θα μου φανερώσει πλήγμα,
Τόσο απέραντο, τόσο ασύλληπτο,
Να επέλθει.
Του παραδείσου η μόνη γνώση είναι η απώλεια,
Που ταυτόχρονα την κόλαση μας δείχνει.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]
*
J 1763 / Fr 1788

Μέλισσα η φήμη.
Έχει τραγούδι –
Έχει κεντρί –
Α, και φτερά μαζί.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

***

Σημείωση: Το «The Books’ Journal» εορτάζει τον ‘Μήνα της ποίησης’ δημοσιεύοντας δέκα ανέκδοτες μεταφράσεις ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον, καμωμένες από πέντε ποιήτριες και ποιητές, ειδικά για την εκδήλωση του «Με τα λόγια (γίνεται)» προς τιμήν της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας, τον Μάρτιο 2013, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.

***

Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Παν/μιο Αθηνών και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, φιλοσοφία στο Παν/μιο Κρήτης. Εργάζεται ως διορθώτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013).

Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α. και Digital Humanities στο King's College του Λονδίνου. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή Το σύνδρομο Σταντάλ (2013).

Κατερίνα Ηλιοπούλου. Ποιήτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποίησης και μεταφράσει το Άριελ της Σύλβια Πλαθ (σε συνεργασία με την Ελένη Ηλιοπούλου). Διευθύνει το εξαμηνιαίο περιοδικό “ΦΡΜΚ”.

Λένια Ζαφειροπούλου. Σπούδασε τραγούδι, πιάνο και όπερα στην Στουτγάρδη και στο Λονδίνο. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: Paternoster Square (2012), που βραβεύτηκε από το περιοδικό «Αναγνώστης» το 2013, και η ποιητική ανθολογία και ο δίσκος, Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά, με ποιήματα και τραγούδια των Γκαίτε και Χάινε (2014).

Στέργιος Μήτας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Έμμετρη Φυσική Ιστορία των Θεάτρων, κυκλοφόρησε το 2013.


Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

φεβρουάριος 2014 _ παυλίνα μάρβιν & ηρώ νικοπούλου



























Παυλίνα Μάρβιν

ΟΙΚΙΑΚΟΣ ΒΟΗΘΟΣ

Συνήθως προσπαθείς να με γιατρέψεις·
μες στο μαλλί της γριάς θα φυτέψεις
δραμαμίνες. Και μπούκωμα μερέντα
με κάρδαμο απ’ τα χέρια σου ώστε ρέντα

να έχω στα δύσκολα. Μου πήρες σκύλο,
Κορδονίσιμους λέγεται. Και γάτους
τρεις, που με μια κουκουβάγια φίλο
τετράδυμα έγιναν·

μου απαγγέλλουν με σθένος. Έτσι, βγήκα
μωρό γραφέας παραδοξολόγος.
Μου ισιώνεις τη χωρίστρα, μια-δυό, αναλόγως

πόσο απέχω απ’ την τρύπα
στην οποία συχνά πέφτω και κλαίω.
Φτύνω την πιπίλα, κούνημα, λέω,

θέλω ― και πώς καταλαβαίνεις.

*

ΠΡΟΛΑΒΕΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΡΙΛΚΕ;

Έκοβε τα μαλλιά του στους διαδρόμους
της πολυκατοικίας. Διερωτόμουν,
μαζί του στο ανσανσέρ, ενώ ανερχόμουν
στον τρίτο, με ψαλιδισμένους ώμους

από τον φόβο: Δεν έχει καθρέφτες
στο σπίτι; Με κεριά, μου είπαν κατόπιν,
πως τη δόση του φτιάχνει. Με δε φταις
αγόρι μου, του φέρναν γάλα (και το ’πινε

όλο), γειτόνισσες συντρέχτρες, που είναι
δύσκολη η ζωή. Τα Γράμματα σ’ έναν
νέο ποιητή, βρήκα μια νύχτα στη θυρίδα.

Ξέσπασε πυρκαγιά· τον βάζαν, είδα,
στο κλουβί, καθώς έπαιζε Kill Bill ― και
με ρώτησε αν διάβασα τον Ρίλκε

*

Η ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Μπήκα στο μπάνιο τάχα μου για λίγο·
πέρασαν, για να βγω, τέσσερις ώρες.
Όρθια στο ντους. Ποιος ξέρει σε ποιες χώρες
βρισκόμουνα. Αδύνατον να φύγω.

Βγήκα κατόπιν σαν βρεγμένη γάτα.
Άλουστη. Και με πονεμένα μέλη.
Ήθελα πια να φάω φρούτα με μέλι,
να ξεχαστώ, να πλύνω και τα πιάτα.

Δεν με ενέπνευσε το μήλο που έπιασα στα χέρια μου.
Σήκωσα το τηλέφωνο να πάρω τον αυτόν,
κι άκουσα τη φωνή της: είναι σκάρτος, άφησ’ τον

― μαμά μου που ενσύρματη έκανες τη ζωή σου,
κι οι κόρες σου ούτε θα ρωτήσουν
πόσα χρόνια είσαι στο ακουστικό.

***





















Ηρώ Νικοπούλου

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ - Α΄

Μικρές οι πτήσεις του απρόοπτου
στο σύνορο της μέρας –
η κοίλη πλευρά των κοχυλιών
το ράγισμα του οστράκου

οι βελούδινες μορφές-ραφές του σκότους
κρύα ρυάκια που διασχίζουν
το παλιό πατρικό σαλόνι
παφλάζοντας μες στον καθρέφτη

Κι εκείνη η αράχνη
που απλώνει ρίζα
στης πόλης την κοιλιά
ώς το πρωί και με κατέχει

Τρυγώ δυο στάλες φως
ζυμώνω με άπλετο σκοτάδι
και να το γκρίζο το άσφαλτο
απόσταγμα του τέλους

*

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ - Γ΄

Τις νύχτες με ξυπνά η μακρινή βοή
διαδηλώσεων που έλειψα
σχήματα καπνών βουβές χειρονομίες
Πάλλονται σώματα
φωνές ο αέρας πήζει
τα πέλματα χτυπάνε καταγής
μικρό ρυθμό χταπόδι
που απλώνει τρίμματα τριγμούς
ψίχουλα τόπου μέλλοντος

Στις σφιγμένες χούφτες τους ζυγιάζουν
καλούμπες λεπτεπίλεπτες ονείρων
Μη τραγουδάτε ακόμα

Πλημμυρίζουν τα στενά
τις εισόδους των πολυκατοικιών
τις σκάλες ανεβαίνουν
στριμώχνονται μες στο μικρό σαλόνι
αισθάνομαι τ’ αθόρυβά τους βήματα
να πλησιάζουν στο υπνοδωμάτιο
ανοίγω και περνούν απέναντι
Πλευρό αλλάζω
και ενώνομαι μαζί τους

*

Ο ΔΡΟΜΕΑΣ

Kυλούν αργά τα μέτρα
κάτω από τα πόδια του
σερνάμενα βήματα εκατό
φθείροντας τις παντόφλες του
στο στενόμακρο μπαλκονάκι

Απ΄ άκρη σ΄ άκρη του τώρα
ο κόσμος όλος – αρπάζει
σε κάθε βήμα την κουπαστή
ζυμώνει παγωμένο χέρι
εξόριστης μητέρας

Θυμάται την πρώτη βόλτα
στο σώμα της πριν
ύστερα φως οδυνηρό
και γάλα αχνισμένο

Μυρωδάτα χρόνια του σχολείου
ξυσμένο μολύβι γομολάστιχα
τρύπιες παλιές ελβιέλες
εξαρτήματα φοιτητικά
άρβυλα πριν γίνουνε πολέμου

Την πρώτη αγάπη του θυμάται
και στρίβει στη γωνία
στο αδιέξοδο του κιγκλιδώματος
κάνει επί τόπου στροφή και
τρία παιδιά μαζεμένα

Επιταχύνει το βήμα του
δεν θέλει ν’ αργήσει
η φωνή της λευκή κυματίζει
από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα

***

Παυλίνα Μάρβιν. Γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, μεγάλωσε όμως στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπουδάζει Ιστορία.

Η­ρώ Νι­κο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε στην Α­θή­να και σπού­δα­σε Ζω­γρα­φι­κή στην ΑΣΚΤ. Γρά­φει ποί­η­ση και πε­ζο­γρα­φί­α. Τε­λευ­ταί­ο της βι­βλίο, η συλλογή διηγημάτων Ελ­ληνι­στί: ο γρί­φος (2013). Εί­ναι μέ­λος του ΕΕΤΕ, της Εται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων και του Κύκλου Ποιητών.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

ιανουάριος 2014 _ μπράνκο μίλκοβιτς [μτφρ.: μόμτσιλο ράντιτς] & θεώνη κοτίνη




























Μπράνκο Μίλκοβιτς [Branko Miljković (1934 – 1961)]

ΜΑΤΑΙΑ ΤΗΝ ΞΥΠΝΑΩ

Την ξυπνάω για τον ήλιο που εξηγείται στα φυτά
για τον ουρανό τεντωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα
την ξυπνάω για τις λέξεις που τσούζουν τον λαιμό
την αγαπάω με τ’ αυτιά μου
πρέπει να πας μέχρι το τέλος του κόσμου για να βρεις δρόσο στο χορτάρι
την ξυπνάω για όλα τα μακρινά πράγματα που μοιάζουν με αυτά εδώ
για τους ανθρώπους που χωρίς μέτωπο και όνομα περνούν στον δρόμο
για τις ανώνυμες λέξεις πλατείες την ξυπνάω
για τα βιομηχανικά τοπία δημόσια πάρκα
την ξυπνάω για τον πλανήτη μας που ίσως γίνει νάρκη στο ματωμένο ουρανό
για τα χαμόγελα στην πέτρα φίλων που αποκοιμήθηκαν ανάμεσα σε δύο μάχες
όταν ο ουρανός δεν ήταν μεγάλο κλουβί για πουλιά αλλά αεροδρόμιο
η αγάπη μου γεμάτη άλλους είναι κομμάτι της αυγής
την ξυπνάω για την αυγή για την αγάπη για μένα για τους άλλους
την ξυπνάω κι ας είναι αυτό πιο μάταιο από το να καλείς πουλί που κούρνιασε για πάντα
σίγουρα είπε: ας με γυρέψει και ας δει ότι λείπω
αυτή η γυναίκα με χέρια παιδιού που αγαπάω
αυτό το παιδί που αποκοιμήθηκε χωρίς να σκουπίσει τα δάκρυα που ξυπνάω
μάταια μάταια μάταια
μάταια την ξυπνάω
γιατί θα ξυπνήσει αλλιώτικη και νέα
μάταια την ξυπνάω
γιατί τα χείλη της δεν θα μπορέσουν να την πουν
μάταια την ξυπνάω
ξέρεις καλά πως το νερό ρέει αλλά δεν λέει τίποτα
μάταια την ξυπνάω
πρέπει να υποσχεθείς στο ξεχασμένο όνομα ένα πρόσωπο στην άμμο
αν δεν είναι έτσι κόψτε μου τα χέρια και κάντε με πέτρα

[μετάφραση: Μόμτσιλο Ράντιτς]

*

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Ήμουν νύχτα
και ήμουν πουλί μετά τα μεσάνυχτα

Τραγούδησα;
Όχι

κι όταν ήμουν πουλί πέταξα από το σώμα μου και δεν
τραγούδησα τον εαυτό μου
όλα εναντιώθηκαν
στον εγκαταλελειμμένο τόπο και ήθελα να γυρίσω
δεν ήμουν ούτε κουφός ούτε μουγκός
ήμουν νύχτα πριν απ’ την υγεία
νύχτα ίασης πίσω απ’ το σώμα
που ακόμα δεν έζησε μετά το θάνατό μου
δεν είχαμε ακόμα γνωριστεί
κι αυτό μας έλκυε απέραντα τον έναν προς τον άλλον
εκείνο που πρέπει να μείνει πίσω προηγείτο

Τραγούδησα;
Όχι

εγώ δεν τραγούδησα
πρέπει να είσαι καθαρός ώστε να μην ξέρεις καμιά λέξη
ξεστομίζω θα πει δείχνω τα δόντια
μίλησα και προδόθηκα
τα δόντια ο οισοφάγος και η κοιλιά
μού έδειξαν τον δρόμο για το δικό μου και το ξένο αίμα


[μετάφραση: Μόμτσιλο Ράντιτς]

***




















Θεώνη Κοτίνη

ΜΑΚΡΥΚΟΥΠΟ λάμνει το φως
στη θάλασσα της Ελευσίνας
λειώνοντας τα βαριά καράβια
σε άθυρμα πάχνης
Βαθύ ανήσυχο μαβί
διαπλέει αύρα ατείχιστη
και μια ταβέρνα ξέρηχη
τερπνά φωτίζει με λαμπιόνια
πρώτα ειδύλλια ή αγάπη
για το μπλε
που αλλάζει
Ύστερα μαύρο
διάτρητο από λαμπυρισμούς
της άλλης όχθης
- να ’ναι η Σαλαμίνα ή η Ψυτάλλεια; –
μια αποικία
χαμηλών αστερισμών ή πυροφάνι
καλή ψαριά ανασύροντας
αφώτιστη μεριά προσώπου
που πια δε μνημονεύεις στην κουβέντα
ένα πρόσωπο μισό
σαν φεγγάρι στη χάση
που το βλέπεις
ψηλά στο στερέωμα
να οδεύει
σε έκλειψη πλήρη

Κοιτάς της αστραπής
το σκοτεινό ευεργέτημα
για ελάχιστα λίγο παρών
στο θίασο των ημερών εκείνων
που διαβαίνει τον έναστρο Αχέροντα
για να μπει στην τροχιά
του παλιού σου ουρανού
ζωφόρος ακίνητη
χαμένου καιρού

*

ΤΟ ΚΟΒΕΙΣ στα δυο με βιασύνη
Δόντια πολύσπορα φρουρούν
στην καρδιά του ρουμάνι
υγρή ρεματιά κι ανασαίνει
φωτοσκίαση του καρπού ολογύρω·
πράσινο πάνω πάνω
επιστέφει με αργή ωρίμανση
τη μέσα σάρκα:
άλω χλωρής ακακίας,
άγουρη ήβη
που πρωτοδοκιμάζεται σε χείλη δίψας
καναρινί μετά της πρώτης τρίλιας
πιο κάτω κεκαυμένη ώχρα
πήζει σε κίτρινης ξερολιθιάς
το ηλιοβασίλεμα
μέσα βαθιά
φτενό γιαλού σώμα ξανθό
διατρέχει του καρπού
τη σπάταλη γονιμότητα

Κι όλο μαζί μελωδικό στον ουρανίσκο
σαν το νερό
που αν χτυπήσεις την κρυμμένη φλέβα
αναβλύζει ξυπνώντας
ραβδοσκόπο υπνοβάτη

Πίνεις μια φέτα θρυμματίζοντας
μηνίσκο θερινής σελήνης
πάνω από ξερικό μποστάνι
πλήθος τα γαϊδουράγκαθα τριγύρω
και το δέντρο κατάμονο
λιγνά σκιάζει το λιοπύρι
μες στου περιβολιού το καστανόχωμα

Βυθίζεις φθονερή βουλιμία
στο δυσώνυμο φρούτο
που αναπαύει σε κρύπτη τον τόπο
ομοιώνεσαι το έγκυο σώμα
που αναθρέφει το χρόνο
σε καμπύλο κενό

*

ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

Σγουρό μελίσσι ηλιόλουστο
και πράσινος σκαντζόχοιρος στην πέτρα
ανθίζει με φωνούλα κίτρινη
και στάζει στα δυο χέρια σου
κρήνη της ευωδιάς

Τι είναι;

Κωφάλαλου κωδωνοκρούστη σαματάς
σείει της καμπανούλας το γλωσσίδι σαλτιμπάγκος
κουρδίζει μαργαρίτας εκκρεμές
και έναν ασφόδελο φυγόκεντρα αφιονίζει
σε περιδίνηση δερβίση τον κινεί

Τι είναι;

Του βράχου φυλαχτό βουβό ενώτιο
βυζαίνοντας δυσεύρετο το αλάτι
φανατικό σαν πείσμα επιβίωσης
μισό στον ήλιο τ’ άλλο στο νερό
κλειδώνει κωνικό φιλί
στην δύσκολη καρδιά γρανίτη

Τι είναι;

Κόκκινο υπερωκεάνιο του θέρους
καρίνα κοίλη πράσινη
με δυο σειρές τα φινιστρίνια κοιμισμένα
πλησίστιο αρμενίζει
χυμώδες κύμα ορθώνοντας
σε όρμο ουρανίσκου

Τι είναι;

Στιλπνά στη μέσα τσέπη ενθυμήματα
κηρύσσουνε πόσο επίκαιρη οφείλεις τη χαρά
γι’ αυτό κι όταν τα πας στο σπίτι ξεθυμαίνουν
εντοπιότητα της ομορφιάς ποιμαίνουν

Τι είναι;

Τρέχει μουσκεμένο στο θώρακα
σαν τύμπανο άσεμνο ευφραίνεται αρχαίο
ρόδι και σπάει κυλώντας
σε ανάποδη κλίμακα
ανεβαίνει γοργά χτυπώντας κατάστηθα
και ανοίγεις διάπλατα

Τι είναι;



Θυμάρι της άνοιξης

αέρας του Μάρτη

πεταλίδα τον Αύγουστο

στα χέρια καρπούζι

κοχύλια στο κύμα

και γέλιο στο στόμα



τα παίρνει ποτάμι

και πάει

*

ΩΣΕΙ ΚΗΠΟΣ

Η μέλισσα ξαναγυρνά
στα άδυτα του ιβίσκου
το νερό στο σκοτεινό του μέταλλο
Κόκκινος τρύγος στο παρτέρι
απομυζά κρυψίνοια κάλλους
δίπλα του της πηγής ροή
κατέρχεται
σε εύφορο ορυχείο

Σκοντάφτει
σε άνωση φωτός
και επιστρέφει:

Στο δέντρο
μια μόλις που άδειασε αιώρα
δονεί ακόμα
αστραφτερό μετέωρο ενός γέλιου
ταλάντωση της αλυσίδας
το διανέμει

Στη μέση το πηγάδι
και στον κουβά
αφρώδες ξέχειλο ξεδίψασμα
λαμποκοπάει και χύνεται

Ψηλά υφάδι της αράχνης
βρίσκει τις αφανείς οδούς
της ένωσης
κυκλοτερή δεσμό οδηγώντας
στο κέντρο πάμφωτου
κινδύνου

Στο χώμα ταπεινό ηφαίστειο
της μυρμηγκοφωλιάς
επείγεται κι εκρήγνυται
σπορά εφήμερου
στο χρόνο

Και μέσα εδώ
άφταιγο φίδι και κακό
δρέποντας το γλυκύ καρπό
χωράει στην αθωότητα
κρυμμένο

***

Μπράνκο Μίλκοβιτς (Branko Miljković). Γεννήθηκε στην Νις το 1934, και αυτοκτόνησε στο Ζάγκρεμπ το 1961. Σέρβος νεο-συμβολιστής ποιητής της Β' μεταπολεμικής γενιάς, δοκιμιογράφος, μεταφραστής γαλλικής και ρωσικής ποίησης. Άρχισε να γράφει πολύ νωρίς, επηρεασμένος από τους Βερλαίν, Μαλλαρμέ, Ρεμπώ, Μπλοκ, και Παστερνάκ. Σπούδασε φιλοσοφία στο Βελιγράδι. Δημοσίευσε τέσσερις συλλογές ποιημάτων: Μάταια την ξυπνάω (1957), Με τον θάνατο ενάντια στον θάνατο (1959), Η φωτιά και το τίποτα (για την οποία πήρε το μεγαλύτερο βραβείο για την ποίηση της τότε Γιουγκοσλαβίας, «Βραβείο του Οκτώβρη») και Καταγωγή της ελπίδας το 1960. Αμέσως μετά τον θάνατό του, δημοσιεύεται Το αίμα που φωτίζει. Θα παραμείνει γνωστός για πάντα ο στίχος του «Με σκότωσε ο πολύ βαρύς λόγος», ο οποίος αναγράφεται στον τάφο του.

Μόμτσιλο Ράντιτς (Momčilo Radić). Γεννήθηκε στην Νις. Σέρβος ποιητής και μεταφραστής της ελληνικής και σερβικής ποίησης.

Θεώνη Κοτίνη. Γεννήθηκε στη Μυρσίνη Ηλείας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: Μικρογραφία, Αθώα τη νύχτα, Ανίδεοι πάλι (Πλανόδιον), Θεός ή Αγάπη (Γαβριηλίδης) – ενώ αναμένεται η πέμπτη: Ωσεί κήπος (Γαβριηλίδης).