Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

νοέμβριος 2016 _ νάντη χατζηγεωργίου





















Νάντη Χατζηγεωργίου


ΜΕ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ


Όταν κανείς αποσυρθεί
λιγάκι από τα φιλικά
χτυπήματα στην πλάτη
το μόνο που παρηγορεί
είναι η αθωότητα
που δείχνουνε τ' αγόρια
στο άγγιγμα του σβέρκου των φίλων
αφού, για λόγους άγνωστους σ' εμάς,
ήρθανε προς στιγμήν στα χέρια

Στην ίδια γειτονιά
πίσω απ' τις ρόδες
ο νεαρός γάτος
κάνει υπομονή ώσπου
αρπάζει τελικά
στο τρυφερό του στόμα
ένα κουτσό περιστέρι

Για λίγα λεπτά
στον κόσμο όλο
τίποτα δεν μοιάζει
πιο δίκαιο



ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΑΦΙΣΑΣ

Μέσα βάφουν τους τοίχους μπλε ελβετικό
σκουπίζουν το λεκέ απ' το γιακά τους με αγιασμό
το παράθυρο δεν δείχνει πέρα
οι κουρτίνες είναι επαρκώς βαριές

Έξω τεράστιες δεν είναι οι κορομηλιές
γι' αυτό και τις παρατηρούν μονάχα
εκείνοι που πλαγιάζουν καταγής
το βήμα των περαστικών έχουν προσευχητάρι
και το εικονοστάσι τους κοσμούν
λουλούδια πλαστικά και το κορίτσι
απ' τη θεόρατη διαφημιστική αφίσα



ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Μπροστά στον ίδιο καναπέ
στημένες δύο τηλεοράσεις
στα αριστερά
ιπτάμενοι Κινέζοι ξιφομάχοι
στα δεξιά ο καιρός

στη Μεσόγειο
οι άνεμοι πνέουν βόρειοι
– βορειοδυτικοί
ο Γιάο Λι πέφτει νεκρός
ασθενείς βροχοπτώσεις
καθώς μια τούφα απ' τα μαλλιά του
ανατολικά
φιλά το υγρό χώμα

η Σέβε γεννήθηκε
σε μια μικρή κινέζικη πόλη
για να προσέχει γυναίκα πια
στο διαμέρισμά του
τον θείο Πάρη



ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ

Στον πλανήτη Γη
ποιος ξέρει τί θα 'χε συμβεί
αν οι άνθρωποι μπορούσαν
να εκδικούνται με ιστορίες
κι αν αλήθεια γινόταν
ό,τι έβαζε ο νους

μια ώρα αρχύτερα ίσως
κάποιος θα ευχόταν το τέλος
κι ανάμεσα σε άπειρα άστρα
η μικρή μπαλίτσα
που αιωρείται στο κενό
από τον ήλιο θα είχε φαγωθεί

τη μέρα της καταστροφής
όπως όλες τις μέρες
κάποιος θα έβγαζε βόλτα το σκύλο του
Κύριε! –θα του 'λεγε
τραβώντας το λουρί
Κύριε, μισό λεπτό!
Έχετε ποτέ αναρωτηθεί
στο σύμπαν όλο
μας βλέπει άραγε κανείς
μας αγκαλιάζει
όπως μάθαμε με τον καιρό
τα πλάσματα αυτού του τόπου
να αγκαλιαζόμαστε
μεταξύ μας;




ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΔΑΣΟΣ


Το γάλα στο στήθος της
πήγαινε χαμένο

Στην αίθουσα αναχωρήσεων
κάποιοι έχουν χαιρετήσει
τους νεκρούς τους
Άλλοι έχουν πολλούς νεκρούς
Συνήθισαν και δεν έχουν
διάθεση για αποχαιρετισμό
Η γη που αφήνουν πίσω
δεν έχει πια λουλούδια
και οι σοροί δίχως σάβανα
μια στοιβαγμένη αγκαλιά
Ο νέος τόπος
θα προσφέρει απλόχερα
το χώμα του
να θυμηθούν πώς γίνεται
ανάμεσα στους ανθρώπους
ο αποχωρισμός
Για τελετή θα αγκαλιάσουν
τα δέντρα

Εκεί τίποτε δεν θα εμποδίσει
αυτό το κορίτσι να θηλάσει
έναν μικρό λύκο



ΠΡΟΣΕΥΧΗ

κάνε θεούλη
το σώμα μου μήλο
να χαιρετήσω το δέντρο

δίχως βάρος για λίγο
να πέσω γλυκά
να ακουμπήσω μετά

αυτό που φορές
μοιάζει ασήκωτο

σε μια καινούρια
από χώμα αγκαλιά

εκεί όπου πια

δεν είναι παρά
το βάρος ενός μήλου

*

Νάντη Χατζηγεωργίου. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μελετά ανθρωπολογία, χορό και παραδοσιακή μουσική.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

οκτώβριος 2016 _ 12 χάικου από 5 χώρες














Jane Reichhold
(Η.Π.Α., γενν. 1937)

μοτίβα
τα λόγια σου ανοίγουν
την ίριδα

– μτφρ.: Ηλίας Ψυρούκης


Janice Fixter
(Ηνωμένο Βασίλειο, πέθ. 2012)

έπιασε μπόρα
δεν φορούσα τίποτε αδιάβροχο
εκτός από μάσκαρα

– μτφρ.: Αλεξάνδρα Μαραγκοπούλου


Jack Kerouac
(Η.Π.Α., 1922-1969)

Η γεύση
της βροχής
– Γιατί να γονατίσεις;

– μτφρ.: Κώστας Ταπεινός


Michael Dylan Welsh
(Ηνωμένο Βασίλειο, γενν. 1962)
       
βρέχει πεφτάστερα
κύμα απαλό
μουσκεύει τα σανδάλια μας

– μτφρ.: Αλεξάνδρα Μαραγκοπούλου


Richard Wright
(Η.Π.Α., 1908-1960)

Bροχή όση χρειάζεται
να φέρει μυρωδιά του μεταξιού
απ’ τις ομπρέλες.

– μτφρ.: Μαριλού Χρυσοχοΐδου


René Maublanc
(Γαλλία, 1891-1960)

Τα στάρια σκορπισμένα…
Χάλασε η μπόρα τη σοδειά
Το ίδιο και στην καρδιά μου…

– μτφρ.: Γιώργος Γιαννόπουλος


Allen Ginsberg
(Η.Π.Α., 1926-1997)

Δεν ήξερα τα ονόματα
των λουλουδιών – τώρα
πάει ο κήπος μου.

– μτφρ.: Μαριλού Χρυσοχοΐδου


Jack Kerouac
(Η.Π.Α., 1922-1969)

Ένα λουλούδι
στον γκρεμό
Νεύει προς το φαράγγι

– μτφρ.: Κώστας Ταπεινός


Mario Chini
(Ιταλία, 1876-1959)
Αρκούν τρεις γρύλοι
για να κάνουν μεγάλη μια νύχτα
κατακαλόκαιρου

– μτφρ.: Ελένη Μοσχοβάκη


Lisa Carducci
(Καναδάς, γ. 1943)

καθώς κοιμάσαι
παίζω με τα σύννεφα
κι εσύ δεν το ξέρεις

– μτφρ.: Μιχάλης Γραμματάς


Richard Wright
(Η.Π.Α., 1908-1960)

Ένα τσίρκο στις όχθες της λίμνης:
Ελέφας σαλπίζει
Στο μπλε νερό κύματα.

– μτφρ.: Ηλίας Ψυρούκης


Edoardo Sanguineti
(Ιταλία, 1930-2010)                                                            

Εξήντα φεγγάρια
τα πέταλα ενός χάικου
μέσα στο στόμα σου

– μτφρ.: Ελένη Μοσχοβάκη


Σημ.: Τα χάικου αυτά, τα μετέφρασαν μέλη της Ομάδας Γραφής Ποίησης του Βρετανικού Συμβουλίου, την περίοδο 2015-16.


*


Γιώργος Γιαννόπουλος. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και διαμένει στην Αθήνα. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης, στη Γεωπονική Σχολή, και κατόπιν εργάστηκε ως Γεωπόνος-Οικονομολόγος στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.

Allen Ginsberg. Αμερικανός ποιητής, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς των Μπητ, γνωστός κυρίως για τα ποιήματά του Ουρλιαχτό και Καντίς. Το 1993 εχρίσθη Ιππότης των Τεχνών και Γραμμάτων από το γαλλικό κράτος.

Michael Dylan Welsh. Γεννήθηκε στη Μ. Βρετανία. Διευθυντής κι εκδότης του “Press Here” –εξειδικευμένου περιοδικού για το χάικου– και αντιπρόεδρος, από το 2009 έως το 2013, της Haiku Society of America. Κάθε χρόνο οργανώνει στις ΗΠΑ εκδηλώσεις με θέμα τα το χάικου.

Μιχάλης Γραμματάς. Γεννήθηκε, σπούδασε (Βιολογία στο Πανεπιστήμιο), ζει (σχεδόν αδιάλειπτα) και εργάζεται (ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης) στην Αθήνα. Ασχολείται, εδώ και 28 χρόνια, με το γράψιμο σύντομων πεζών και ποιημάτων. Η μοναδική του δημοσίευση αφορούσε το ταξίδι του σε μια χώρα που δεν είναι πια υπαρκτή: την ΕΣΣΔ.

Lisa Carducci. Γεννήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά. Γαλλόφωνη ιταλικής καταγωγής, γράφει στα γαλλικά –κυρίως–, ιταλικά, αγγλικά, κινεζικά. Ποιήτρια, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, μεταφράστρια και –ιδίως– διακεκριμένη σινολόγος. Από το 1991, ζει μόνιμα στην Κίνα. Έχει λάβει πάνω από 70 λογοτεχνικά βραβεία, ενώ ένα βιβλίο της για την Κίνα έχει μεταφραστεί σε 7 τουλάχιστον γλώσσες.

Jack Kerouac. Αμερικανός λογοτέχνης, ένας από τους κύριους εκπροσώπους της γενιάς των Μπήτ (Beat Generation).

Mario Chini. Πεζογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής. Η συλλογή του με χάικου Attimi (Στιγμές) δημοσιεύτηκε το 1961, μετά τον θάνατό του.

Αλεξάνδρα Μαραγκοπούλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και στο “The Books Journal”. Το 2015-16, παρακολούθησε μαθήματα στις Ομάδες Συγγραφής Ποίησης στο Βρετανικό Συμβούλιο στην Αθήνα.

Ελένη Μοσχοβάκη. Αγαπά την ποίηση (και όχι μόνο). Είναι μέλος της ποιητικής ομάδας στο "Τσακμάκι".

René Maublanc. Γεννήθηκε στη Νάντη και πέθανε στο Παρίσι. Υπήρξε καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Lycée Henri IV στο Παρίσι, πολιτικός ακτιβιστής, πεζογράφος και ποιητής.

Jane Reichhold. Έχει σπουδάσει Τέχνες και Δημοσιογραφία και αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής της στη συγγραφή και την μετάφραση χάικου. Είναι επίσης αρθρογράφος και γλύπτρια. Βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες.

Richard Wright. Αμερικανός συγγραφέας, ασχολήθηκε κυρίως με φυλετικά θέματα, ιδιαίτερα εκείνα που αφορούν την δυσχερή θέση των Αφροαμερικανών στο τέλος του 19ου αιώνα. Το πιο γνωστό έργο του είναι το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Black Boy. Η κριτική θεωρεί ότι το έργο του επηρέασε θετικά την αλλαγή των φυλετικών απόψεων στις ΗΠΑ.

Edoardo Sanguineti. Ποιητής και πεζογράφος, μέλος του ιταλικού λογοτεχνικού κινήματος “Gruppo 63”. Για τον Sanguineti "η ποίηση δεν είναι ένα νεκρό πράγμα, αλλά ζει κρυφή ζωή".

Κώστας Ταπεινός. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Δημοσιεύει τακτικά κριτική βιβλίου σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Janice Fixter. Βρετανή ποιήτρια και δοκιμιογράφος, μέλος του “Maida Vale Poet Group”. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί από το 1994 και μεταδοθεί από βρετανικές ραδιοφωνικές εκπομπές.

Μαριλού Χρυσοχοΐδου. Στην Αγγλία, σπούδασε Δημιουργική Γραφή (Παν/μιο του Greenwich) και έλαβε Μεταπτυχιακό στην Ποίηση (Παν/μιο του Manchester). Δημοσιογραφικά της κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, ενώ ποιήματά της έχουν εκδοθεί σε ομαδικές συλλογές σε Ελλάδα και Αγγλία.

Ηλίας Ψυρούκης. Γεννήθηκε στην Αθήνα.Είναι φοιτητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ασχολείται με την ποίηση από το 2005. Έχει γράψει σενάρια για θέατρο. Κατά καιρούς δημοσιεύει σε εφημερίδες και περιοδικά.


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

σεπτέμβριος 2016 _ επιστροφή ii: ελένη βακαλό













ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΙΙ – Ελένη Βακαλό


“Επιστροφή” – από τις θερινές διακοπές· “στα θρανία”, κ.λπ.. Από πέρυσι (ξεκινώντας με τον Νίκο Χουλιαρά), κάθε φθινόπωρο, το “The Books' Journal” ξαναγυρνά σ' ένα ποιητικό έργο το οποίο ίσως παραέχουμε καιρό να επισκεφτούμε. Με την ελπίδα να ευφρανθούμε και να ωφεληθούμε.


Η Ελένη το γένος Σταυρινού, μετέπειτα σύζυγος του ζωγράφου Γιώργου Βακαλό, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1921. Πρωτοεμφανίστηκε το 1944, κι έτσι κατατάσσεται στους ποιητές της 'Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς'. Που σημαίνει –για να μείνουμε σε δυο που περισσότερο ακούγονται, διαβάζονται και επηρεάζουν σήμερα– στην 'γενιά' του Σαχτούρη και του Καρούζου. Γιατί, λοιπόν, εκείνη δεν συζητείται και δεν μελετάται το ίδιο έντονα με αυτούς (και άλλους· τα γραμματικά γένη εδώ έχουν το βάρος τους); Ίσως το ερώτημα να μην αφορά μόνον την φιλολογία, αλλά και την κοινωνιολογία. Και, οπωσδήποτε, την ιστορία και την αισθητική. Επειδή η μοντερνιστική ποίηση της Βακαλό, όταν παίζει με το δημοτικό τραγούδι, όντως παίζει: δεν έλκεται από την κατά τόπους σκοτεινιά του μόνον· όταν αναφέρεται σε προσωπικά βιώματα, δεν το κάνει με όρους προβολής μιας ατομικής (και δη 'καλλιτεχνικής') μοναδικότητας· δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, με χιούμορ και με κάθε σοβαρότητα, την 'παιδικότητα'· και είναι άψογα ρυθμισμένη μουσικά (τι θελκτικοί και 'φυσικοί' οι ανάπαιστοί της, φερειπείν). Κι ίσως επίσης επειδή, αν θέλουμε να της βρούμε ελληνικούς ποιητικούς 'προγόνους', θα πρέπει μάλλον να γυρίσουμε στον Σολωμό. Είτε πυκνώνουν, είτε εκτείνονται, το ύφος και η γλώσσα της έχουν κάτι τόσο λιτό και κοινόχρηστο –κι ας μοιάζουν εν πρώτοις 'παράξενα'– ώστε φαίνονται άχρονα. “Η ανάγκη ακρίβειας για μένα είναι θέμα ευαισθησίας”, είχε πει το 2000. Πέθανε έναν χρόνο αργότερα, αλλά τα ποιήματά της θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί σήμερα – ή να γραφτούν μεθαύριο. Έγραψε επίσης βιβλία και άρθρα ιστορίας και κριτικής των εικαστικών τεχνών: σ' αυτόν τον χώρο, τουλάχιστον, γρήγορα αναγνωρίστηκε ως μείζων προσωπικότητα. Από το 1944 ώς το 1978, εξέδωσε 13 βιβλία ποίησης – μα η συγκεντρωτική έκδοση του 1995, Το άλλο του πράγματος (εκδ. Νεφέλη), ορίζει ως αρχή το 1954. Το έργο της έστεψαν τα Επιλεγόμενα (εκδ. Νεφέλη, 1997) – κι είναι δύσκολο να ανακαλέσει κανείς άλλον Έλληνα ποιητή, απ' όσους συνέχισαν να εκδίδουν πέρα απ' τα εβδομήντα τους χρόνια, του οποίου το τελευταίο βιβλίο να είναι εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο, απ' όσα προηγήθηκαν. – Π.Ι.


~


ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ

Επηρεάζουν στο δέρμα
Κι όταν κλείσεις τα μάτια σου πιο πολύ το αισθάνεσαι
Πως θ' αλλάξεις τοπίο
Αφού πρώτα οι κινήσεις αδιόρατες στο φλοιό από μέσα αρχίζουν
Είναι όπως αν βρίσκεσαι δίπλα σε θάλασσα
Και ακόμη η καμπύλη του δρόμου την κρύβει
Κατεβαίνοντας
Ο αέρας νωρίτερα τη θαλάσσια αρμύρα σού φέρνει
Και τα είδη της θάλασσας και τα σχήματα
Ο αέρας που έρχεται
Στην αφή μας πιο πριν τ' ακουμπάει
Πάλι όμως αιφνίδια σού φαίνονται
Κατεβαίνοντας στ' ακρογιάλι
Έτσι γίνεται και σε μένα όταν δω
Τα φυτά που απότομα ανοίγουνε απ' τη μια μέρα στην άλλη

Πιθανόν να περιέχει η αίσθηση
Σ' εποχές που ακάλυπτες μένουνε
Και το σχήμα
Των νεκρών μας σωμάτων.


– από την Φυτική αγωγή (1956)


***


[Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας...]

Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας νύχτες πολλές
Το σκοτάδι κινούσε. Παράφορα κουβαλούσε από παντού μυρωδιές
Στα πλευρά μου άνοιγε κήπους. 'Εβλεπες άλλες φορές τοπία θαλασσινά
Δροσεροί στις όχθες τους ξάπλωναν όσοι θυμόμαστε
Δεν καίγονται, δεν μαραίνονται
Τότε αναβρύζαν πηγές
Από τη μια γλυκό κυλούσε νερό ώς μέσα στη θάλασσα προχωρώντας σε ήσυχους δρόμους
Εκεί όταν είναι οι μέρες καλές πιο κρύο σαν κολυμπάς αισθάνεσαι το νερό
Κι όπως σε πλάκα μαρμάρινη αν σταθείς απόγεμα του καλοκιαριού
Όντας εσύ πιο ζεστός, εκείνη στη σκιά και στα χόρτα κρυμμένη
Μιαν άλλη ανάσα θαρρείς πως περνά
Κι ανάπαυση σε τραβά και τρόμος σε διώχνει
Έτσι αισθάνεσαι όταν τα ρεύματα αυτά συναντάς

Καλλίτερο για τη δίψα του άγιου τους στόματος το εμποδισμένο νερό


– από το Ο τρόπος να κινδυνεύομε (1966)


***


[Περπατούσαμε αγκαλιασμένες...]

            Περπατούσαμε αγκαλιασμένες παρέα κορίτσια, λίγο άλλες μεγαλύτερες, κάθε απόγεμα στο δρόμο που έφευγε από τα τελευταία σπίτια κι ανέβαινε σ' ένα ύψωμα να καθήσομε κάτω απ' τα δέντρα
            Τον δρόμο πριν δύσει τον έβρεχαν μπρος στην πόρτα τους οι κοπέλες κι ήτανε δροσερός, μα ύστερα πια δεν ήταν, κι όταν σ' αυτό το κομμάτι φτάναμε κοκκινωπό ήταν το χώμα, το βράδυ γυρνώντας, κίτρινος σαν το φεγγάρι
            Τότε μερικές τραγουδούσαν πηγαίνοντας μπρος απ' τις άλλες, κι ήταν σα χωριστές, που τις έπαιρνε η φωνή τους, κι έτσι όλες γυρνούσαμε μαγεμένες

*

ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

            Τα παιδιά που περνούσανε και τον κόσμο κατέβαιναν με ποδήλατα γέμισαν τον αέρα φωνές. Και στο δρόμο μας σύρριζα από όλους ο ένας λίγη σκόνη που άφηνε, από κάτω του το ποδήλατο σταματώντας, εκείνος και αποδήλατος έφευγε απ' τις κορφές των δέντρων ψηλά, και οι άλλοι τρέχοντας προλαβαίνανε πιο κάτω το ίδιο, στη γειτονιά του καθένας, ώσπου ο αέρας γέμιζε από όλους τους δρόμους εκείνη την ώρα αγόρια που ανέβαιναν αντί για πουλιά


– από την Γενεαλογία (1971)


***


[Έρωτας τότε μ' έπιασε...]

            Έρωτας τότε μ' έπιασε σχεδόν ηδυπάθεια, ολόιδιον ένιωσα κι άλλοτε στην καρδιά μου πονώντας

            Τον έρωτα μετά απ' την αγνότητα κανένας πώς δεν ομολόγησε γι' απόκρυφα επιθυμία σου να δοθείς και να κάνεις
                        πως είναι

            Και ποιος μάς βοηθάει ποτέ παρά ο θάνατος, ακόμη κι αν αγαπήσεις τους άλλους, εκείνους που χαμένοι πρωτύτερα και σ' αυτό ήταν κοντά σου


– από τα Του κόσμου (1978)


***


ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ

Πλοκάμια τα σγουρά κλωνιά
Ξυλόγλυπτου
Στο δείλι, τέμπλο ο κήπος


– από το Γεγονότα και Ιστορίες της Κυρα-Ροδαλίνας (1990)


***


[Στην αρχή δεν ήταν τόσος ο αέρας...]


Στην αρχή δεν ήταν τόσος ο αέρας
Συνέπαιρνε μόνο ένα στρώμα λεπτό
Συρτό στον αγρό που ριγούσε
Ω αγωνιώδης και σιγής πορεία
Αναιρώ όσα έκανα έργα
Ενδιαφέρομαι για το θαύμα

Ετοιμάζομαι για το θαύμα
Στην εύνοια του χρόνου αποδίδω κάθε παράταση
Πηγαίνω με μία οπλή
Αυθάδης η απαίτηση
Κι είναι όλο ημέρα

Και ως ακρίδα
Εγώ, η κάθε φορά ανέραστη
Της ξηρασίας άφτερο πλάσμα· ντροπή μου
Αποβάλλω του προσώπου το είδος· ας τ' αποβάλω


*


[Άγραφος είναι ο λόγος...]

            Άγραφος είναι ο λόγος που κινεί τα εγκάρσια στρώματα κι ανεβαίνουν στα επάνω ως δώρο κι ανάπαυση τ' ανεξήγητα των εικόνων

            Κι έτοιμα όμως, παλαιών που ειρήνευσαν, όχι ευφρόσυνοι, οικειώνοντας φοβερά με τη λύπη τους όψη στο πέραν

            Επειδή απόρησα. Φαιός ουρανός στο όραμα κι αντικριστά στο σκοτάδι μου έφεγγε· με κείνη την καλοσύνη βόγγηξα, ο ουρανός ένας και πότε μεταβάλλεται;

            Ενώ ο ανθώνας πλούσιος

            Περίκλειστος, των αποδημούντων
            Και στην είσοδο ο αγύριστος
            Φύλακας
            Ο τρικέφαλος σκύλος

            Ζωγραφιστός το τέρας



– από τα Επιλεγόμενα (1997)


Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

ιούλιος 2016 _ αλεξάνδρα πλαστήρα




















Αλεξάνδρα Πλαστήρα

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ

Ήταν σαν έμμονη ιδέα
να σταθούμε στην πλώρη
Περνούσαν τα νησάκια
τοσοδούτσικα
μ’ ένα σπιτάκι
μαύρο ή κόκκινο
στα δέντρα
Όλο και κάποιος 
περίμενε κάποιον
Είδαμε κι εμείς
πώς ανταμώνουν

~

Η ΑΡΧΗ ΜΟΥ

Όταν αφήνω 
τον ορίζοντα
σκάβω για λέξη
τρώω χώμα
όλο πιο κάτω
κάθε λογής 
και παρακάτω
όλο πιο μαύρο
Σκάβω 
δεν βρίσκω
βρωμίζω
ελπίζω
μήπως πιο κάτω

~

ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΣ

Για κακή του τύχη
το λένε ψαροβασιλιά
και ντρέπεται πολύ
για τ' όνομά του
γι' αυτό και κρυμμένο
στα καλάμια
κελαηδάει για τα ψαράκια
που αυτά στον αέρα
ζωή δεν έχουν
και κελαηδάει γι' αυτά
που έχασαν τα βάθη

~

ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ ΑΛΟΓΑ

Στον καναπέ ξαπλωμένη
υφίσταμαι επιδρομή
Ποιος είσαι άνθρωπέ μου;
Ασφαλώς ηγείσαι
πανάρχαιας φυλής
Πολύ με τιμάς
Δεν θέλω να σε προσβάλω
μα εγώ μόλις γύρισα 
κατάκοπη στο παρόν

~

ΕΧΩ ΜΠΛΕΞΕΙ

Πάλι στης Βίβλου τα μονοπάτια
κατσικούλες και ληστές
τη φωνή του θεού 
ακούνε αίφνης
Ξαναπέφτω κι εγώ στα γόνατα
Μ' εμένα Κύριέ μου τι θα γίνει;
Εσύ όχι ακόμα λέει
και στέκομαι άκρη άκρη 
γιατί στη μέση
περνάνε οι σωσμένοι
καμαρωτά

*

Αλεξάνδρα Πλαστήρα. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και μελέτησε μουσική. Εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων. 




Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ιούνιος 2016 _ δημήτρης λεοντζάκος + ιουλιανός από υπάρχων [μτφρ.: αντώνης ψάλτης]













Δημήτρης Λεοντζάκος
ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ 
Τίποτα  ευγενικό  δεν έχει  η  γη. Ο ουρανός αυτών των γιγάντιων, μαύρων, ανάποδων πουλιών.
Αρπακτικότερο το μελάνι τους όλο και κατεβαίνει. Βαθαίνει ανεξίτηλα στο επίπεδο σώμα μας. Αναίτια όντα αναπνέουμε σχεδόν τα πάντα. Εμείς τα ψάρια ενός διάφανου κόσμου. Ενός ριζόχαρτου οι άπειροι, απρόσιτοι πόροι.
Τα δάκρυά μας είναι το σώμα μιας άγνωστης γλώσσας. Βουβής,  επιθετικής,  λευκής  και  αφιλόξενης.
Μόνο μια φωνή από χώμα, μακρινή, που αναγνωρίζουμε ως φιλική, μας συντροφεύει. Στα σκοτεινά όνειρα  των τυφλών λαβυρίνθων, που ονομάζουμε μάτια. Μας μιλά. Μιλά και δεν μπορούμε να εντοπίσουμε στον χώρο.
Το όνομά της κλαίει γοερά. Σαν εφιάλτης και σαν τον ήχο δύο τεράστιων,  πάλλευκων φτερών την νύχτα.
~

ΠΟΛΩΝΙΑ
Πολωνία είναι ο πόνος. Χώρα φανταστικών, υψηλών καταγωγών. Ευγενών. Αν και το υψηλό δεν έχει τίποτα το ευγενικό. Πολωνία είναι ο πόνος. Χώρα απ’ όπου κατάγεται το υψηλό, ένα μικρό αλλά κρίσιμο κομμάτι από το σώμα του, ένα ακριβές κομμάτι απ’ το σώμα της τρέλας επίσης. Δεν ξέρω βεβαίως εάν είναι απ’ το πόδι της. Δεν διατείνομαι αυτό. Ο Nietzsche, που είχε επίσης −κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια−  δηλωθεί  Πολωνός, το σούρουπο που αποφάσισε να βυθιστεί στην άνοια, στην τρέλα, φίλησε ένα περαστικό άλογο στο κεφάλι. Δεν το βρίσκω καθόλου παράλογο. Εγώ αυτό το λέω Άγγελο. Ο Άγγελος αυτού του κόσμου είναι από πόνο. Ο Άγγελος της Ιστορίας είναι Πολωνός. Ο Klee τον ζωγράφισε. Ο Benjamin έγραψε για αυτόν.   

*

Ιουλιανός από Υπάρχων [από την Παλατινή Ανθολογία]

[Στέφος πλέκων ποθ΄ εὗρον...]

Κάποτε καθώς έπλεκα στεφάνι
στα ρόδα μέσα ο έρωτας εφάνη.

Ευθύς απ’ τα φτερά του τον γραπώνω
μέσα στο κρασί μου και τον λιώνω.

Πίνω απ’ την κούπα μια γουλιά
κι έκτοτε μου γαργαλά τα σωθικά.

– μετάφραση: Αντώνης Ψάλτης

***

Δημήτρης Λεοντζάκος. Γεννήθηκε το στην Καβάλα. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Βιβλία του με ποίηση: Κόμικ (2001), Η Κίρκη ξαφνικά (2004], Κινέζικα (2010), Tα σκυλιά του Ακταίωνα (2014), Τίγρεις σε ενυδρείο (2016), Tο μάτι και η Νύχτα (υπό έκδοση). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Αντώνης Ψάλτης. Γεννήθηκε το 1977. Κατάγεται απ' την Κρανιά Ολύμπου. Εργάζεται και κατοικοεδρεύει στην Λάρισα.

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

μάιος 2016 _ μάριος χατζηπροκοπίου




Μάριος Χατζηπροκοπίου

η κερασιά

Ο κήπος του πατρικού στις φλόγες
«χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια»
μπουκιές βενζίνη μες σε κάθε ρίζα δέντρου
που 'χε φυτέψει ο γενάρχης, πριν λιώσει,
να πλέουν σε λαδάκι αμνιακό
αμυγδαλιές, ροδιές και καρυδιές
συκιές, κυδωνιές, η μητρική ρικιά  
που αρρώστησε και την κλαδέψαμε

την κάναμε καυσόξυλα
κείτονται ξερά, εκεί που άλλοτε
φιλιούνταν οι απόγονοι
με τους παράνομους δεσμούς τους.

Όταν μαθεύτηκε, τους αποκλήρωσαν. 

Και όταν πέρασε στην κατοχή της 
Η μονάκριβη ξεπούλησε το κτήμα. 

Ο κήπος του πατρικού, βαμβάκι 
με οινόπνευμα
σε κάθε αγριόχορτο που ξεπετάγεται

Και οι έποικοι, γκαζόν. Με αυτόματο πότισμα
ποιος να σώσει τη φωτιά.

(Φέτος το Πάσχα 
πήδηξα τα κάγκελα
φύτεψα λαθραία κερασιά.)


~


κοιτώντας το γράμμα της να καίγεται

«αχ!»  

Έτσι τελειώνει η μαμά την προσευχή 
και άρον-άρον 
ξεκρεμιέται από τον ουρανό. 

«Θα γίνουν όλα έτσι;
Όπως τα παρακαλώ;» 

Ζαρώνει από την αμφιβολία. Με δύσπιστα μάτια
ζητιανεύει. Με το κλάμα 
κυβερνά. 

Και να στα χείλη στο σαγόνι τρέμει ξαναπέφτει 
λεζάντα: «Η μαμά σε απελπισία». 

Ενός λεπτού «ελπίζω»
Ένα φυγόσθενο «αχ» το μαραίνει
Ένα «φοβάμαι άρα επιζώ».


~


αυλός εναντίον Aυλίδος

Τον λώρο του μωρού
παλιά τον έθαβαν στο χώμα, στην αυλή
σήμερα πιο συχνά τον λήγουν
στα σκουπίδια. 

Όμως εκείνη, του μονάκριβου τον λώρο
Τον φυλούσε   Από χώματα και χωματερές
Τον συντηρούσε επιμελώς 
Σε γυάλα 
Γλυκό του κουταλιού 
Του σέρβιρε, τον τάιζε 
Μπουκίτσες, κατ' ευθείαν στο στόμα 
-'μια τελευταία, για τη μαμά
τη δύναμή σου'-
Από το κοινό τους σώμα.

Ώς   Να τον κάνει Άντρα.

Κεράκια δεκατέσσερα
στη μέση ο μονάκριβος
με τις γροθιές τα σβήνει 
ισοπεδώνει στρώσεις παντεσπάνι, ώς τον πάτο
ώς τον αμνιακό βυθό της τούρτας. Δώρο-έκπληξη.

Το αναγνωρίζει. Σάρκα από τη σάρκα του. 

Ξεθεμελιώνει το κουλουριασμένο φίδι.

Σαν λάσο το τινάζει
Να αρπάξει τη φαρμάκισσα
Να πνίξει τη μαγείρισσα
Κόκκινος από έφηβο θυμό. 

Όμως, απάνω στα μπουμπουνητά
παίρνει μια ανάσα. Φυσάει   Τα δεκατέσσερά του χρόνια 
μες στο πλοκάμι, το αποδεικτικό φιρμάνι του τέως 
γάμου τους
–πλοκάμι εκείνο που με το μελάνι του απειλούσε
να πλέξει το γραμμένο του, να τον θηλάσει μοίρα
ανεξίτηλη–

φυσάει 
φυσάει 

ώσπου ο λώρος έγινε αυλός έγινε κόσμος
εκείνη χορευτό παιδάκι εκείνος αυλητής 
το σπίτι δάσος, το σχολείο
πέλαγος

και τη ζωή του επί τέλους 
ξεκινούσε. Μόνος. Πρίμος αέρας. Όρτσα τα πανιά.

Χωρίς θυσία


*


Μάριος Χατζηπροκοπίου. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Εργάζεται στο μεταίχμιο μεταξύ ποίησης, επιτέλεσης και εθνογραφίας. Σπούδασε Ιστορία και Θέατρο στη Θεσσαλονίκη, Εικαστικές Τέχνες στο Παρίσι, και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο,  Ανθρωπολογία της Επιτέλεσης (Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales). Είναι διδάσκων και υποψήφιος διδάκτωρ στον τομέα Σπουδών Επιτέλεσης του Aberystwyth University. Ποιήματα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί στα  περιοδικά "Εντευκτήριο", "The Books' Journal" και "[ΦΡΜΚ]", και συμπεριληφθεί στην ανθολογία τού Θ. Χιώτη, Futures: Poetry of the Greek Crisis (2015).