Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

ιανουάριος 2018 _ εννιά ποιήματα για τον νίκο εγγονόπουλο















Την Πέμπτη 27 Απριλίου 2017, στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης της Αθήνας, στην έκτη εκδήλωση της έκτης περιόδου των μηνιαίων ποιητικών συναντήσεων «Με τα λόγια (γίνεται)», με αφορμή τα 110 χρόνια από την γέννηση του σπουδαίου Έλληνα ποιητή, παρουσιάστηκε αφιέρωμα στον Νίκο Εγγονόπουλο (1907-1985). Επικρατεί η πεποίθηση ότι το λογοτεχνικό έργο του –ποιήματα, αλλά και διαφόρων ειδών πεζά– είναι γνωστό. Εντούτοις, είναι πιθανό να μην έχουν γίνει αντιληπτές η ποικιλομορφία του και οι πολλές, διαφορετικές χάρες (και χαρές) του. Για την εκδήλωση αυτή, λοιπόν, δέκα σύγχρονοι Έλληνες ποιητές και ποιήτριες ξαναδιάβασαν το έργο του ώστε να εντοπίσουν σημεία συνομιλίας μαζί του και να γράψουν ένα ποίημα ‘σε απόκριση’ προς αυτό. Δημοσιεύονται τώρα εδώ τα εννέα από τα δέκα εκείνα ποιήματα.


*

Ορφέας Απέργης

ΛΩΤΟΦΑΪ

Το λωτό μού τον έμαθε η γυναίκα μου
είναι σαν ντοματούλα αλλά πιο ζουμερή
με σπόρια ακόμα αρκετά
άμα δεν δαγκώσεις πολύ δυνατά
και δεν πεταχτούν-
ε έξω
και σε λερώσουνε

Μου παραγγέλνει δυο λωτούς
ακριβούς
από τη λαϊκή της Πέμπτης
και πάω αργά
όταν έχουνε φτηνύνει

και τους αγοράζω
πολλές φορές αντί για ντομάτες
έτσι που μπερδεύονται χρωματικά
μες στο κοφίνι

αλλά καθόλου στη γεύση,
πιο γλυκός ο λωτός
που μου πουλάει ο Ινδός

κι ενώ πάω αργά στη λαϊκή
αργώ πολύ
καθώς μου λέει για το χέρι του που πονεί
καθώς μου λέει για το σαγόνι του που πονεί
καθώς μου βάζει στο χέρι τη φωτογραφία που πονεί

κι έπειτα σιωπή
φεύγω
περνάει το καθαριστικό του δήμου
με το πιεστικό που απολυμαίνει
μάνικες σπρώχνουνε τα φρούτα στα κράσπεδα του δρόμου

γυρίζω σπίτι
τις Πέμπτες
και βάζω, στοιβάζω
τα μαναβικά στο ψυγείο

δεν τα πλένω
τα πλένει η γυναίκα μου
και τα τακτοποιεί όπως μου τα παράγγειλε

ξεχάστηκα και δεν πήρα τους δυο λωτούς
κι ανάμεσα στα φρούτα
βρήκε τη φωτογραφία

είναι ο Γκανέσα
ο θεός της σοφίας
και προστάτης των επιστημονικών τεχνών
που αίρει τα εμπόδια σα φυλαχτό,
ο ελεφαντόμορφος θεός
κύριος των δυνάμεων,
gana και isha
θα πει αυτό,
κύριος των στοιχείων και των κατηγοριών
του κόσμου,
κι εδώ ανάμεσα στα φρούτα
κάθεται σε θρόνο από το άνθος του ιερού λωτού,
άλλος λωτός αυτός
ούτε το τζίτζυφο απ’ την Οδύσσεια
ούτε ο διόσπυρος βιργίνιος που μοιάζει με ντομάτα,
άλλος λωτός αυτός
που από τη λάσπη βγαίνοντας σα νούφαρο
ποτέ του δε λερώνει,
άλλος λωτός
που πάνω του έχει θρονιαστεί ο Ινδός θεός
και όλα τα θυμάται,
όπως οι ελέφαντες του Μόγλη
που μάθαινα μικρός
από τη δασκάλα μου
που της άρεσε ο Κίπλινγκ,

με ρώτησε τι είναι αυτή
η φωτογραφία
κι εγώ
που όντως μπερδεύτηκα
και δεν θυμόμουνα
της είπα γελώντας
μου την έδωσε η Λάκσμι,
είναι μια Ινδή που είχα γνωρίσει
στο κολλέγιο στην Αγγλία
και τη ζήλευε όταν ήμασταν όλοι νέοι
προπτυχιακοί

κι εκείνη τότε
σιωπηλά
σχεδόν απαλά
με ρυθμικούς υπόκωφους λυγμούς
άρχισε να κλαίει
(είναι από τα κρεμμύδια)

κι ένιωθα λίγο λίγο
το ασυγκράτητο έλασμα το καταχθόνιο της ζήλειας
που ακόμα πάλλεται
όταν θυμάται μετά από χρόνια και χρόνια
και δεν μπορεί να υπερνικήσει το εμπόδιο

παρά σαν υμένας και λεπτό πετάλιο
πέταλο
σιγοτρέμει
πράσινη στιβάδα της μνήμης
που φοβάται να πετάξει και κουρνιάζει
σαν σιγή ανάμεσα στα φύλλα

και σα λεπτή ζωή
από έναν παρθενώνα
που τα λοστάρια δεν κατάφεραν ποτέ να αποξέσουν
μέσα στους ψαλμούς,

λοστός ο γάμος κι ο γαμήλιος ψαλμός

λοστός ο γάμος
και λωτός
από μια φωτογραφία
κινδυνεύοντας
να μην ξεχάσει

σαν το Γκανέσα
που όλα τα θυμάται
(κι αυτόν όλον η Λάκσμι μού τον έμαθε)

που όλα τα θυμίζει
σα χοάνη
αρμέγοντας
όλο το φως των άστρων και του φεγγαριού,
τυραννικός θεός
θεός της μνήμης.

*

Άννα Γρίβα


ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΕΡΟ

Ένα λύκος ουρλιάζει πένθιμα στη γωνιά της σκάλας. Κι’ είμαι εγώ ο ίδιος, ή μάλλον είναι η καρδιά μου, που προσμένει χρόνια τώρα τον ερχομό του Σαρδανάπαλου, υπό μορφήν είτε φυσιγγίου δυναμίτιδος, είτε άνθους χαρίτων.

από το ποίημα «Παράδοσις» (Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938)

Κάποτε με ρώτησαν ποιο ζώο αγαπώ.
Την αλεπού με τα μεγάλα αυτιά;
Τ’ αγριοκάτσικα που σκαρφαλώνουν
ανάποδα τα βράχια;
Τις λύκαινες; Τους κύκνους;
Ή μήπως ζώα μυθικά:
τέρατα Κενταύρους
θεούς που αλλάζουνε την όψη τους
και γίνονται ελάφια;

Μα εγώ δεν θα σας πω ποιο ζώο αγαπώ
γιατί έχω μέσα μου ολόκληρο το δάσος:
τα άγρια πουλιά που γίνονται άνθη
όταν ξαπλώνουν στα κλαδιά
τα φίδια που απλώνονται
κλωστές πολύχρωμες στο χώμα
τα έντομα τα σκουληκάκια
τα άγρια θηρία των γκρεμών
και κάπου βαθιά στο στήθος μου
ένα μικρό κορίτσι που ατίθασο χορεύει.

Κλείστε τα μάτια
κι ακούστε την καρδιά σας στο σκοτάδι
το τύμπανο που κρούει τον πιο τρελό χορό
και γύρω του ένα ποτάμι μυστικό
με σκοτεινό νερό
με αυτό την κούπα σας γεμίστε
με αυτό γλεντήστε:
συμποτικό τραγούδι η σιωπή
και πρόποση στο χάος.

*




Δήμητρα Κωτούλα

           
φάγαμε το μπαρούτι με τη χούφτα
στ’ άγρια βουνά και
τα λαγκάδια
της Βόρειας Ηπείρου
και φάγαμε
το ξερό ψωμάκι
αυτό π’ αρμόζει
στον καλλιτέχνη
στον ποιητή
μόνη παρηγοριά
τα λουλούδια:
είτανε τα γαρύφαλλα...
μα κάτι γαρύφαλλα!

Ν. Εγγονόπουλος, «Γαρύφαλλα», 4.3.1978


Τα ζηλεύω.

Ζηλεύω το αδιόρατο τρεμούλιασμα
στο χνουδάκι του μίσχου τους
τη στριφτή χαρωπή γλώσσα
του φύλλου που γέρνει
βαρύ στη δροσιά της άνοιξης.
Οι αποφάσεις τους παραμένουν
-εν πολλοίς- ανεξιχνίαστες
όπως αυτές της λευκής σελίδας
πάνω στο τραπέζι μου.
Παρατηρώ τη γύρη-
βάφει αργά με τους σχηματισμούς της
τις ιδέες μου και σχεδόν ντρέπομαι
γι’ αυτές τις συλλαβές που πέφτουν
διόλου ηρωικά
όπως δεν αρμόζει       
στον καλλιτέχνη
                                    στον ποιητή
σαν πηχτό μέλι στο εύτακτο ορθογώνιο πεδίο της.

Τίποτε εδώ δεν μυρίζει μπαρούτι.
Δε φυτρώνουν εδώ λουλούδια απ’ τα λαγκάδια
τ’ άγρια βουνά.


Τα ζηλεύω.

Ζηλεύω τη σοφή μανιασμένη αδημονία τους
να γίνουν τέλεια
-μικροί Θεοί- για μια στιγμή
κι ύστερα πάλι
τι-        πο-       τα.


*

Αλέκος Λούντζης


ΞΕΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Δεν είχαμε ως απόψε δει
νεράκι στο κατώφλι μας
Μα ξέραμε
πως κατά βάθος
δεν έχει πόρτα ο βυθός

Και πέρασε η νύχτα τις όχθες των σπιτιών
και χώρισαν οι όχθες
τον ύπνο των παιδιών
σε δικό τους
και σε δικό μας

και εστάθη ο ύπνος με μάτια ανοιχτά
Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;1

Γιατί ούτ’ εδώ
στις άνυδρες πλημμύρες
σ’ όσα μοιάζουν με πόλεμο ή μοιάζουν μεταξύ των
σε κουκλοθέατρο
παιχνίδια επί παιγνίων

δεν είναι για γραφή απ’ τη μεριά αυτή2
Ίσως ούτε από την άλλη

Ποια εποχή ιδανική να γράψεις ή να ζήσεις
για όσα λίγα δύναται κάθε μισός Μεσσίας;
Αυτή τη νύχτα τη μακρά
άλλοι νοστάλγησαν μια θύρα ασφαλείας
άλλοι σφιχτά δεθήκανε στο άλλο Του μισό

μάταια· όπως απεδείχθη
όλοι κάποιον άλλον ανέμεναν


1. βλ. «Στον Νίκο Ε... 1949», Παρενθέσεις (1949) του Μ. Αναγνωστάκη
2. βλ. «Ποίηση 1948», ΕΛΕΥΣΙΣ (1948) του Ν. Εγγονόπουλου

*


Παυλίνα Μάρβιν


ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΣΕΙΣ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Είναι πραγματικά κροκόδειλος, γέροντα ωκεανέ
και είμαι η σφίγγα του παραμυθιού

Αυτά τα δύο αστέρια
δεν είθισται να συνυπάρχουν

Μα μιας που ο ραβίνος είναι φίλος μου
τον παρακάλεσα για μια όσο το δυνατόν
πλατύτερη επικράτηση
των ακαθόριστων σχεδίων της αγάπης
που ορίζουν τη ζωή μας

Έτσι μεθυσμένη
πήγα να ζήσω στο ποτάμι
μα κάνοντας κι αυτός την ίδια σκέψη
πήρε το δρόμο του για την παγόδα-
γυρεύγει ακόμη να με συναντήσει

Καλά, του λέω, ευλογημένε
αφού δεν συμφωνήσαμε τον τόπο
κι αυτά τα χρώματα ημέρας, νύχτας και γιορτής την λάθος ώρα
μου κρύβουν την πορεία σου

Αν με ακούς, ορκίσου μου
κραδαίνοντας την κουδουνίστρα σου
πως δεν θα πεθάνεις ποτέ

[βασισμένο σε στίχους, φράσεις και λέξεις από την συλλογή Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, του Νίκου Εγγονόπουλου (Ίκαρος, 1992)]

*

Όλγα Παπακώστα

ΑΝΗΡ−ΓΥΝΗ 

I

Ω! Αν δεν με παρηγορούσε την καρδιά

Ποτέ δεν θα ΄παιρνα
Eκείνον τον νυχτερινό

Δρόμο προς την αγάπη

Με φόβιζαν
Τα μάτια των γατιών

Δεν μ’ άρεζε
Το μπλε του κοβαλτίου

Ήταν η μουσική της άρπας
Πιο πολύ

Τα σείστρα της φυγής
Η βιβλική κινύρα

Που έκαναν το μαρτύριο
Γλυκύ

Τις  χαρακιές στο μέτωπο
Διάδημα

II

Θύμα μυκητιάσεως
Σε τάφο θολωτό
Περιηγείται μόνη τις Μυκήνες.
Ο εκ Μυκόνου εραστής της
Είχε στήθος τριχωτό
Αλλά το πτέρωμά της
Του εφάνη ανεπαρκές.
Πέταξε με αεροπλάνο
Για το Μαρακές
Φευ!
Δίχως να αναλάβει
Τις ευθύνες.

III

Τώρα το ξέρω
Ότι ματαίως

Δένεται ο κόμπος
Πριν λυθεί

Ποίημα πολλών
Όχι ενός

Ακόμη κι όλων
Όσοι ξέμαθαν

Την ποίηση

Ο  κόσμος
Κούτσα-κούτσα

Θα σωθεί

*


Χρήστος Σιορίκης

ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ 128η ΦΟΡΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Ευρισκόμαστε στην πεδιάδα
μεσημέρι
Στο σβέρκο του παιδιού
που το λένε Νίκο, Ανδρέα, Τζίμη ή Φεδερίκο
οι φύτρες είναι άτακτες
Αυτό
γίνεται αμέσως αντιληπτό από το σκύλο
ο οποίος
τραβάει το λουρί
ζητάει απόγευμα
καθώς επίσης
ζητάει να μάθει
τη ρίζα του αστεριού
Θραύσμα το αστέρι
ασυνάρτητος ο ουρανός
ίδιος με το σβέρκο του παιδιού
που το λένε Νίκο, Ανδρέα, Τζίμη ή Φεδερίκο

Μπερδεμένο δρόμο
– μα δρόμο –
δείχνουν οι φύτρες
ο σκύλος
δαγκώνει τον κουρέα
και βλέπει
το φως να πέφτει
την ώρα που
τα άμφια της οροσειράς νυχτώνουν υποσχέσεις
υποσχέσεις ζωής και χαράς και ζωής και χαράς*

*από το ποίημα του Ν.Ε. «Το έβδομο τραγούδι της αγάπης»

*

Γιώργος Σπανός

ΑΣΠΟΝΔΥΛΟ

κλαίει το άπαν των ονείρων μου
κάτω απ΄ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζουνε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δε δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ΄ άδεια
ερειπωμένα εργοτάξια
κι όσο
– μια μουσική παύση από καλά
συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο

απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου –
αλλάζει όλη η μουσική

*

Νάντη Χατζηγεωργίου

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΛΙΒΑΡ

Θαρρείς πως μόλις
είχε σκοτώσει το άλογό του
κι αντίστροφα απ' τη φορά του ήλιου
βάδιζε σκυφτό
το άγαλμα του Μπολίβαρ

πηδούσε περιμετρικά της γης
στέγη στέγη
ωραίες αρχιτεκτονικές
και κορυφογραμμές
ψάχνοντας
στην εγκάρσια τομή
μια σχισμή
για να ξεκουραστεί

όταν νύχτωσε για καλά
το χορτάρι μαζεύτηκε γύρω του
στεφάνι έφτιαξαν
τα μελισσάκια στην κορφή του

φτάνει τόσο -αναφωνεί
και φραπ
κάνει να σκεπαστεί
μ' ένα σεντόνι χώμα

~

Ορφέας Απέργης. Δημοσιεύει ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμια στα περιοδικά "Ποίηση", "Ποιητική", "Νέα Εστία" και "ΦΡΜΚ". Κυκλοφορεί η συλλογή του Υ (εκδ. Πατάκη, 2011).

Άννα Γρίβα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία και Επιστήμες της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, η τελευταία με τίτλο Σκοτεινή κλωστή δεμένη (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά σε περιοδικά και ανθολογίες σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Δήμητρα Κωτούλα. Εργάζεται ως αρχαιολόγος και ζει με την κόρη της στην Αθήνα. Η Επίμονη Αφήγηση –δεύτερο ποιητικό βιβλίο της– κυκλοφόρησε το 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και δημοσιευτεί στην Ευρώπη και την Αμερική.

Παυλίνα Μάρβιν.  Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε Ιστορία. Το πρώτο της βιβλίο, Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου, κυκλοφόρησε το 2017.

Αλέκος Λούντζης. Σπούδασε νομικά, επικοινωνία και κοινωνική ανθρωπολογία, και εργάζεται στο Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων. Το 2015 δημοσίευσε τη συλλογή Προπαγάνδα: κάποια γράμματα για κάποια πράγματα (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή του «Αναγνώστη»). Αυτό τον καιρό γράφει το λιμπρέτο για την όπερα του Δημήτρη Μαραγκόπουλου με θέμα τον βίο και τα κείμενα του Στρατηγού Μακρυγιάννη, η οποία θα παρουσιαστεί στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Το 2013 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Όχι ακόμη Κάρμεν. Έχει μεταφράσει τις Τουσκουλανές Διατριβές του Κικέρωνα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Χρήστος Σιορίκης. Διδάσκει ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία. Γράφει ποιήματα και μεταφράζει ποίηση από τα ισπανικά. Επιμελήθηκε το αφιέρωμα για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου στη «Νέα Εστία» (2016).

Γιώργος Σπανός. Γεννήθηκε στην Αμφιθέα Μεσσήνης. Σπούδασε οικονομικά και μουσική. Ζει στην Αθήνα και διδάσκει στη δημόσια εκπαίδευση. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Προσφυγή (2015).

Νάντη Χατζηγεωργίου.
 Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μελετά ανθρωπολογία, χορό και παραδοσιακή μουσική.


Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

δεκέμβριος 2017 _ νίνα ρίζου















Νίνα Ρίζου

[ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ] 

        το φως του μικρού

κεριού στο μαύρο σιδερένιο
              φαναράκι
έφεξε ωραία την παλάμη του
                 τόσο
που η φλόγα και το χέρι του
         είχαν το ίδιο φως

      τα μαύρα του ρούχα
            τον σκόρπιζαν
          μες στο σκοτάδι

-πάμε στο άλογο;  κι ακούω
μέσα μου ένα φρόνιμο ναι

  στον δρόμο για τον μπαξέ
        όλα είναι ήσυχα -
   το σκυλί δεν θα γαυγίσει
θα κοιτάξουμε και τα πρόβατα


τον καλό καιρό, όπως τώρα
τα άλογα κοιμούνται κάτω από
            τις τρεις τεράστιες μελικοκκιές
            βαλμένες στη σειρά,
πάνω στο άχυρο,
που μες στο σκοτάδι,
έχει το ίδιο φως με την παλάμη του

ανάμεσα στο φύλλωμα της μελικοκκιάς
         που σχεδόν αγγίζει το χώμα
το άχυρο των αλόγων μυρίζει ύπνο,
                    τόσο,
    που ακουμπώντας τη χαίτη,
τα χνώτα και το ζεστό κορμί του,
         με βύθισαν στον ύπνο τους,
στον ύπνο των αλόγων

            δεν ξέρω ότι γυρίζουμε
και ότι
            κοιμάμαι στον ώμο του

~


αν φταίνε τα κοντά μου χέρια
το πανί το χρειάζομαι
τώρα που ο μάγος
τον ήχο της λαβίδας παγώνει

κάποτε ήμουν ένα δαχτυλίδι
δεν δίσταζα
να μικραίνω τις μέρες
οι συλλαβές είναι απ´ το σώμα

~

αυτό το φωτισμένο κομμάτι τοπίου
μέσα στη νύχτα
φαίνεται
σαν ξεχασμένο καλοκαίρι

η πνοή του
ξεκουράζεται
χωρίς ίχνος καιρού

χωρίς χρώματα
στο δέρμα της τέχνης

ούτε ένας ήχος
δεν θα ονομάσει το φύλλο
που θα κινήσει το σκοτάδι
από τον θρόνο του

~
  
το φρεσκοβαμμένο περβάζι
γυάλιζε στον ήλιο
την μαύρη μπογιά έστρωνε αργά

τόσο ψηλά, που
θαύμασα την ακρίβεια
του μάστορα

το λεωφορείο
στην άκρη του δρόμου
είχε σταματήσει

με το καπώ ανοιχτό
ο οδηγός έλειπε
η ταχύτητα όμως με συναρπάζει

κι έτσι όπως κλέβω τις εικόνες
θα κρατήσω το χαρτί για αύριο
οι δουλειές πρέπει να τελειώσουν

~

δρόμος στην λιμνοθάλασσα
είναι μια στενή λωρίδα
ανάμεσα στο νερό,
ακούγεται από μακρυά
η δίχρονη μηχανή
και τα πουλιά
φτεροκοπούν βιαστικά

το γκάζι
στο τέρμα,
τον λυτρώνει,
ο αναβάτης δένεται
πάνω στην μοναξιά
του αέρα

*

Νίνα Ρίζου. Γεννήθηκ το 1963 στη Φιλοθέη Άρτας και έζησε στην Αθήνα. Όλη της τη ζωή ασχολήθηκε με την αρχιτεκτονική και την αρμονία σώματος και πνεύματος. Το 2016 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Τροχάδην Σκιές (υποψήφιο για το Βραβείο Ποίησης του «Αναγνώστη»)και το 2017, λίγες ώρες πριν αφήσει το σώμα της στη γη, η συλλογή διηγημάτων Δεξαμενές.



Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

νοέμβριος 2017 _ γιάννα μπούκοβα + όλγα παπακώστα



Γιάννα Μπούκοβα


Σ

  

Σφύριγμα είναι μια δήλωση στη γλώσσα των φρένων.

Σύμφωνο είναι ένας ήχος με σύνδρομο Στοκχόλμης.

Σημαδούρα είναι ένα προαίσθημα κινδύνου που δεν μπορείς να το πνίξεις.

Σαλμονέλα είναι μια νεράιδα που παγιδεύτηκε σε λάθος αφήγηση.

Σταφίδα είναι κάτι σαν την «καθαρή γνώση».

Σόλο είναι να κάνεις τη μοναξιά σου τέχνη.

Σήτα είναι το σημείο στο οποίο οι μύγες γίνονται φιλόσοφοι.
 
Στρουθοκάμηλος είναι η συνήθης στάση στην οποία ψάχνει κανείς για πετρέλαιο.

Σασπένς είναι ένας φόβος ντελικατέσεν.

Σιγουριά είναι ο πιο «μάτσο» τρόπος να αγαπάς τον εαυτό σου. 

Σενάριο είναι ένα δεδομένο που, όπως και να το χειριστείς, πεθαίνεις στο τέλος.

Σοσιαλισμός είναι κάτι που συζητάω μόνον με τον ψυχαναλυτή μου.

Σκονάκι είναι κάτι που το γράφεις μια ζωή.

Σαρανταποδαρούσα είναι η πραγματικότητα ως παρτενέρ του χορού.
                                         
Σαράβαλο είναι να μην σταματάς.

Σαντιγί είναι η κινούμενη άμμος της επιθυμίας.

Σανίδα είναι μια ευκλείδεια σφαγή.

Σέρβερ είναι ο μπάτλερ μέσα στον υπολογιστή σου. 

Στοπ είναι μια συντομογραφία που είσαι τυχερός αν ζήσεις να την αποκρυπτογραφήσεις. 

Σπαζοκεφαλιά είναι η προσέγγιση της βίας με όρους λογικής.

Σοκακού είναι μια γκέισα που έχει πολύ ξεπέσει.

Σως είναι μια κραυγή που εκπέμπει το άγευστο.

Συνειρμός είναι το πεγιότ των ποιητών.

Συρτάρι είναι το μαύρο κουτί του πεθαμένου.

Στάνταρ είναι μια ουσία που πρέπει να απαγορευτεί.

Σεζόν είναι μια εποχή που πάσχει από υπερκινητικότητα.

Στέπα είναι ένα φαντασιακό χασμουρητό.

Σιλικόνη είναι το ατσάλι του καιρού μας.

Σαλτάρισμα είναι η ενστικτώδης κίνηση να ξυπνήσεις πριν σκάσεις στο έδαφος.


Σημείωση της ποιήτριας: Το «Σ» είναι ένα λογοτεχνικό εγχείρημα που έχει ως στόχο/στοίχημα τον εκ νέου «λεξικογραφικό προσδιορισμό» κάθε ουσιαστικού που αρχίζει από σίγμα στην ελληνική γλώσσα. Εξετάζει και δοκιμάζει τις δυνατότητες της ποιητικής σκέψης σε συνθήκες «εξαναγκασμού». Βρίσκεται σε εξέλιξη.


*


Όλγα Παπακώστα


ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Μέχρι να αποφασίσω πως η ζέβρα
Είναι ένα μαύρο ζώο με άσπρες ρίγες

Βασανιζόμουν από οράματα
Ιππασίας

Πολλές οι πτώσεις
Μα γιατί να το αρνηθώ;

Ποτέ δεν είχα αισθανθεί τόσο ενωμένη
Με τον τεχνητό παράδεισο της φύσης

Αναρωτιέμαι αν ο Θεός
Τις υπαγόρευσε τις εντολές του

Ή αν απλώς τις πληκτρολόγησε

Ποια να ΄ναι άραγε η γραμματοσειρά
Που προτιμά

Και πώς να λέγεται το αρχείο
Που φέρει το όνομά μου

Τρέχω συχνά στις αφρικανικές εκτάσεις
Όταν η υγεία μου επιδεινώνεται

Σκύβω να πιω νερό από ακαθόριστες πηγές

Δεν ξέρω πλέον αν είμαι ιππέας
Ή συγγενής του αλόγου

Οι ζωικοί πληθυσμοί υποσκάπτουν
Την ανθρώπινη μοίρα

*

AUTOBIOGRAPHY OF SPRING

What about you Geryon
what’ s your favourite weapon?
Cage, said Geryon from behind his knees
[Anne Carson]

                                                                                   
Δεν μου αρέσει η αδιακρισία της, ο τρόπος της να εισβάλλει αναπάντεχα με ευωδιές και αιθρίες στην ήρεμη, τακτοποιημένη ζωή του χειμώνα
Θα ΄θελα φέτος να αποδράσω απ’ τον προβλέψιμο κύκλο των εποχών, να βάλω το μακρύ παλτό μου και να μπω στο κουτί του Χουντίνι
Να μην ανθίσω, να μην βγάλω φύλλα και καρπούς
Να κλείσει ο μάγος την κουρτίνα και μόλις την ανοίξει πάλι
Το κουτί να ΄ναι άδειο με ένα ζευγάρι χειροπέδες στη θέση μου

Όμως να, η Περσεφόνη επιστρέφει ξανά στη μητέρα της
Η Δήμητρα γελά, στρώνει τα πράσινα σεντόνια
Ο Πλούτων πλήττει, οι παπαρούνες βιάζονται να κοκκινίσουν
Κι εγώ ράβω σατέν μαξιλαράκια με λεβάντα για τα μάλλινα

Γι’ άλλη μια φορά
Με φυλακίζει η άνοιξη

*

ΚΟΡΙΤΣΙΑ

Κορίτσι ένα

Σε ποταμό γεμάτο φλόγες
Μια σταγόνα εγώ

Κρατώ κερί αναμμένο

Το όνομα
Του ποταμού

Nυχτερινή
Διαδήλωση

Η πόλη Σόφια
Λέξη ελληνική

Με αναβιβασμό
Του τόνου

Κυλούμε σιωπηλοί
Και πότε-πότε

Φωνάζουμε
Για λίγη ντεμοκράτσια


Κορίτσι δύο

Χειμερινές διακοπές
Στη Βουλγαρία

Ψάχνω μια ώρα
Να αγοράσω σπίρτα

Μες στην παγωνιά

Όταν εν τέλει με ελεεί
Ο ρεσεψιονίστ

Βγαίνω για να καπνίσω
Στο μπαλκόνι

Και τι βλέπω;

Χριστουγεννιάτικη πομπή
Επιταφίου


Κορίτσι ένα και δύο ίσον δύο

Πέρασαν χρόνια είκοσι επτά
Μαζί σκοτώσαμε τα μαθηματικά

*

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Πέταξα τα Χριστούγεννα
Το Πάσχα
Πέταξα τα τριήμερα
Της Καθαράς Δευτέρας
Του Αγίου Πνεύματος
Πέταξα την εργατική Πρωτομαγιά
Πέταξα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο
Πέταξα όλα τα σαββατοκύριακα
Που ερχόμουν να σε βρω

Πέταξα την Θεσσαλονίκη
Την Αετοράχης
Πέταξα τη Διαγώνιο
Τη Νέα Παραλία
Πέταξα την Αριστοτέλους και την Τσιμισκή
Πέταξα τον Λευκό μου Πύργο:
Αφού δεν είσαι πια εκεί 
Θα μείνω εδώ



*

Γιάννα Μπούκοβα. Ποιήτρια, πεζογράφος και μεταφράστρια, γεννημένη στη Σόφια της Βουλγαρίας. Έχει εκδώσει στα βουλγαρικά δύο ποιητικές συλλογές, μία συλλογή διηγημάτων κι ένα μυθιστόρημα. Ζει στην Αθήνα όπου είναι μέλος της πλατφόρμας Poetry Now και της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ. Κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, αραβικά και άλλες οκτώ γλώσσες. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή της Ο ελάχιστος κήπος (2006). 

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει κλασική φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έχει μεταφράσει τις Τουσκουλανές Διατριβές του Κικέρωνα. Το 2013 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Όχι ακόμη Κάρμεν. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.