Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

μάρτιος 2018 _ marianne moore















MARIANNE MOORE - Μια θέση για το γνήσιο



Ανθολόγηση, επιμέλεια, κείμενο: Παναγιώτης Ιωαννίδης

Μεταφράσεις: Ορφέας Απέργης, Αντωνία Γουναροπούλου, Γιάννης Δούκας, Λένια Ζαφειροπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Λένα Καλλέργη, Δήμητρα Κωτούλα, Στέργιος Μήτας, Άρτεμις Μιχαηλίδου, Χριστιάνα Μυγδάλη, Κώστας Πλησιώτης, Θοδωρής Χιώτης


Κι όμως κανένας ας μην παραλείψει

να ευχηθεί στην ποίηση κάθε καλό
εκεί όπου είναι σύνηθες το λογικό –
ευτυχής που οι Μούσες έχουν κύκνους κι ένα σπίτι –
που ο θρύλος μπορεί να ’ναι γεγονός∙
                ευτυχής που η Τέχνη, θαυμάσια γενικώς,
                είναι προσωπική πάντα, όντως.

[το τέλος του ποιήματος «Στον δημόσιο κήπο» – μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης]



Ώστε όποιος νιώθει δυνατά,
φέρεται και σωστά. Το ίδιο το πουλί,
                που όταν τραγουδά ψηλώνει, χαλυβδώνει
την μορφή του ίσια, ψηλά. Αν και στο κλουβί,
το παντοδύναμο άσμα του εννοεί:
η ικανοποίηση είναι ποταπή∙
η χαρά, τι αγνή.
                Να η θνητότης
                κι η αιωνιότης.

[η τελική στροφή του ποιήματος «Τι είναι τα χρόνια;» – μτφρ.: Π.Ι.]



πυκνές

χιτώνα ιωνικού πτυχές
σαν τις γραμμές της χαίτης ενός
                αλόγου του Παρθενώνος
                που γύρω του τα χέρια είχαν πλεχθεί
λες κι ήξεραν πως η αγάπη
                είναι το μόνο φρούριο που μπορείς
                –ισχυρό επαρκώς– να εμπιστευτείς.

[το τέλος του ποιήματος «Χάρτινος ναυτίλος» – μτφρ.: Π.Ι.]


Στην εκδήλωση τού «Με τα λόγια (γίνεται)» την Τρίτη 14 Μαρτίου 2017 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση της Αθήνας, διαβάστηκαν μεταφράσεις 19 ποιημάτων της σημαντικής Αμερικανίδας ποιήτριας Marianne Moore (1887-1972), καμωμένες ειδικά για την περίσταση από 12 ποιήτριες και ποιητές. Στο κείμενο που τις συνδέει, τα χωρία όπου προηγείται παύλα, « – », είναι μικρά αποσπάσματα από την εκτενή συνέντευξη που πήρε τον Νοέμβριο του 1960 ο Donald Hall από την Μ.Μ., και η οποία δημοσιεύτηκε –τέταρτη στην σειρά «Η τέχνη της ποίησης»– στο περιοδικό “The Paris Review”, τ. 26 (1961).

Η Μαριάνν Μουρ γεννήθηκε στο Κέρκγουντ της Πολιτείας Mιζούρι των ΗΠΑ στις 15 Νοεμβρίου του 1887, σε οικογένεια πιστών Πρεσβυτεριανών Χριστιανών. Αποφοίτησε το 1909 από το Κολλέγιο Μπρυν Μάουρ με πτυχίο στην ιστορία, τα νομικά και την πολιτική επιστήμη. Συνέχισε με γραμματειακές σπουδές για δύο χρόνια σε εμπορικό κολλέγιο. Από το 1911 ώς το 1915 εργάστηκε ως δασκάλα. Τα πρώτα της ποιήματα ως συνειδητοποιημένης ποιήτριας εμφανίστηκαν το 1915 στα περιοδικά “The Egoist”,  Poetry” και “Others”. Η εκδότις του δεύτερου θα τα περιέγραφε αργότερα ως κατέχοντα «ένα ελλιπτικώς μουσικό βάθος».
– Πόσων χρονών ήσαστε όταν αρχίσατε να γράφετε ποιήματα;
Να σκεφτώ, στο Μπρυν Μάουρ, θαρρώ ήμουν δεκαοκτώ όταν μπήκα στο Μπρυν Μάουρ. Γεννήθηκα το 1887, μπήκα στο κολλέγιο το 1906. Πόσο να ήμουν τότε; Μπορείτε να συναγάγετε την πιθανή ηλικία μου;
– Δεκαοκτώ ή δεκαεννιά.
Δεν είχα λογοτεχνικά σχέδια, αλλά μ’ ενδιέφερε το μηνιαίο περιοδικό των προπτυχιακών φοιτητών, και προς έκπληξίν μου (έγραψα καναδυό πραγματάκια γι’ αυτό) οι εκδότες με εξέλεξαν στην συντακτική επιτροπή. Ήταν η δεύτερη χρονιά μου –είμαι βεβαία– και παρέμεινα, θαρρώ. Κι αφού αποφοίτησα έστειλα συνεργασίες (δεν αμειβόμασταν) στον «Φανό», το περιοδικό των αποφοίτων. Αλλά δεν αισθανόμουν ότι το προϊόν μου ήταν κάτι το συνταρακτικό.

ΠΟΙΗΣΗ (εκδοχή τού 1924)


Κι εγώ, επίσης, την αντιπαθώ: υπάρχουν πράγματα πιο σημαντικά από αυτό
το χασομέρι.
            Διαβάζοντάς την, όμως, με τέλεια περιφρόνηση, ανακαλύπτει
κανείς μέσα
της, εν τέλει, μια θέση για το γνήσιο.
            Χέρια που μπορούν να πιάσουνε σφιχτά, μάτια
            που μπορούν να διασταλούν, μαλλιά που μπορούν να σηκωθούνε όρθια
                        αν πρέπει, αυτά όλα έχουν σημασία όχι γιατί μια

ηχηρή ερμηνεία μπορείς να τους τη φορέσεις αλλά γιατί
                                                                        αυτά είναι
χρήσιμα πράγματα. Όταν γίνονται παράγωγα τόσο που να γίνονται
                                                                        ακαταλαβίστικα,
το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για όλους μας, ότι εμείς
            δε θαυμάζουμε αυτό που
            δε μπορούμε να καταλάβουμε: τη νυχτερίδα
                        που κρατιέται ανάποδα ή ψάχνει κάτι να

φάει, ελέφαντες που σπρώχνουνε, ένα άγριο άλογο που κυλιέται χάμω, έναν
 ακούραστο λύκο κάτω από ένα
δέντρο, τον ακλόνητο κριτικό που έχει τικ σαν το άλογο που
νιώθει έναν ψύλλο, το φίλ-
αθλο του μπέιζμπολ, το στατιστικολόγο–
            ούτε είναι βάσιμο
                        να κάνουμε διακρίσεις εις βάρος «εταιρικών εγγράφων και

σχολικών εγχειριδίων»· όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν σημασία. Πρέπει κανείς
να κάνει μία διάκριση
            όμως: όταν αυτά τα τραβάνε ώς τη σπουδαιότητα μισο-ποιητές, το
αποτέλεσμα δεν είναι ποίηση,
            ούτε, μέχρι οι ποιητές εξ υμών να μπορέσουνε να είναι
                        «κυριολέκτες της
                        φαντασίας» –πέρα και πάνω
                                    από την αυθάδεια και την κοινοτοπία και να παρουσιάσουν

προς εξέταση «φανταστικούς κήπους με πραγματικούς βατράχους μέσα τους»,
θα την αποκτήσου-
με. Εν τω μεταξύ, αν απαιτείς από τη μια
            την πρώτη ύλη της ποιήσεως σε
όλη της την υλικότητα καθώς και
αυτό που από την άλλη είναι
            γνήσιο, ενδιαφέρεσαι για ποίηση.

[μτφρ.: Ορφέας Απέργης]

– Ποια στιγμή έγινε η ποίηση κάτι το συνταρακτικό για σας;
– Ποτέ! Θαρρώ πως στα νιάτα μου μ’ ενδιέφερε η ζωγραφική. Μ’ αρέσουν οι ιστορίες. Μ΄αρέσει η μυθοπλασία. Και –αυτό ηχεί κάπως αξιολύπητο, κι αλλόκοτο επίσης– νομίζω πως, μπροστά της, οι στίχοι έρχονταν δεύτεροι για μένα. Για μένα, το θέατρο είναι η πιο ευχάριστη, η πιο αγαπημένη μου, τωόντι, μορφή αναψυχής.
– Πηγαίνετε συχνά;
– Όχι. Ποτέ. Εκτός κι αν κάποιος με προσκαλέσει. Η καιριότης της καθομιλουμένης! Είναι από τα πράγματα που μ’ ενδιαφέρουν, διαρκώς σημειώνω κάποια τοπική έκφραση ή προφορά.

ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΚΙ ΕΙΔΗΜΟΝΕΣ

Υπάρχει μεγάλη ποσότητα ποίησης μέσα στην ασυνείδητη
            σχολαστικότητα. Ορισμένα προϊόντα των
                        Μινγκ, επενδύσεις αυτοκρατορικών δαπέδων σε
            κίτρινο του τροχού αμάξης, αρκούν με τον τρόπο τους αλλά έχω δει
κάτι                 
                                    που μ’ αρέσει καλύτερα – μια
                                                απλώς παιδαριώδης προσπάθεια να κάνεις ένα κακο-
                                                            χυμένο ζωάκι να σταθεί όρθιο,
                                                παρόμοια αποφασιστικότητα να κάνεις ένα σκυλάκι
                                                          να φάει το κρέας του απ’ το πιάτο.

Θυμάμαι έναν κύκνο κάτω απ’ τις ιτιές στην Οξφόρδη,
            με πόδια σαν φύλλα σφένδαμου, στο χρώμα
                        φοινικόπτερου. Έκανε αναγνώριση ωσάν θω-
            ρηκτό. Άρνηση να πιστέψει και συνειδητή σχολαστικότητα αποτελούσαν
                                    συστατικά της
                                                απροθυμίας του να κινηθεί. Τελικώς η αντοχή του δεν
                                                            άντεξε στη
                                                ροπή του προς μια πληρέστερη αποτίμηση των ψίχουλων
                                                            τροφής που το ρεύμα

τού έφερνε απ’ την αντίθετη κατεύθυνση· εξαφάνισε ό,τι του έδωσα
            να φάει. Έχω δει αυτό τον κύκνο, έχω
                        δει κι εσένα· έχω δει τη φιλοδοξία άνευ
            κατανοήσεως σε ποικιλία μορφών. Τυγχάνοντας δίπλα σε
                                    μυρμηγκοφωλιά, έχω
                                                δει ένα σχολαστικό μυρμήγκι να περιφέρει ένα κλαράκι προς
                                                            βορρά, νότο, ανατολή, δύση, ώσπου περι-
                                                στρεφόμενο περί τον εαυτό του, κίνησε απ’ το παρτέρι προς
                                                            τη χλόη, κι επέστρεψε στο σημείο

απ’ όπου είχε αρχίσει. Οπόταν εγκαταλείποντας το κλαράκι ως
            άχρηστο και παραφορτώνοντας
                        τα σαγόνια του μ’ ένα μόριο σοβά – σαν χάπι, όμως
            βαρύ, ξανάπιασε την ίδια διαδικασία.
                                    Τι είναι
                           να είσαι σε θέση
                                 να πεις ότι υπερίσχυσες του ρεύματος
αυτοαμυνόμενος·                                           
                                 ν’ αποδεικνύεις ότι βίωσες
                                    την περιφορά ενός κλαδιού;

[μτφρ.: Ορφέας Απέργης]


– Διερωτώμαι τι σήμανε το Μπρυν Μάουρ για σας ως ποιήτρια. Γράφετε κάπου ότι τον περισσότερο χρόνο σας τον περάσατε στο εργαστήριο Βιολογίας. Προτιμούσατε την βιολογία από την λογοτεχνία ως αντικείμενο σπουδών; Μήπως αυτή η εκπαίδευση επηρέασε την ποίησή σας;
 Τα μαθήματα βιολογίας μού φαίνονταν συναρπαστικά. Η ακρίβεια, η οικονομία στην διατύπωση, η λογική που χρησιμοποιείται για σκοπούς αντικειμενικούς, το να σχεδιάζεις και να ταυτοποιείς, μου φαίνεται πως ελευθερώνουν την φαντασία – ή τουλάχιστον συντείνουν προς τούτο.

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΠΡΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

όχι τον καιρό του Αδάμ και της Εύας, μα όταν ο Αδάμ
   ήταν μόνος˙ όταν δεν υπήρχε καπνός και ήταν το χρώμα
ωραίο, όχι εξωραϊσμένο από μια
    τέχνη πρώιμου πολιτισμού, μα χάρη στην
πρωτοτυπία του˙ πέρα από την κίνηση της πάχνης τίποτε δεν

το τροποποιούσε, κι η πλαγιότητα ήταν μια εκδοχή
   καθέτου, απλή να τη βλέπεις και να την
εξηγείς: αυτό δεν ισχύει
   πια˙ ούτε κράτησε η μπλε-κόκκινη-κίτρινη δέσμη
της πυράκτωσης που ήταν χρώμα τις ραβδώσεις της: είναι

κι αυτό από τα πράγματα όπου μπορεί ν’ ανιχνευθεί
   πολλή παραδοξότητα˙ έγκλημα το πολύπλοκο δεν είναι, μα
τράβηξέ το ως τον ζόφο
   και τίποτα δε μένει απλό. Το πολύπλοκο,
ακόμη, καθώς έχει δεθεί με το σκοτάδι, αντί

να αφήνεται να γίνει η μάστιγα που είναι, περιφέρεται
   παντού σαν για να μας μπερδεύει με τη θλιβερή
πλάνη πως η επιμονή είναι
   μέτρο επιτυχίας και πως όλες
οι αλήθειες οφείλουν να ’ναι σκοτεινές. Καταρχήν λαρυγγική, η επιτήδευση

είναι ό,τι ήταν πάντα: στους αντίποδες των σημαντικών
   πρώτων αληθειών. «Μέρος αυτού σερνόταν, μέρος αυτού
έτοιμο ήταν να συρθεί, τ’ αποδέλοιπο ληθαργικό
  στη φωλιά του». Στο κοντοπόδαρο, άτσαλο
προχώρημα, τα γουργουρητά κι όλες αυτές τις λεπτομέρειες – έχουμε την κλασική

πληθώρα των ποδών. Ποιος ο λόγος! Η αλήθεια δεν είναι Απόλλων
    Μπελβεντέρε, κάτι επίσημο. Το κύμα μπορεί αν θέλει να περάσει από πάνω.
Να ξέρετε ότι σκοπεύει να ’ναι εκεί όταν λέει,
   «Θα είμαι εκεί όταν θα ’χει περάσει το κύμα».

[μτφρ.: Αντωνία Γουναροπούλου]

ΠΗΤΕΡ

Δυνατός κι ολισθηρός,
φτιαγμένος για πάρτι τα μεσάνυχτα στο χόρτο
αντίπαλος με τέσσερα γατιά, την ώρα του περνάει κοιμώμενος –
το απόμερο νύχι στο μπροστινό του πόδι ανάλογο
του αντίχειρα, μαζεμένο προς τα μέσα• η μικρή τούφα φύλλων φτέρης
ή τα πόδια του γρύλλου πάνω από κάθε μάτι καταμετρούν κάθε μονάδα
του συνόλου• τα σαρδελοκόκκαλα φυσικά τοποθετημένα περί του στόματος
χαμηλώνουν κι υψώνονται σαν αγκάθια σκαντζόχοιρου.
Αφήνεται η βαρύτητα να τον ισοπεδώσει,
σα φύκι απλώνεται και ημερεύει από τον ήλιο,
αναπόδραστα όταν τεντώνεται μένει στατικός.
Ο ύπνος είναι το αποτέλεσμα της αυταπάτης του, ότι εαυτός πρέπει
εαυτόν όσο καλύτερα να διαφυλάσσει,
ο ύπνος – επιτομή για εκείνον της έννοιας του τέλους της ζωής.
Δείξτου πως έβαλε η κυρά ένα κλωνάρι ακονισμένο
στους άκακους αδένες του επικίνδυνου όφεως της ερήμου.
Δεν αξίζει η δοκιμή να τον τσιγκλήσεις• το δαμάσκηνο κεφάλι του
και τ’ αλλιγατίσια μάτια του (τα μάτια αλλιγάτορα) δεν σηκώνουν τέτοια αστεία.
Αν τον σηκώσεις και τον χειριστείς μπορεί να τον κρεμάσεις σα να ‘ταν χέλι
ή να τον βάλεις σαν ποντίκι στο μπράτσο σου•
τα μάτια διαιρεμένα με κόρες πλάτους πινέζας,
τρεμοπαίζουν στο άνοιγμα• ύστερα σκεπάζονται.
Μπορεί είπα; Μάλλον ενδέχεται•
όταν σε όνειρο έχει δεχτεί την ήττα –
όπως σε μάχη με τη φύση ή με γάτες, όλοι το ξέρουν.
Ο βαθύς ύπνος δεν είναι για εκείνον μια σταθερή ψευδαίσθηση.
Με ένα τίναγμα ακρίβειας βατράχου, με σπασμένη φωνή
όταν τον έχεις στα χέρια σου, βρίσκει πάλι τον εαυτό του•
το να κείτεται στο κελί που σχηματίζουν τα δοκάρια της οικιακής καρέκλας
θα ’ταν ανώφελο ανθρώπινο. Που ωφελεί η υποκρισία;
Είναι επιτρεπτό να επιλέγεις επάγγελμα,
να παρατάς το καρφί ή το μαμούνι,
όταν διαφαίνεται μια έλλειψη απόλαυσης,
να σημαδεύεις το περιοδικό εκεί δίπλα με μια διπλή νυχιά.
Έχει μιλιά μα αγενώς σιωπά. Τι νόημα έχει;
Όταν είσαι ευθύς, η ίδια η παρουσία σου αποτελεί τιμή.
Είναι φανερό πως αντιλαμβάνεται την αξία της φυσικότητας,
πως δεν βλέπει την αδιαμφισβήτητη αλήθεια ως συνθηκολόγηση.
Όσο για την τάση του αδιακρίτως να επιτίθεται,
ένα ζώο με νύχια πρέπει να δύναται να τα χρησιμοποιεί.
Το μήκος χελιού απ’ τον κορμό ως την ουρά δεν είναι τυχαίο.
Το να πηδά, ν ’απλώνεται, διχοτομώντας τον αέρα, ν’ αρπάζει, να κυνηγά.
Το να λέει στην κλώσα: πέτα πάνω απ’ το φράχτη, πάρε το λάθος δρόμο
μέσα στη σύγχυση – αυτή είναι ζωή•
οτιδήποτε λιγότερο θα ήταν ατιμία.

[μτφρ:. Κώστας Πλησιώτης]


Το 1918, μετακόμισε στην Νέα Υόρκη με την μητέρα της, με την οποία έζησαν μαζί ώς το 1947, χρονιά που εκείνη πέθανε. Στην Νέα Υόρκη, γνώρισε πολλούς σύγχρονούς της ποιητές, και επαίνεσαν την εργασία της ο Πάουντ, ο Γουίλλιαμς, ο Έλιοτ, ο Στήβενς, η H.D.. Με την σειρά της, η Μουρ, αργότερα, εγκαίρως θα αναγνωρίσει και θα υποστηρίξει νεότερους ποιητές: την Μπίσοπ, τον Άσμπερυ, τον Μέρριλλ, τον Γκίνσμπεργκ, κ.ά..
Από το 1921 ώς το 1925, εργάστηκε στην Βιβλιοθήκη της Πόλης της Νέας Υόρκης.
Από το 1925 ώς το 1929 διηύθυνε το σημαντικό περιοδικό “The Dial”.  Από το 1929, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο γράψιμο.
– Λέτε η μετακόμιση στην Νέα Υόρκη, και το κέντρισμα από συγγραφείς που βρήκατε εκεί, να σας οδήγησε στο να γράψετε περισσότερα ποιήματα απ’ όσα θα γράφατε υπό άλλες συνθήκες;
– Είμαι βεβαία γι’ αυτό – το ότι έβλεπα τι έγραφαν οι άλλοι, και μ’ άρεσε το ’να ή τ’ άλλο. Στην περίπτωσή μου, πάντα με παγιδεύει κάτι το τυχαίο. Οπωσδήποτε δεν εσκόπευα ποτέ να γράψω ποίηση. Δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό. Και τώρα ακόμη, νομίζω ότι κάθε φορά που γράφω μπορεί να ’ναι κι η τελευταία∙ κι ύστερα κάτι με γοητεύει και μου φαίνεται σαν να ‘χω κάτι να πω. Ό,τι έχω γράψει είναι αποτέλεσμα των αναγνωσμάτων μου ή του ενδιαφέροντός μου για τους ανθρώπους, γι’ αυτό είμαι βεβαία. Δεν είχα καμμία φιλοδοξία να γίνω συγγραφεύς.

ΟΤΑΝ ΑΓΟΡΑΖΩ ΚΑΡΤΕΣ

ή πλησιέστερα στην αλήθεια,
όταν κοιτώ αυτό για το οποίο μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου κάτοχο κατά φαντασίαν,
επικεντρώνομαι σε ό,τι θα μου έδινε χαρά στις καθημερινές στιγμές μου:
στη σάτιρα μιας περιέργειας στην οποία δεν διακρίνεται τίποτα περισσότερο
από την ένταση της διάθεσης,
ή στο εντελώς αντίθετο – στο πράγμα το παλιό, τη μεσαιωνικά διακοσμημένη καπελιέρα
που έχει κυνηγόσκυλα με μέση που λεπταίνει σαν τη μέση της κλεψύδρας,
κι ελάφια και πουλιά και κόσμο καθιστό --
Μπορεί να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια ψηφίδα σε μαρκετερί – ίσως  μια κυριολεκτική βιογραφία
με γράμματα που στέκονται ξεκάθαρα χώρια σε έκταση σαν περγαμηνή – μια αγκινάρα σ’ έξι αποχρώσεις του γαλάζιου – το τριμερές ιερογλυφικό με πόδια σαν μικρής μπεκάτσας –  
ο ασημένιος  φράχτης που προστατεύει τον τάφο του Αδάμ, ή ο Μιχαήλ που πιάνει τον Αδάμ απ’ τον καρπό.
Μια υπερβολικά αυστηρή έμφαση του πνεύματος σ’ αυτό ή εκείνο το στοιχείο μάς αφαιρεί ένα κομμάτι ευχαρίστησης.
Δεν πρέπει να επιθυμεί να αφοπλίσει τίποτε: ούτε κι εύκολα να τιμά τον καθιερωμένο θρίαμβο –
αυτό που είναι σπουδαίο επειδή κάτι άλλο είναι μικρό.
Εν κατακλείδι: σ’ όποιο είδος κι αν ανήκει,
πρέπει «να το φωτίζουν βλέμματα που διαπερνούν την καρδιά των πραγμάτων»
πρέπει ν’ αναγνωρίζει τις πνευματικές δυνάμεις που το δημιούργησαν.  

[μτφρ.: Άρτεμις Μιχαηλίδου]

– Πώς αντιδράσατε όταν η H.D. και ο Μπράιερ εξέδωσαν την πρώτη συλλογή σας, δίνοντάς της τον τίτλο Ποιήματα, το 1921 εν αγνοία σας; Γιατί καθυστερήσατε να τα εκδώσετε η ίδια;
– Να βγάλω το ισχνό προϊόν μου –καταφανώς αμφίβολο– μού φαινόταν πρόωρο. Με απωθούσε ο όρος «ποίηση» για ο,τιδήποτε πέραν του Τσώσερ ή του Σαίξπηρ ή του Δάντη. Πλέον δεν νιώθω ακριβώς την αρχική μου έχθρα προς την λέξη, καθότι είναι ένας βολικός, αναπόφευκτος σχεδόν όρος για το πράγμα (αν και ουδόλως για μένα – τις παρατηρήσεις μου, τα πειράματά μου με τον ρυθμό, ή τις ασκήσεις μου στην σύνθεση). Αυτά που γράφω, όπως έχω ξαναπεί, θα μπορούσαν να ονομαστούν ποίηση μόνον επειδή δεν υπάρχει άλλη κατηγορία για να τα βάλουμε.

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΟΙΚΙΛΑ ΝΥΣΤΕΡΙΑ,

εκείνοι
οι ποικίλοι ήχοι, σταθερά απροσδιόριστοι, σαν αναμεμειγμένοι αντίλαλοι
προερχόμενοι από από κρούσεις λεπτών ποτηριών, διαδοχικές, τυχαίες –
με διακύμανση μεταμφιεσμένη: τα μαλλιά σου, οι ουρές,
λαξεμένες στην πέτρα, δυο κοκόρων που μάχονται λειρί με λειρί –
σαν σμιλεμένα γιαταγάνια που επαναλαμβάνουν των αυτιών σου την κύρτωση αντίστροφα:     
τα μάτια σου, άνθη πάγου και χιονιού

σπαρμένα από ανέμους μαινόμενους στα σχοινιά αποσυρμένων πλοίων: το σηκωμένο χέρι σου,
υπογραφή αμφίσημη: τα μάγουλά σου, ρόδακες
από αίμα στα πέτρινα δάπεδα γαλλικών πύργων,
για τους οποίους οι οδηγοί είναι τόσο θετικοί –
το άλλο σου χέρι,


μια δέσμη από λόγχες όλες όμοιες, εν μέρει κρυμμένες από πέρσικα σμαράγδια
και την κλασματική μεγαλοπρέπεια της Φλωρεντινής
χρυσοχοΐας –μια συλλογή από μικρά αντικείμενα–
ζαφείρια δεμένα με σμαράγδια, και μαργαριτάρια με μια σεληνόλιθο, τ’ αναδεικνύει
σμάλτο  γκρι, κίτρινο, και γαλανό/θαλασσί της λιβελούλης·
ένα λεμόνι, ένα αχλάδι

και τρία τσαμπιά σταφύλι, δεμένα με ασήμι: το φόρεμά σου, έξοχο τετράγωνο
καμπαναριό καθεδρικού ναού ομοιόμορφης
και ταυτοχρόνως διάφορης εμφάνισης - ένα
είδος κάθετου αμπελώνα, θροΐζει μες στην θύελλα
των συμβατικών απόψεων. Είναι όπλα ή νυστέρια;
Aκονισμένα ώς την λάμψη

απ’ τη σκληρή μεγαλειότητα της επιτήδευσης εκείνης που είναι ανώτερη της ευκαιρίας,
αυτά τα πράγματα είναι πλούσια εργαλεία με τα οποία μπορείς να πειραματιστείς.
Αλλά γιατί να ανατάμεις το πεπρωμένο με εργαλεία
πολύ υψηλότερης ειδίκευσης από τις συνιστώσες αυτού του πεπρωμένου;
   
[μτφρ.: Θοδωρής Χιώτης]

– Στέλνατε ποιήματα σε περιοδικά προτού το «Έγκοϊστ» τυπώσει το πρώτο σας ποίημα;
– Αν μου ’ρθει μια ιδέα που κάτι υπόσχεται, την σημειώνω, και μένει εκεί. Δεν εξαναγκάζω τον εαυτό μου να κάνει το ο,τιδήποτε μ’ αυτήν. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κάποιον παθιασμένο με τις λέξεις που να δυσκολεύεται τόσο να πει πράγματα όσο εγώ και πολύ σπανίως τα λέω με τρόπο που να μ’ αρέσει. Αν κάποτε τα καταφέρνω είναι επειδή δεν αντιλαμβάνομαι ότι προσπαθώ.

ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ

Να προβάλλουμε το μουλάρι, με την κομψή του όψη
έκφραση της αρχής της συγκατάνευσης
                                    συμπυκνωμένης στο ελάχιστο:
να πείσουμε εκείνους με το αυστηρό γούστο, περήφανους ιδιοκτήτες σπιτιών,
                                                                        και μουσικούς  ̶
πως το πιάνο είναι πεδίο χαρακτικής ελεύθερο· πως οι νότες του,
«χαριτωμένοι γυρίνοι»
ανήκουνε στο παρελθόν όταν υπήρχε χρόνος να τις παίξουν:
να πείσουμε εκείνους τους αυτοδημιούργητους Μίδες του μυαλού
με άγνοια δεκατεσσάρων καρατίων που φιλοδοξεί ν’ ανεβαίνει σ’ αξία,
                                                                        προμηνύει απογοήτευση,
ότι δεν πρέπει να δανείζεσαι μακριά λευκή γενειάδα και να την φοράς
και να απειλείς με το δρεπάνι του χρόνου τους απλούς φιλοπερίεργους:
να διδάξουμε τον βάρδο με την τόσο ελαστική επιλεκτικότητα
πως εντοπίζεις τη δημιουργική ισχύ στην ικανότητα της να κυριαρχεί επί της
                                                                                                αδιαφορίας μας,
γιατί αν και είναι περισσότερο ελαστική παρά λογική,
ρέει όπως το ρεύμα σε ευθεία γραμμή,
ρημάζοντας εκτάσεις που καυχιούνται ότι βρίσκονται απόμερα,
να αποδείξουμε στην αξιότιμη των ιερέων κάστα
πως η υπεροψία είναι ολιγόνοια,
το ύψιστον της πανάρχαιας κολακείας,
το  να φιλάς τα πόδια των ανώτερων,
το να κλωτσάς τα κεφάλια των κατώτερωνˑ
να διδάξουμε τους πολιούχους των αθέων
πως σιχαθήκαμε τη γη,
σιχαθήκαμε το χοιροστάσιο, τις άγριες χήνες και τους άγριους ανθρώπουςˑ
να πείσουμε τους παραδοξολόγους γητευτές φιδιών
πως ακλόνητα γνωρίζουμε
«ότι οι Νέγροι δεν είναι βίαιοι,
ότι οι Εβραίοι δεν είναι άπληστοι,
ότι οι Ανατολίτες δεν είναι ανήθικοι,
ότι οι Γερμανοί δεν είναι Ούννοι.»

[μτφρ.: Κώστας Πλησιώτης]


Έγραψε πολλά βιβλία ποίησης αλλά και κριτικής και δοκιμίων για πλήθος θεμάτων.
Το 1935, εκδόθηκε εκλογή ποιημάτων της με ιδιαιτέρως επαινετική εισαγωγή του Τ.Σ. Έλιοτ, που έγραφε, μεταξύ των άλλων: «Πεποίθησή μου τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια είναι ότι τα ποιήματα της δεσποινίδος Μουρ αποτελούν μέρος του μικρού σώματος ανθεκτικής ποίησης που έχει γραφτεί στον καιρό μας, αυτού του μικρού σώματος γραπτών, ανάμεσα σε ό,τι περνά για ποίηση, όπου μια πρωτότυπη ευαισθησία και μια εναργής ευφυία κι ένα βαθύ αίσθημα ανέλαβαν να διατηρήσουν την ζωή της Αγγλικής γλώσσας.»
Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της, το 1951, απέσπασε το βραβείο Πούλιτζερ, το βραβείο Μπόλλινγκεν, και το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ – και δεν ήσαν αυτά τα μόνα βραβεία της σταδιοδρομίας της.
– Πώς ξεκινά για σας ένα ποίημα;
– Μια ευτυχής φράση αναβλύζει στον νου μου –μια ή δυο λέξεις, ας πούμε– συγχρόνως συνήθως με κάποια σκέψη ίσης γοητείας. Μ’ αρέσουν οι ατελείς ομοιοκαταληξίες, οι αφανείς ομοιοκαταληξίες και οι μη πομπώδεις προφανείς ομοιοκαταληξίες, σαν της οπερέττας. Πάθος μου είναι ο ρυθμός και οι τονισμοί, κι έτσι βρέθηκα, εκούσα άκουσα, να γράφω στίχους.

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Απαντά στα ερωτήματά μας,
σανιδένιο τραπέζι κολλητά στον τοίχο·
σ’ αυτή την αποστειρωμένη διάταξη
η ‘φυσική ετοιμότητα’ του καθενός συμπιέζεται, δεν παραγκωνίζεται·
το ύφος μας δε χάνεται μέσα σε τέτοια απλότητα.

Τα έπιπλα του παλατιού, τόσο παλιομοδίτικα, τόσο ξανά στη μόδα:
-Πορσελάνες Σεβρών κι οι δίδυμοι φρουροί στο τζάκι,
μπρούντζινα σκυλιά, με πεταχτά αυτιά,
παρωχημένα όσο και η ράτσα τους-
καθείς και οι προτιμήσεις του στο θέμα των κακόγουστων επίπλων
κι αυτή δεν είναι η επιλογή μας.

Η απέραντη αχάλαγη νεκρόπολις
συντεθειμένη από κομμάτια Γιόμαν- Ερμπ μεμονωμένα·
ατσάλι, δρυς, γυαλί, και τα Αλμανάκ του Φτωχορίτσαρντ,
που περιέχουν τα κοινά μυστικά της αποτελεσματικότητας,
σε χαρτί τόσο λεπτό που, ‘χίλιες τετρακόσιες είκοσι σελίδες πιάνουν μόνο μία ίντσα’,
αναφωνώντας , λόγου χάριν, ‘όταν τρως το χρόνο μου, τρως κάτι που σκόπευα να χρησιμοποιήσω’
ο αυτοκινητόδρομος, κρυμμένος πίσω από συστάδες κανηφόρων διάστικτες με ροδόδεντρα σε βάθος είκοσι ποδών,
παγώνια, χειροποίητες μεταλλικές χυτευμένες αυλόπορτες, παλιό περσικό βελούδο,
ρόδα με αχνά μαύρα περιγράμματα σε φόντο ιβουάρ,
οι σκιές των δέντρων, σαν διάτρητο σίδερο,
σκαλιστό κινέζικο γυαλί, παλιό κρύσταλλο Ιρλανδίας, μορφωμένες κυρίες,
κηπουρική τοπίου που τρέπεται σε μονιμότητα·

Ευθείες σε μεγάλες αποστάσεις, όπως αυτές που συναντά κανείς στη Γιούτα ή στο Τέξας,
όπου δε χρειάζεται να εξηγήσει κάποιος στους ανθρώπους
ότι ένα καλό φρένο είναι εξίσου σημαντικό με μια καλή μηχανή·
όπου εξαιτίας επιπλέον αισθητήριων δερματικών κυττάρων
μπορούν, σαν πέστροφες, να οσμίζονται τι επίκειται-
αυτοί οι εξαίσιοι κύριοι με τον προφανή αισθητηριακό εξοπλισμό της κοινής λογικής
που γνωρίζουν την ακριβή απόσταση μεταξύ δύο σημείων σε νοητή ευθεία·
έχει κάτι το ελκυστικό ένα μυαλό που κινείται ευθύγραμμα-
η δημοτική νυχτεριδοφωλιά καταπολέμησης των κουνουπιών·
το Αμερικανικό Κουαρτέτο Εγχόρδων·
αυτά είναι μάλλον ερωτήματα παρά απαντήσεις,

κι ο Πύργος του Κυανοπώγωνα πάνω από τους κοραλλιογενείς υφάλους,
η μαγική ποντικοπαγίδα, που κλείνει προς όλα τα σημεία του ορίζοντα,
σκεπάζοντας σαν πετρωμένος αφρός το οργίλο γαλάζιο του κόλπου,
εκεί που σκόνη δεν υπάρχει, και η ζωή είναι σαν φύλλο λεμονιάς,
κομμάτι πράσινο σκληρής ημιδιάφανης περγαμηνής,
όπου τα άλικα, τα χάλκινα, τα λαμπρά κόκκινα των δέντρων της φωτιάς
πυρπολούν τους τοίχους, και που τα τυρκουάζ διαψεύδουν το ρολόι·
το μπουντρούμι αυτό, με την ιδιότυπη ιδέα περί φιλοξενίας,
με ‘τα πιόνια του σκαλισμένα από φεγγαρόπετρα’,
τις ατριχόρνιθές του, τα μωβ κρινάκια, τους ιβίσκους,
τις μαύρες πεταλούδες με τα μπλε ημικύκλια στα φτερά τους,
τα καφετιά κατσίκια με τα πιτσιλωτά αυτιά, τις γυαλιστερές, ισχνές του σαύρες,
σαν πιτσιλιές από φωτιά και ασήμι, πάνω στο διάτρητο της πέργκολας τυρκουάζ

και η κυρία που μοιάζει με ακακία, και τρέμει στο άγγιγμα του χεριού,
χαμένη σε μια μικρή σύγκρουση ορχιδέων-
στο χρώμα του υδράργυρου αφήνεται να πέσει,
για να εξαφανιστεί, υπάκουος χαμαιλέοντας,
μες σε πενήντα αποχρώσεις μωβ και αμέθυστου.
Εδώ που ο νους αυτού του ιδρύματος έχει συμπεράνει
ότι θα ήτο αδύνατο να συνεχίσεις την περιστροφή γύρω απ’ τον εαυτό σου για πολύ,
η επιτήδευση έχει, ‘όπως οι κυλιόμενες’, ‘απονευρώσει την πρόοδο’,

Σ’ αυτές τις μη δεσμευτικές, προσωπικές-απρόσωπες εκφάνσεις της εμφάνισης
Το μάτι ξέρει τι να παραλείψει·
η φυσιογνωμία της συμπεριφοράς δεν πρέπει να αποκαλύπτει τον σκελετό·
«το σκηνικό δεν πρέπει να δίνει την εντύπωση πως είναι σκηνικό»,
κι όμως, κάτω από ένταση εξεταστική, όπως αυτή ακτίνων Χ, υποχωρούν οι επιφάνειες·
τα αλληλεπιδρώντα περιθώρια της έκφρασης είναι μόνο λεκές σε αυτό που ξεχωρίζει,

δεν έχει πάνω, ούτε κάτω·
βλέπουμε το εξωτερικό και τη θεμελιώδη δομή-
λοχαγοί στρωτών, μάγειρες, ξυλουργοί,
μαχαιράδες, τζογαδόροι, χειρουργοί κι οπλουργοί,
λιθοχαράκτες, μεταξάδες, γαντάδες, βιολιστές και κανταδόροι,
νεωκόροι ναών, βαφείς μαύρων υφασμάτων, σταβλίτες και καπνοδοχοκαθαριστές,
βασίλισσες, κόμισσες, κυρίες των τιμών,
αυτοκράτορες, ταξιδευτές και ναυτικοί,
δούκες, πρίγκιπες και ευγενείς,
στις θέσεις τους αντίστοιχα-
στρατόπεδα, σιδηρουργεία και πεδία μαχών,
σε συνέδρια, ναΐσκους και βεστιάρια,
κρησφύγετα, ερήμους, σιδηροδρομικούς σταθμούς, άσυλα και μηχανουργεία,
σε μαγαζιά, φυλακές, μάντρες υλικών και ιερά εκκλησιών-
σε μέρη μεγαλοπρεπή, καθαρά και καθώς πρέπει,
κάστρα, παλάτια, τραπεζαρίες, θέατρα κι αυτοκρατορικές αίθουσες ακροάσεων.

[μτφρ.: Χριστιάνα Μυγδάλη]


– Και η εκτενής χρήση παραθεμάτων;
– Προσπαθούσα να είμαι τίμια και να μην κλέβω πράγματα. Πάντα ένιωθα πως αν κάτι έχει ειπωθεί με τον καλύτερο τρόπο, πώς να το πεις καλύτερα; Αν ήθελα κάτι να πω και κάποιος το ’χε ήδη πει ιδανικά, τότε το έπαιρνα αλλά ανέφερα τον συγγραφέα του. Αυτό είν’ όλο. Αν σε γοητεύει ένας συγγραφέας, νομίζω πως πρέπει να ’χεις πολύ παράξενη και ανάπηρη φαντασία για να μη θέλεις να τον μοιραστείς. Θα ’πρεπε κι άλλοι να τον διαβάσουν, δεν νομίζετε;

ΦΙΔΙΑ, ΜΑΓΚΟΥΣΤΕΣ, ΓΗΤΕΥΤΕΣ ΦΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΦΗ

Έχω έναν φίλο που θα πλήρωνε αδρά για κείνα τα μακριά δάχτυλα
                                                                                    ισομήκη όλα –
τα βδελυρά εκείνα άκρα σαν πτηνού, για κείνη την εξωτική έχιδνα-ασπίδα και τις μαγκούστες-
προϊόντα της χώρας όπου όλα κερδίζονται με ιδρώτα, της
                                                                        χώρας εκείνου που θα κόψει το χορτάρι,
θα τρέξει για το φανάρι, θα φροντίσει το σκύλο, θα μεταφέρει τα μηνύματα,
                                                                                                τη χώρα του άγιου.                 
Απορροφημένος στο ανώτερο αυτό σκουλήκι άγριο σχεδόν όσο
                                                            τη μέρα που πιάστηκε,
κοιτά, με βλέμμα που χάσκει ανίκανο, λες, για οποιαδήποτε
                                                                                  ανάλυση.
«Ο ελάχιστος όφις κυματίζοντας διαπερνά το γρασίδι,
η αβίαστη χελώνα με την παρδαλή ράχη,
ο χαμαιλέων καθώς γλιστρά απ’ το κλαδάκι στην πέτρα, απ’ την πέτρα στο άχυρο»,
άναβαν την φαντασία του κάποτε∙ τώρα ο θαυμασμός του συγκλίνει
                                                                                    σε αυτό.
Χοντρό, όχι βαρύ, ορθώνεται από το ταξιδιωτικό καλάθι του,
το κατ’ ουσίαν ελληνικό, το πλαστικό ζώο μονοκόμματο απ’ τη μύτη
                                                                           ώς την ουρά∙
σε αναγκάζει να το δεις όπως τις σκιές στις Άλπεις
που αιχμαλωτίζουν στις πτυχές τους όπως τις μύγες το κεχριμπάρι, τους ρυθμούς
                                                                                                                  στο παγοδρόμιο.
Αυτό το ζώο που κρίθηκε σπουδαίο από αρχαιοτάτων χρόνων,
εκλεπτυσμένο όπως οι λάτρεις του έχουν πει – επινοήθηκε γιατί;
Να αποδείξει ότι όταν το πνεύμα σε καθαρή του μορφή
έχει σαλπάρει σε έναν ρου σκέψης αντιπαραγωγικό, θα
                                                                                    επιστρέψει;
Άδηλον∙ το μόνο σίγουρο γι’ αυτό είναι το σχήμα του,
                                                            αλλά προς τί η διαμαρτυρία;
Το πάθος να στρέφεις τους ανθρώπους σε σωστούς είναι από μόνο του μια θλιβερή αρρώστια.
Καλύτερη η αποστροφή, που όμως δεν καμαρώνει για τον εαυτό της.

[μτφρ.: Δήμητρα Κωτούλα]

– Υπάρχουν, στο δικό σας έργο, πράγματα που ιδιαιτέρως προτιμάτε κι άλλα που αντιπαθείτε;
– Τωόντι υπάρχουν. Νομίζω πως το δυσκολότερο πράγμα για μένα είναι να παραμένω ικανοποιητικώς διαυγής, και όμως να διατηρώ εντούτοις όση υπαινικτικότητα μού χρειάζεται.

AΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΦΙΑΛΗ ΣΕ ΣΧΗΜΑ ΙΧΘΥΟΣ ΑΠΟ ΧΥΤΟ ΓΥΑΛΙ

Εδώ έχουμε δίψα
και υπομονή, για αρχή,
   και τέχνη, όπως σε κύμα που κρατιέται ορθό για μας
   ώστε να δούμε την ουσιώδη καθετότητά του

όχι έτοιμο να σπάσει, αλλά
με ένταση – το πρίσμα,
   το θεαματικό κι ευέλικτο αυτό ζώο τον ιχθύ,
   που τα λέπια του αποκρούουν το σπαθί του ήλιου με τη λάμψη.

[μτφρ.: Αντωνία Γουναροπούλου]


– Σας ζητά ποτέ ο κόσμος να τους γράψετε ποιήματα;
Διαρκώς. Για τα πάντα, από τον θάνατο ενός σκύλου μέχρις ένα κομματάκι για λεύκωμα.

ΣΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ

Αν «η συμπύκνωση είναι η πρώτη χάρη του ύφους»,
την έχεις.
Η συσταλτικότητα είναι αρετή
όπως και η μετριοφροσύνη είναι αρετή.
Δεν είναι η απόκτηση κανενός πράγματος
ικανού να κοσμεί,
ή το τυχαίο στοιχείο που έρχεται  
ως επακόλουθο ενός λόγου καλοειπωμένου,
αυτό που εκτιμάμε στο ύφος,
αλλά η κρυμμένη αρχή:
εν τη απουσία ποδιών, «μια μέθοδος συμπερασμάτων»,
«η γνώση των αρχών,»
στο παράξενο φαινόμενο της ινιακής κεραίας σου.

[μτφρ.: Άρτεμις Μιχαηλίδου]

– Με ενδιαφέρει να σας ρωτήσω για τις αρχές, και τις μεθόδους, του τρόπου γραφής σας. Πώς σχεδιάζετε το σχήμα των στροφών σας; Πειραματίζεστε ποτέ με σχήματα πριν να γράψετε, τραβώντας γραμμές στην σελίδα;
Δεν διανοήθηκα ποτέ πως ό,τι έγραψα ήταν κάτι που όφειλε να ορισθεί. Με κινεί η έλξη της πρότασης όπως το πανί το τραβά η βαρύτητα. Αντιπαθώ τον διασκελισμό και την αντεστραμμένη σύνταξη: μ’ αρέσει η συμμετρία. Ποτέ, ποτέ δεν «σχεδιάζω» μια στροφή. Οι λέξεις συναθροίζονται σαν χρωμοσώματα, καθορίζοντας την διαδικασία. Μπορεί να επηρεάσω μια διάταξη ή να την αραιώσω, κι έπειτα προσπαθώ να έχω τις επόμενες στροφές όμοιες με την πρώτη. Ποτέ δεν «τραβώ γραμμές». Μπορεί να ξεκινήσω ένα κομμάτι, να δω ότι μου αντιστέκεται, να μη βρίσκω οδό διαφυγής, και να μην το ολοκληρώσω για έναν χρόνο, ή για χρόνια, είμαι οικονόμος. Περισώζω ό,τι είναι υποσχόμενο και το σημειώνω σ’ ένα τετραδιάκι.

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΝ

Αν η εξωτερική δράση είναι κάτι το θηλυπρεπές
κι η ρίμα είναι πια ξεπερασμένη,
τότε επιστρέφω σε σένα,
Αβακούμ, όπως τότε στο μάθημα της Βιβλου,
που ο δάσκαλος μιλούσε για τον ανομοιοκατάληκτο στίχο.
Είπε – και νομίζω ότι επαναλαμβάνω τα λόγια του πιστά,
«Η Ιουδαϊκή ποίηση είναι πρόζα
μ’ ένα είδος οξυμένης συνειδητοποίησης». Η έκσταση παρέχει
την ευκαιρία, η σκοπιμότητα ορίζει τη μορφή.

[μτφρ.: Δήμητρα Κωτούλα]

– Η Λουίζ Μπόγκαν είπε ότι το «Ντάιαλ», το περιοδικό που διευθύνατε για κάποια χρόνια, καθιστούσε εμφανή «την προφανή διάκριση ανάμεσα στην αμερικανική πρωτοπορία και την αμερικανική συμβατική γραφή». Πιστεύετε πως αυτού του είδους η διάκριση συνεχίζεται ή συνεχίστηκε; Επρόκειτο καθόλου για εσκεμμένη πολιτική;
Νομίζω ότι το σημαντικό ήταν η ατομικότητα. Δεν συμμορφωνόμασταν προς τίποτε. Οπωσδήποτε δεν είχαμε καμμιά γραμμή, πέραν του ότι θυμάμαι ν’ ακούω την λέξη «ένταση» πολύ συχνά. Πρέπει να υπάρχει «ένταση». Αυτό έμοιαζε να ‘ναι το κριτήριο. Όπως είπε και ο Τζωρτζ Γκρος: «Πώς προέκυψα καλλιτέχνης; Ατέρμονη περιέργεια, παρατήρηση, έρευνα – και μεγάλη ποσότητα χαράς για το πράγμα». Το ζήτημα ήταν να συμπαθείς πράγματα. Πράγματα που συμφωνούσαν με το γούστο σου. Αυτό ήταν, νομίζω. Και δεν μας ένοιαζε πόσο ανομοιογενή μπορεί να φαίνονταν. Ο Αριστοτέλης δεν είπε πως σημάδι του ποιητή είναι το να βλέπει ομοιότητες μεταξύ ανακόλουθων πραγμάτων;

ΣΙΩΠΗ

Συνήθιζε ο πατέρας μου να λέει,
«Οι ανώτεροι άνθρωποι δεν κάθονται πολύ στις επισκέψεις,
ούτε είναι ανάγκη να τους δείξεις τον τάφο του Λονγκφέλλοου
ή του Χάρβαρντ τα γυάλινα λουλούδια.
Αυτάρκεις σαν τη γάτα
που πηγαίνει παράμερα τη λεία της,
ενώ η ουρά του ποντικού κρέμεται σαν κορδόνι χαλαρή από το στόμα της—
τη μοναξιά απολαμβάνουν κάπου κάπου,
και άφωνοι μπορεί να μείνουν
από φωνή που τους γοήτευσε.
Το πιο βαθύ συναίσθημα πάντοτε στη σιωπή εκδηλώνεται∙
ή μάλλον όχι στη σιωπή, μα στην αυτοσυγκράτηση».
Ούτε ψευδόταν όταν έλεγε, «Να νιώθεις πανδοχείο σου το σπίτι μου».
Τα πανδοχεία δεν είναι κατοικίες.

[μτφρ.: Γιάννης Δούκας]

– Σας πρότειναν ποτέ εκδότες, αλλαγές; Αλλαγές στα δικά σας ποιήματα, εννοώ.
Όχι, αλλά όντας η ζέση μου να βοηθηθώ, ειλικρινής, κάποτε εκμαιεύω την βοήθεια. Μ’ έχει βοηθήσει η «βοήθεια»; Οπωσδήποτε. Θα ’πρεπε να κρίνουμε το έργο των άλλων με βάση το μέγιστόν του, και το δικό μας, αν όχι με το ελάχιστόν του, πάντως να λαμβάνουμε υπ’ όψη μας αυτό το ελάχιστον. Νιώθω ότι δεν θ’ άξιζα δεκάρα αν δεν ήμουν ευγνώμων όταν κάποιοι με προστατεύουν απ’ τον εαυτό μου, ειδοποιώντας με αν αυτό που έχω γράψει δεν βρίσκει τον στόχο του. Όπως λέει ο Κέννεθ Μπερκ: «[Οι μεγάλοι] καλλιτέχνες αισθάνονται ως ευκαιρία αυτό που οι άλλοι αισθάνονται ως απειλή. Αυτή η ικανότητα δεν εκπορεύεται, πιστεύω, από εξαιρετική δύναμη, μάλλον προέρχεται απλώς από το επαγγελματικό ενδιαφέρον που είναι σε θέση να δείχνει ο καλλιτέχνης προς τις δυσχέρειές του.» Ο Λου Σάρρεττ λέει, ρωτάμε τον ποιητή: Σημαίνει κάτι αυτό; Λέει ο ποιητής αυτό που έχει να πει και με τον δικόν του τρόπο; Ταράζει τον αναγνώστη; Δεν θα ’πρεπε να αντικαταστήσουμε την ματαιοδοξία με την ειλικρίνεια, όπως συνιστά ο Ρόμπερτ Φροστ; Ο συγγραφέας που αδυνατεί να είναι σκληρός με τον εαυτό του, αδικεί τον εαυτό του.


ΤΟ ΦΩΣ ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΟΣ

Μπορεί κανείς να πει περισσότερα για το φως του ήλιου
παρά για τον λόγο· όμως ο λόγος
και το φως, αλληλοβοηθιούνται
– όταν είναι Γαλλικά –
και δεν έχουν εξευτελίσει αυτό το ακόμα
μη εξολοθρευμένο επίθετο.
Ναι, το φως είναι λόγος. Το ελεύθερο ειλικρινές
αμερόληπτο φως του ήλιου, το φως του φεγγαριού
το φως των άστρων, το φως των φάρων
είναι γλώσσα. Το φως
του φάρου Κρις ντ’ Ουεσάν
πάνω στην ανυπεράσπιστη κουκκίδα
βράχου, είναι ο απόγονος του Βολταίρου

του οποίου η πύρινη δικαιοσύνη άγγιξε
έναν άνθρωπο ήδη χτυπημένο·
του άοπλου
Μονταίν του οποίου η ισορροπία,
που διατηρήθηκε παρά τη σκληρότητα
του ληστή, άναψε τη σωτήρια σπίθα
της μεταμέλειας· του Εμίλ Λιτρέ,
αποφασιστικού και φλογερού
οκτάτομου,
γοητευμένου από τον Ιπποκράτη
φιλόλογου επιμελητή. Άντρας
από φωτιά, επιστήμονας
των ελευθεριών, ήταν ο ακλόνητος Μαξιμιλιέν

Πωλ Εμίλ Λιτρέ. Η Αγγλία
προφυλαγμένη από τη θάλασσα,
εμείς, με την Ελευθερία του Μπαρτολντί
ενισχυμένη να κρατάει ψηλά
τον πυρσό της δίπλα στο λιμάνι, ακούμε τη Γαλλία
να απαιτεί, «Πείτε μου την αλήθεια,
ιδίως όταν είναι
δυσάρεστη» Και δεν μπορούμε
παρά να απαντήσουμε
«Η λέξη Γαλλία σημαίνει
απελευθέρωση· σημαίνει κάποιον που μπορεί
‘να εμψυχώσει όποιον τη σκέφτεται’».


[μτφρ.: Λένα Καλλέργη]

– Κάπου είπατε ότι η πρωτοτυπία είναι παραπροϊόν της ειλικρίνειας. Συχνά χρησιμοποιείτε ηθικούς όρους στις κριτικές σας. Η απαραίτητη ηθικότητα είναι ειδικώς λογοτεχνική, είναι μια ηθική χρήση των λέξεων, ή είναι ευρύτερη; Με ποιον τρόπο οφείλει ένας άνθρωπος να είναι καλός ώστε να καταφέρει να γράψει καλά ποιήματα;
Αν η συγκίνηση είναι επαρκώς δυνατή, οι λέξεις παύουν να είναι διφορούμενες. Κάποιος ρώτησε τον Ρόμπερτ Φροστ (είναι αλήθεια;) αν ήταν επιλεκτικός. Εκείνος είπε, «Πείτε το παθιασμένη προτίμηση». Πρέπει κανείς να είναι καλός για να γράψει καλά ποιήματα; Οι κακοί στον Σαίξπηρ δεν είναι αγράμματοι, είναι; Μα η εντιμότητα όντως ηχεί ως εμπλοκή, θα έλεγα. Και δίχως ακεραιότητα, είναι απίθανο να γράψει κάποιος βιβλίο απ’ αυτά που διαβάζω εγώ.

ΑΔΗΦΑΓΙΕΣ ΚΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΣΥΧΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΟΥΝ

Δεν μου αρέσουν τα διαμάντια·
καλύτερο είναι το σμαράγδι που “φέγγει σα φωτάκι κήπου”·
          κι η διακριτικότητα θαμπώνει
          πού και πού.
 Σε καταβάλλουν κάποια είδη ευγνωμοσύνης.

Οι ποιητές δεν κάνουν φασαρία·
η “στραβή σάλπιγγα” του ελέφαντα “όντως γράφει”·
και σ’ ένα βιβλίο για τίγρεις που διαβάζω -
νομίζω ξέρεις ποιο -
είμαι υποχρεωμένη.

Ίσως και να συγχωρηθεί κανείς, το ξέρω
ίσως και να συγχωρηθεί για αγάπη αθάνατη.

[μτφρ.: Λένια Ζαφειροπούλου]

– Ο Έλιοτ, στην εισαγωγή του στην Εκλογή ποιημάτων σας, μιλά για την λειτουργία σας ως ποιήτριας σε σχέση με την ζώσα γλώσσα, όπως την αποκαλεί. Συμφωνείτε ότι αυτή είναι μια από τις λειτουργίες μιας ποιήτριας; Πώς επιδρά η ποίηση στην ζώσα γλώσσα; Με ποιον μηχανισμό;
Αποδέχεσαι κάποιους τρόπους να λέγεται κάτι. Ή εντόνως αποτάσσεσαι κάποια πράγματα. Κάνεις κάτι δικό σου, τροποποιείς, επινοείς μια παραλλαγή ή αναζωογονείς μια βασική σημασία. Καμμιά αμφιβολία επ’ αυτού;

ΕΥΠΡΕΠΕΙΑ

είναι μια κάποια λέξη
σαν τη συγχορδία
που άκουσε ο Μπραμς
στη μελωδία
ενός πουλιού: τραγουδισμένη στη ρίζα του λαιμού, χαμηλά·
είναι ο μικρός και απαλός δρυοκολάπτης
όπως ελίσσεται σαν υδράργυρος –
στο δέντρο εκεί ψηλά, ψηλά, ψηλά·

ένα σύντομο
κελαηδητό
με μεγαλείο
επαρχιώτικο
μία εύρυθμη συστολή και αυστηρή, θρεμμένη 
με ικμάδα από τις πηγές της. Η ευπρέπεια είναι
το Solfeggietto του Μπαχ –
σε αρμόνικα και μπάσο παιγμένη.

Τα αγκάθια του έλατου,
σε δάση σκοτεινά,
πλάι σε τείχη
θαλασσινά,
βράχια γδαρμένα από το κύμα – την έχουν· όπως το σεληνιακό
ουράνιο τόξο και η χαρμόσυνη πληρότητα του Μπαχ
σε μια μινόρε αρμονία.
Η διμερής συμφωνία
           
ανάμεσα στη γάτα
και την κουκουβάγια.
Ελάτε, ελάτε. Είναι
σπαρμένη με μάγια
ευφυΐας· δεν είναι απλώς μια χαρίεσσα θλίψη. Είναι
η αντίσταση με γερτό το κεφάλι: καθώς ενός
στιβαρού, ποώδους φυτού. Ο Μπραμς και ο Μπαχ,
όχι· ο Μπαχ και ο Μπραμς. Να ευχαριστείς τον Μπαχ

πρώτον, επί της ωδικής
του, είναι λάθος ολκής.
Και να με συγχωρείτε·
σε αμφότερους θα βρείτε
την απρόθετη όψη των πανσέδων, ανέγγιχτοι
από την κατάρα του αυτοστοχασμού· στιγματισμένοι,
καθότι έτσι πλασμένοι.

[μτφρ.: Στέργιος Μήτας]


– Συχνά συγκρίνετε τον ποιητή με τον επιστήμονα. Πιστεύετε ότι αυτή η αναλογία είναι χρήσιμη στον σύγχρονο ποιητή; Ο περισσότερος κόσμος θα θεωρούσε την σύγκριση παράδοξη, και θα υπέθετε ότι ποιητής και επιστήμων είναι αντίπαλοι.
Δεν εργάζονται κατά παρόμοιον τρόπο ο ποιητής και ο επιστήμων; Αμφότεροι είναι διατειθεμένοι να δαπανήσουν κόπο. Το να είναι αυστηροί με τον εαυτό τους είναι ένα από τα κύρια δυνατά σημεία και των δύο. Και οι δύο έχουν την προσοχή τους στραμμμένη στις ενδείξεις, και οι δύο πρέπει να περιορίζουν τις επιλογές τους, να μοχθούν για την ακρίβεια. Όπως είπε ο Τζωρτζ Γκρος, «Στην τέχνη δεν υπάρχει καθόλου χώρος για κουτσομπολιό και λίγος μόνον χώρος για σάτιρα.» Στόχος είναι η γόνιμη διαδικασία. Δεν είναι; Ο Τζαίηκομπ Μπρονόφσκι λέει ότι η επιστήμη δεν είναι μια απλή συλλογή ανακαλύψεων, αλλ’ ότι η επιστήμη είναι η διεργασία της ανακάλυψης. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι παγιωμένη εσαεί: εξελίσσεται.

ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΗ

Αν είναι ανεπίτρεπτο, μοιραίο για την ακρίβεια
να μιλά κανείς προσωπικά και ανεπιθύμητο

να κυριολεκτεί – επιζήμιο επίσης
αν το μάτι δεν είναι αθώο – να σημαίνει αυτό

πως μπορεί κανείς να ζει μόνο κορφολογώντας φύλλα μικρά
προσβάσιμα μόνο σε θηρίο θεόρατο; –

του οποίου άριστο παράδειγμα η καμηλοπάρδαλη –
το ασυνδιάλλακτο ζώο.

Κατατρυχόμενο από την ψυχολογία,
μπορεί να είναι αφόρητο ένα πλάσμα

που θα μπορούσε να ήταν ακαταμάχητο.
ή, για την ακρίβεια, ξεχωριστό

καθότι λιγότερο συνδιαλεκτικό
από κάποιο ζώο κουβάρι συναισθήματος.

                 Άλλωστε
            οι παραμυθίες της μεταφυσικής
            μπορούν να είναι βαθιές. Στον Όμηρο, η ύπαρξη

            είναι ελαττωματική. η υπέρβαση, υπό όρους.
            «η πορεία από το αμάρτημα στην εξιλέωση, αέναη.»

[μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης, με στοιχεία από τις μτφρ. των μελών της Ομάδας Ποίησης του Βρετανικού Συμβουλίου, 2014-15: Τερέζα Κουρούκλη, Ευαγγελία Λεδάκη, Ελένη Μοσχοβάκη, Χριστιάνα Μυγδάλη, Θοδωρής Πανάγος, Κώστας Πλησιώτης, Μαρία Σορωνιάτη, Βασίλης Τσαρνάς]

– Μια τελευταία ερώτηση. Με βάλατε να αναρωτιέμαι όταν γράψατε ότι «η Αμερική διαθέτει, στο πρόσωπο του Γουώλλας Στήβενς, έναν καλλιτέχνη που ο επαγγελματισμός δεν θα κατεδαφίσει». Τι είδους λογοτεχνικό επαγγελματισμό είχατε κατά νου; Και βρίσκετε ότι αυτός χαρακτηρίζει ακόμη την Αμερική;
Ναι. Νομίζω ότι οι συγγραφείς καμμιά φορά χάνουν την σπιρτάδα και την μαχητικότητά τους, κι ότι εκείνος δεν θα έλεγε ποτέ «πλαίσιο αναφοράς» ή «τι να σας πω». Συχνά με ρωτούν: «Τι δουλειά μπορώ να βρω που να μου επιτρέπει να ξοδεύω όλον μου τον καιρό γράφοντας;» Ο Τσαρλς Άιβς, ο συνθέτης, λέει: «Δεν μπορείς να στήσεις την τέχνη σε μιαν απόμερη γωνιά και να ελπίζεις ότι θα ’ναι ζωτική, πραγματική, και ουσιώδης. Όλο μαζί υφαίνεται, το πανί. Η εργασία μου στην μουσική βόηθησε τις επιχειρήσεις μου και η δουλειά μου στις επιχειρήσεις βόηθησε την μουσική μου.» Είμαι σαν τον Τσαρλς Άιβς. Εικάζω ότι ο Λώρενς Ντάρρελλ και ο Χένρυ Μίλλερ δεν θα συμφωνούσαν μαζί μου.

ΑΡΘΟΥΡ ΜΙΤΣΕΛΛ

Λιβελούλα λεπτή
ταχύτατη∙ το μάτι
πώς να σε κλείσει σε κλουβί –
πετράδι μολυσματικής δεξιοτεχνίας –
δείξε την όψη της νοοτροπίας.
Κινούμενα, τα δικά σου κοσμήματα

            αποκαλύπτουν
                        και συγκαλύπτουν
                                    παγονιού ουρά.
[μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης]

– Μα πώς γίνεται ο επαγγελματισμός να κάνει έναν συγγραφέα να χάσει την σπιρτάδα και την μαχητικότητά του;
Το χρήμα ίσως κάτι να ’χει να κάνει, και το να σε θεωρούν αυθεντία: ο Γουώλλας Στήβενς ενοχλείτο πραγματικά πάρα πολύ όταν τον καταχωρούσαν, τον κατηγοριοποιούσαν, και τον κατανάγκαζαν να μιλά επιστημονικά για όσα έκανε – να ικανοποιεί, ν’ απαντά στους δασκάλους. Απλώς δεν το έκανε. Πιστεύω ούτε κι ο Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς. Νομίζω ότι δεν θα έφτιαχνε κάτι τόσο σημαντικό με βάση την σπουδαία Αμερικανική γλώσσα αν ήταν εύλογος∙ και βατός. Εκεί είναι το ωραίο του πράγματος∙ είναι διατεθειμένος να γίνει παράτολμος∙ αν δεν το μπορείς αυτό, ποιο το νόημα;

ΑΡΚΕΙ

1969

Είμαι φανατική; Κάθε άλλο.
                        Και πού θα ήθελα να βρίσκομαι;
                        Να κάθομαι κάτω από την ελιά του Πλάτωνα
ή στηριγμένη στον γέρικο χοντρό κορμό της,

                        μακριά από τους κακεντρεχείς
και κάθε αντιπαράθεση.

Αν θα ΄θελες να είναι οι πέτρες στοιχισμένες, χωρίς την απειλή
                        του κονιάματος (που οι χτίστες λένε «λάσπη»),
                        λείες και γωνιασμένες, άσ’τες, ως πρέπει, να υψωθούν,
            είπε ο Μπεν Τζόνσον ή το υπαινίχθηκε.

                        Κι έπειτα στις «Ανακαλύψεις» είπε
                        «Υπερασπίσου την αλήθεια. Αρκεί».

[μτφρ.: Γιάννης Δούκας]

Ξαναδούλευε αενάως τα ποιήματά της. Τα Άπαντά της του 1967 φέρουν το μόττο, «Οι παραλείψεις δεν είναι τυχαίες».
Μεγάλη λάτρης του μπαίηζπωλλ, άνοιξε την σαιζόν του 1968, στο στάδιο των Γιανκήζ.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Το αγαπημένο της βιβλίο ποίησης ήταν το Βιβλίο του Ιώβ, από την Παλαιά Διαθήκη.
Πέθανε στην Νέα Υόρκη, στις 5 Φεβρουαρίου του 1972.
Ο Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς είπε για την ποίηση της ότι, ενόσω «εξετάζει κάποιο φαινομενικώς μικρό αντικείμενο, νιώθει κανείς τον στρόβιλο των μεγάλων γεγονότων».
Για το τέλος, ας ξαναδούμε το ποίημα που εμφανίστηκε πρώτο πρώτο, την «Ποίηση» του 1924, μετά τις διορθώσεις –ακριβέστερα, τις διαγραφές– που επέφερε η ίδια η Μουρ πριν το συμπεριλάβει στην συγκεντρωτική έκδοση του 1967:

ΠΟΙΗΣΗ

Κι εγώ, επίσης, την αντιπαθώ.
            Διαβάζοντάς την, όμως, με τέλεια περιφρόνηση, ανα-
καλύπτει κανείς μέσα
της, εν τέλει, μια θέση για το γνήσιο.

[μτφρ.: Ορφέας Απέργης]



*


Ορφέας Απέργης. Ορφέας Απέργης. Δημοσιεύει ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμια στα περιοδικά "Ποίηση", "Ποιητική", "Νέα Εστία" και "ΦΡΜΚ". Κυκλοφορεί η συλλογή του Υ (εκδ. Πατάκη, 2011).
Αντωνία Γουναροπούλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως διορθώτρια/επιμελήτρια, και έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές, Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013), κι ένα βιβλίο με πεζά, Κυνηγοί και λύκοι (2017).
Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Βιβλία του: Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα (2001), Στα μέσα σύνορα (Πόλις), Το σύνδρομο Σταντάλ (Πόλις). Ζει στην Ιρλανδία.
Λένια Ζαφειροπούλου. Λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια μεταφράστρια. Βιβλία της: Paternoster Square (2012, βραβείο Αναγνώστη), Σκληρό να σκοντάφτεις σε πέτρες (2016). Μεταφράσεις της: Γκαίτε & Χάινε, Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά (2013), Σαίξπηρ Τα Σονέτα (2016).
Παναγιώτης Ιωαννίδης. Γράφει και μεταφράζει – ποιήματα, κυρίως, και δοκίμια. Βιβλία του: Το σωσίβιο (2008), Ακάλυπτος (2013), Πολωνία (2016). Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΦΡΜΚ, και επιμελείται τις ποιητικές αναγνώσεις “Με τα λόγια (γίνεται)”.
Λένα Καλλέργη. Έγραψε τα βιβλία ποίησης Περισσεύει ένα πλοίο (2016 – βραβείο Καλύτερης Δεύτερης Ποιητικής Συλλογής, Κύκλος Ποιητών, 2017) και Κήποι στην άμμο (2010 – βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή ‘Μαρία Πολυδούρη’) και συμμετείχε στα συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης Ομάδα Από Ποίηση (2010) και Ομάδα Από Ποίηση ΙΙ: Υπέρ Ονειρίας (2012).
Δήμητρα Κωτούλα. Εργάζεται ως αρχαιολόγος και ζει με την κόρη της στην Αθήνα. Η Επίμονη Αφήγηση –δεύτερο ποιητικό βιβλίο της– κυκλοφόρησε το 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και δημοσιευτεί στην Ευρώπη και την Αμερική.
Στέργιος Μήτας. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Διδάσκει στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Έμμετρη Φυσική Ιστορία των Θεάτρων (2013).
Άρτεμις Μιχαηλίδου. Έχει διδακτορικό στη Μοντέρνα Αμερικανική Ποίηση από το Πανεπιστήμιο του Exeter, καθώς και μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή. Είναι Επίκουρος Καθηγήτρια στη Σχολή Ευελπίδων.
Χριστιάνα Μυγδάλη. Φιλόλογος και μεταφράστρια. Διδάσκει Ελληνικά, Λογοτεχνία και Στοιχεία Πολιτισμικής Ιστορίας. Ασχολείται συστηματικά με την ομαδική ανάγνωση ως θεραπευτική πρακτική.
Κώστας Πλησιώτης. Ποιητής και μεταφραστής. Τους τελευταίους μήνες ζει, σπουδάζει και γράφει στο Μπέρμιγχαμ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Θοδωρής Χιώτης. Eπιμελητής και μεταφραστής της ανθολογίας Futures: Poetry of the Greek Crisis (2015). Το έργο του έχει δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και ανθολογίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.


Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

ιανουάριος 2018 _ εννιά ποιήματα για τον νίκο εγγονόπουλο















Την Πέμπτη 27 Απριλίου 2017, στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης της Αθήνας, στην έκτη εκδήλωση της έκτης περιόδου των μηνιαίων ποιητικών συναντήσεων «Με τα λόγια (γίνεται)», με αφορμή τα 110 χρόνια από την γέννηση του σπουδαίου Έλληνα ποιητή, παρουσιάστηκε αφιέρωμα στον Νίκο Εγγονόπουλο (1907-1985). Επικρατεί η πεποίθηση ότι το λογοτεχνικό έργο του –ποιήματα, αλλά και διαφόρων ειδών πεζά– είναι γνωστό. Εντούτοις, είναι πιθανό να μην έχουν γίνει αντιληπτές η ποικιλομορφία του και οι πολλές, διαφορετικές χάρες (και χαρές) του. Για την εκδήλωση αυτή, λοιπόν, δέκα σύγχρονοι Έλληνες ποιητές και ποιήτριες ξαναδιάβασαν το έργο του ώστε να εντοπίσουν σημεία συνομιλίας μαζί του και να γράψουν ένα ποίημα ‘σε απόκριση’ προς αυτό. Δημοσιεύονται τώρα εδώ τα εννέα από τα δέκα εκείνα ποιήματα.


*

Ορφέας Απέργης

ΛΩΤΟΦΑΪ

Το λωτό μού τον έμαθε η γυναίκα μου
είναι σαν ντοματούλα αλλά πιο ζουμερή
με σπόρια ακόμα αρκετά
άμα δεν δαγκώσεις πολύ δυνατά
και δεν πεταχτούν-
ε έξω
και σε λερώσουνε

Μου παραγγέλνει δυο λωτούς
ακριβούς
από τη λαϊκή της Πέμπτης
και πάω αργά
όταν έχουνε φτηνύνει

και τους αγοράζω
πολλές φορές αντί για ντομάτες
έτσι που μπερδεύονται χρωματικά
μες στο κοφίνι

αλλά καθόλου στη γεύση,
πιο γλυκός ο λωτός
που μου πουλάει ο Ινδός

κι ενώ πάω αργά στη λαϊκή
αργώ πολύ
καθώς μου λέει για το χέρι του που πονεί
καθώς μου λέει για το σαγόνι του που πονεί
καθώς μου βάζει στο χέρι τη φωτογραφία που πονεί

κι έπειτα σιωπή
φεύγω
περνάει το καθαριστικό του δήμου
με το πιεστικό που απολυμαίνει
μάνικες σπρώχνουνε τα φρούτα στα κράσπεδα του δρόμου

γυρίζω σπίτι
τις Πέμπτες
και βάζω, στοιβάζω
τα μαναβικά στο ψυγείο

δεν τα πλένω
τα πλένει η γυναίκα μου
και τα τακτοποιεί όπως μου τα παράγγειλε

ξεχάστηκα και δεν πήρα τους δυο λωτούς
κι ανάμεσα στα φρούτα
βρήκε τη φωτογραφία

είναι ο Γκανέσα
ο θεός της σοφίας
και προστάτης των επιστημονικών τεχνών
που αίρει τα εμπόδια σα φυλαχτό,
ο ελεφαντόμορφος θεός
κύριος των δυνάμεων,
gana και isha
θα πει αυτό,
κύριος των στοιχείων και των κατηγοριών
του κόσμου,
κι εδώ ανάμεσα στα φρούτα
κάθεται σε θρόνο από το άνθος του ιερού λωτού,
άλλος λωτός αυτός
ούτε το τζίτζυφο απ’ την Οδύσσεια
ούτε ο διόσπυρος βιργίνιος που μοιάζει με ντομάτα,
άλλος λωτός αυτός
που από τη λάσπη βγαίνοντας σα νούφαρο
ποτέ του δε λερώνει,
άλλος λωτός
που πάνω του έχει θρονιαστεί ο Ινδός θεός
και όλα τα θυμάται,
όπως οι ελέφαντες του Μόγλη
που μάθαινα μικρός
από τη δασκάλα μου
που της άρεσε ο Κίπλινγκ,

με ρώτησε τι είναι αυτή
η φωτογραφία
κι εγώ
που όντως μπερδεύτηκα
και δεν θυμόμουνα
της είπα γελώντας
μου την έδωσε η Λάκσμι,
είναι μια Ινδή που είχα γνωρίσει
στο κολλέγιο στην Αγγλία
και τη ζήλευε όταν ήμασταν όλοι νέοι
προπτυχιακοί

κι εκείνη τότε
σιωπηλά
σχεδόν απαλά
με ρυθμικούς υπόκωφους λυγμούς
άρχισε να κλαίει
(είναι από τα κρεμμύδια)

κι ένιωθα λίγο λίγο
το ασυγκράτητο έλασμα το καταχθόνιο της ζήλειας
που ακόμα πάλλεται
όταν θυμάται μετά από χρόνια και χρόνια
και δεν μπορεί να υπερνικήσει το εμπόδιο

παρά σαν υμένας και λεπτό πετάλιο
πέταλο
σιγοτρέμει
πράσινη στιβάδα της μνήμης
που φοβάται να πετάξει και κουρνιάζει
σαν σιγή ανάμεσα στα φύλλα

και σα λεπτή ζωή
από έναν παρθενώνα
που τα λοστάρια δεν κατάφεραν ποτέ να αποξέσουν
μέσα στους ψαλμούς,

λοστός ο γάμος κι ο γαμήλιος ψαλμός

λοστός ο γάμος
και λωτός
από μια φωτογραφία
κινδυνεύοντας
να μην ξεχάσει

σαν το Γκανέσα
που όλα τα θυμάται
(κι αυτόν όλον η Λάκσμι μού τον έμαθε)

που όλα τα θυμίζει
σα χοάνη
αρμέγοντας
όλο το φως των άστρων και του φεγγαριού,
τυραννικός θεός
θεός της μνήμης.

*

Άννα Γρίβα


ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΕΡΟ

Ένα λύκος ουρλιάζει πένθιμα στη γωνιά της σκάλας. Κι’ είμαι εγώ ο ίδιος, ή μάλλον είναι η καρδιά μου, που προσμένει χρόνια τώρα τον ερχομό του Σαρδανάπαλου, υπό μορφήν είτε φυσιγγίου δυναμίτιδος, είτε άνθους χαρίτων.

από το ποίημα «Παράδοσις» (Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938)

Κάποτε με ρώτησαν ποιο ζώο αγαπώ.
Την αλεπού με τα μεγάλα αυτιά;
Τ’ αγριοκάτσικα που σκαρφαλώνουν
ανάποδα τα βράχια;
Τις λύκαινες; Τους κύκνους;
Ή μήπως ζώα μυθικά:
τέρατα Κενταύρους
θεούς που αλλάζουνε την όψη τους
και γίνονται ελάφια;

Μα εγώ δεν θα σας πω ποιο ζώο αγαπώ
γιατί έχω μέσα μου ολόκληρο το δάσος:
τα άγρια πουλιά που γίνονται άνθη
όταν ξαπλώνουν στα κλαδιά
τα φίδια που απλώνονται
κλωστές πολύχρωμες στο χώμα
τα έντομα τα σκουληκάκια
τα άγρια θηρία των γκρεμών
και κάπου βαθιά στο στήθος μου
ένα μικρό κορίτσι που ατίθασο χορεύει.

Κλείστε τα μάτια
κι ακούστε την καρδιά σας στο σκοτάδι
το τύμπανο που κρούει τον πιο τρελό χορό
και γύρω του ένα ποτάμι μυστικό
με σκοτεινό νερό
με αυτό την κούπα σας γεμίστε
με αυτό γλεντήστε:
συμποτικό τραγούδι η σιωπή
και πρόποση στο χάος.

*




Δήμητρα Κωτούλα

           
φάγαμε το μπαρούτι με τη χούφτα
στ’ άγρια βουνά και
τα λαγκάδια
της Βόρειας Ηπείρου
και φάγαμε
το ξερό ψωμάκι
αυτό π’ αρμόζει
στον καλλιτέχνη
στον ποιητή
μόνη παρηγοριά
τα λουλούδια:
είτανε τα γαρύφαλλα...
μα κάτι γαρύφαλλα!

Ν. Εγγονόπουλος, «Γαρύφαλλα», 4.3.1978


Τα ζηλεύω.

Ζηλεύω το αδιόρατο τρεμούλιασμα
στο χνουδάκι του μίσχου τους
τη στριφτή χαρωπή γλώσσα
του φύλλου που γέρνει
βαρύ στη δροσιά της άνοιξης.
Οι αποφάσεις τους παραμένουν
-εν πολλοίς- ανεξιχνίαστες
όπως αυτές της λευκής σελίδας
πάνω στο τραπέζι μου.
Παρατηρώ τη γύρη-
βάφει αργά με τους σχηματισμούς της
τις ιδέες μου και σχεδόν ντρέπομαι
γι’ αυτές τις συλλαβές που πέφτουν
διόλου ηρωικά
όπως δεν αρμόζει       
στον καλλιτέχνη
                                    στον ποιητή
σαν πηχτό μέλι στο εύτακτο ορθογώνιο πεδίο της.

Τίποτε εδώ δεν μυρίζει μπαρούτι.
Δε φυτρώνουν εδώ λουλούδια απ’ τα λαγκάδια
τ’ άγρια βουνά.


Τα ζηλεύω.

Ζηλεύω τη σοφή μανιασμένη αδημονία τους
να γίνουν τέλεια
-μικροί Θεοί- για μια στιγμή
κι ύστερα πάλι
τι-        πο-       τα.


*

Αλέκος Λούντζης


ΞΕΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Δεν είχαμε ως απόψε δει
νεράκι στο κατώφλι μας
Μα ξέραμε
πως κατά βάθος
δεν έχει πόρτα ο βυθός

Και πέρασε η νύχτα τις όχθες των σπιτιών
και χώρισαν οι όχθες
τον ύπνο των παιδιών
σε δικό τους
και σε δικό μας

και εστάθη ο ύπνος με μάτια ανοιχτά
Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;1

Γιατί ούτ’ εδώ
στις άνυδρες πλημμύρες
σ’ όσα μοιάζουν με πόλεμο ή μοιάζουν μεταξύ των
σε κουκλοθέατρο
παιχνίδια επί παιγνίων

δεν είναι για γραφή απ’ τη μεριά αυτή2
Ίσως ούτε από την άλλη

Ποια εποχή ιδανική να γράψεις ή να ζήσεις
για όσα λίγα δύναται κάθε μισός Μεσσίας;
Αυτή τη νύχτα τη μακρά
άλλοι νοστάλγησαν μια θύρα ασφαλείας
άλλοι σφιχτά δεθήκανε στο άλλο Του μισό

μάταια· όπως απεδείχθη
όλοι κάποιον άλλον ανέμεναν


1. βλ. «Στον Νίκο Ε... 1949», Παρενθέσεις (1949) του Μ. Αναγνωστάκη
2. βλ. «Ποίηση 1948», ΕΛΕΥΣΙΣ (1948) του Ν. Εγγονόπουλου

*


Παυλίνα Μάρβιν


ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΣΕΙΣ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Είναι πραγματικά κροκόδειλος, γέροντα ωκεανέ
και είμαι η σφίγγα του παραμυθιού

Αυτά τα δύο αστέρια
δεν είθισται να συνυπάρχουν

Μα μιας που ο ραβίνος είναι φίλος μου
τον παρακάλεσα για μια όσο το δυνατόν
πλατύτερη επικράτηση
των ακαθόριστων σχεδίων της αγάπης
που ορίζουν τη ζωή μας

Έτσι μεθυσμένη
πήγα να ζήσω στο ποτάμι
μα κάνοντας κι αυτός την ίδια σκέψη
πήρε το δρόμο του για την παγόδα-
γυρεύγει ακόμη να με συναντήσει

Καλά, του λέω, ευλογημένε
αφού δεν συμφωνήσαμε τον τόπο
κι αυτά τα χρώματα ημέρας, νύχτας και γιορτής την λάθος ώρα
μου κρύβουν την πορεία σου

Αν με ακούς, ορκίσου μου
κραδαίνοντας την κουδουνίστρα σου
πως δεν θα πεθάνεις ποτέ

[βασισμένο σε στίχους, φράσεις και λέξεις από την συλλογή Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, του Νίκου Εγγονόπουλου (Ίκαρος, 1992)]

*

Όλγα Παπακώστα

ΑΝΗΡ−ΓΥΝΗ 

I

Ω! Αν δεν με παρηγορούσε την καρδιά

Ποτέ δεν θα ΄παιρνα
Eκείνον τον νυχτερινό

Δρόμο προς την αγάπη

Με φόβιζαν
Τα μάτια των γατιών

Δεν μ’ άρεζε
Το μπλε του κοβαλτίου

Ήταν η μουσική της άρπας
Πιο πολύ

Τα σείστρα της φυγής
Η βιβλική κινύρα

Που έκαναν το μαρτύριο
Γλυκύ

Τις  χαρακιές στο μέτωπο
Διάδημα

II

Θύμα μυκητιάσεως
Σε τάφο θολωτό
Περιηγείται μόνη τις Μυκήνες.
Ο εκ Μυκόνου εραστής της
Είχε στήθος τριχωτό
Αλλά το πτέρωμά της
Του εφάνη ανεπαρκές.
Πέταξε με αεροπλάνο
Για το Μαρακές
Φευ!
Δίχως να αναλάβει
Τις ευθύνες.

III

Τώρα το ξέρω
Ότι ματαίως

Δένεται ο κόμπος
Πριν λυθεί

Ποίημα πολλών
Όχι ενός

Ακόμη κι όλων
Όσοι ξέμαθαν

Την ποίηση

Ο  κόσμος
Κούτσα-κούτσα

Θα σωθεί

*


Χρήστος Σιορίκης

ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ 128η ΦΟΡΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Ευρισκόμαστε στην πεδιάδα
μεσημέρι
Στο σβέρκο του παιδιού
που το λένε Νίκο, Ανδρέα, Τζίμη ή Φεδερίκο
οι φύτρες είναι άτακτες
Αυτό
γίνεται αμέσως αντιληπτό από το σκύλο
ο οποίος
τραβάει το λουρί
ζητάει απόγευμα
καθώς επίσης
ζητάει να μάθει
τη ρίζα του αστεριού
Θραύσμα το αστέρι
ασυνάρτητος ο ουρανός
ίδιος με το σβέρκο του παιδιού
που το λένε Νίκο, Ανδρέα, Τζίμη ή Φεδερίκο

Μπερδεμένο δρόμο
– μα δρόμο –
δείχνουν οι φύτρες
ο σκύλος
δαγκώνει τον κουρέα
και βλέπει
το φως να πέφτει
την ώρα που
τα άμφια της οροσειράς νυχτώνουν υποσχέσεις
υποσχέσεις ζωής και χαράς και ζωής και χαράς*

*από το ποίημα του Ν.Ε. «Το έβδομο τραγούδι της αγάπης»

*

Γιώργος Σπανός

ΑΣΠΟΝΔΥΛΟ

κλαίει το άπαν των ονείρων μου
κάτω απ΄ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζουνε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δε δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ΄ άδεια
ερειπωμένα εργοτάξια
κι όσο
– μια μουσική παύση από καλά
συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο

απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου –
αλλάζει όλη η μουσική

*

Νάντη Χατζηγεωργίου

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΛΙΒΑΡ

Θαρρείς πως μόλις
είχε σκοτώσει το άλογό του
κι αντίστροφα απ' τη φορά του ήλιου
βάδιζε σκυφτό
το άγαλμα του Μπολίβαρ

πηδούσε περιμετρικά της γης
στέγη στέγη
ωραίες αρχιτεκτονικές
και κορυφογραμμές
ψάχνοντας
στην εγκάρσια τομή
μια σχισμή
για να ξεκουραστεί

όταν νύχτωσε για καλά
το χορτάρι μαζεύτηκε γύρω του
στεφάνι έφτιαξαν
τα μελισσάκια στην κορφή του

φτάνει τόσο -αναφωνεί
και φραπ
κάνει να σκεπαστεί
μ' ένα σεντόνι χώμα

~

Ορφέας Απέργης. Δημοσιεύει ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμια στα περιοδικά "Ποίηση", "Ποιητική", "Νέα Εστία" και "ΦΡΜΚ". Κυκλοφορεί η συλλογή του Υ (εκδ. Πατάκη, 2011).

Άννα Γρίβα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία και Επιστήμες της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, η τελευταία με τίτλο Σκοτεινή κλωστή δεμένη (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά σε περιοδικά και ανθολογίες σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Δήμητρα Κωτούλα. Εργάζεται ως αρχαιολόγος και ζει με την κόρη της στην Αθήνα. Η Επίμονη Αφήγηση –δεύτερο ποιητικό βιβλίο της– κυκλοφόρησε το 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και δημοσιευτεί στην Ευρώπη και την Αμερική.

Παυλίνα Μάρβιν.  Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε Ιστορία. Το πρώτο της βιβλίο, Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου, κυκλοφόρησε το 2017.

Αλέκος Λούντζης. Σπούδασε νομικά, επικοινωνία και κοινωνική ανθρωπολογία, και εργάζεται στο Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων. Το 2015 δημοσίευσε τη συλλογή Προπαγάνδα: κάποια γράμματα για κάποια πράγματα (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή του «Αναγνώστη»). Αυτό τον καιρό γράφει το λιμπρέτο για την όπερα του Δημήτρη Μαραγκόπουλου με θέμα τον βίο και τα κείμενα του Στρατηγού Μακρυγιάννη, η οποία θα παρουσιαστεί στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Το 2013 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Όχι ακόμη Κάρμεν. Έχει μεταφράσει τις Τουσκουλανές Διατριβές του Κικέρωνα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Χρήστος Σιορίκης. Διδάσκει ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία. Γράφει ποιήματα και μεταφράζει ποίηση από τα ισπανικά. Επιμελήθηκε το αφιέρωμα για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου στη «Νέα Εστία» (2016).

Γιώργος Σπανός. Γεννήθηκε στην Αμφιθέα Μεσσήνης. Σπούδασε οικονομικά και μουσική. Ζει στην Αθήνα και διδάσκει στη δημόσια εκπαίδευση. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Προσφυγή (2015).

Νάντη Χατζηγεωργίου.
 Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μελετά ανθρωπολογία, χορό και παραδοσιακή μουσική.


Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

δεκέμβριος 2017 _ νίνα ρίζου















Νίνα Ρίζου

[ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ] 

        το φως του μικρού

κεριού στο μαύρο σιδερένιο
              φαναράκι
έφεξε ωραία την παλάμη του
                 τόσο
που η φλόγα και το χέρι του
         είχαν το ίδιο φως

      τα μαύρα του ρούχα
            τον σκόρπιζαν
          μες στο σκοτάδι

-πάμε στο άλογο;  κι ακούω
μέσα μου ένα φρόνιμο ναι

  στον δρόμο για τον μπαξέ
        όλα είναι ήσυχα -
   το σκυλί δεν θα γαυγίσει
θα κοιτάξουμε και τα πρόβατα


τον καλό καιρό, όπως τώρα
τα άλογα κοιμούνται κάτω από
            τις τρεις τεράστιες μελικοκκιές
            βαλμένες στη σειρά,
πάνω στο άχυρο,
που μες στο σκοτάδι,
έχει το ίδιο φως με την παλάμη του

ανάμεσα στο φύλλωμα της μελικοκκιάς
         που σχεδόν αγγίζει το χώμα
το άχυρο των αλόγων μυρίζει ύπνο,
                    τόσο,
    που ακουμπώντας τη χαίτη,
τα χνώτα και το ζεστό κορμί του,
         με βύθισαν στον ύπνο τους,
στον ύπνο των αλόγων

            δεν ξέρω ότι γυρίζουμε
και ότι
            κοιμάμαι στον ώμο του

~


αν φταίνε τα κοντά μου χέρια
το πανί το χρειάζομαι
τώρα που ο μάγος
τον ήχο της λαβίδας παγώνει

κάποτε ήμουν ένα δαχτυλίδι
δεν δίσταζα
να μικραίνω τις μέρες
οι συλλαβές είναι απ´ το σώμα

~

αυτό το φωτισμένο κομμάτι τοπίου
μέσα στη νύχτα
φαίνεται
σαν ξεχασμένο καλοκαίρι

η πνοή του
ξεκουράζεται
χωρίς ίχνος καιρού

χωρίς χρώματα
στο δέρμα της τέχνης

ούτε ένας ήχος
δεν θα ονομάσει το φύλλο
που θα κινήσει το σκοτάδι
από τον θρόνο του

~
  
το φρεσκοβαμμένο περβάζι
γυάλιζε στον ήλιο
την μαύρη μπογιά έστρωνε αργά

τόσο ψηλά, που
θαύμασα την ακρίβεια
του μάστορα

το λεωφορείο
στην άκρη του δρόμου
είχε σταματήσει

με το καπώ ανοιχτό
ο οδηγός έλειπε
η ταχύτητα όμως με συναρπάζει

κι έτσι όπως κλέβω τις εικόνες
θα κρατήσω το χαρτί για αύριο
οι δουλειές πρέπει να τελειώσουν

~

δρόμος στην λιμνοθάλασσα
είναι μια στενή λωρίδα
ανάμεσα στο νερό,
ακούγεται από μακρυά
η δίχρονη μηχανή
και τα πουλιά
φτεροκοπούν βιαστικά

το γκάζι
στο τέρμα,
τον λυτρώνει,
ο αναβάτης δένεται
πάνω στην μοναξιά
του αέρα

*

Νίνα Ρίζου. Γεννήθηκ το 1963 στη Φιλοθέη Άρτας και έζησε στην Αθήνα. Όλη της τη ζωή ασχολήθηκε με την αρχιτεκτονική και την αρμονία σώματος και πνεύματος. Το 2016 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Τροχάδην Σκιές (υποψήφιο για το Βραβείο Ποίησης του «Αναγνώστη»)και το 2017, λίγες ώρες πριν αφήσει το σώμα της στη γη, η συλλογή διηγημάτων Δεξαμενές.