Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

φεβρουάριος 2014 _ παυλίνα μάρβιν & ηρώ νικοπούλου



























Παυλίνα Μάρβιν

ΟΙΚΙΑΚΟΣ ΒΟΗΘΟΣ

Συνήθως προσπαθείς να με γιατρέψεις·
μες στο μαλλί της γριάς θα φυτέψεις
δραμαμίνες. Και μπούκωμα μερέντα
με κάρδαμο απ’ τα χέρια σου ώστε ρέντα

να έχω στα δύσκολα. Μου πήρες σκύλο,
Κορδονίσιμους λέγεται. Και γάτους
τρεις, που με μια κουκουβάγια φίλο
τετράδυμα έγιναν·

μου απαγγέλλουν με σθένος. Έτσι, βγήκα
μωρό γραφέας παραδοξολόγος.
Μου ισιώνεις τη χωρίστρα, μια-δυό, αναλόγως

πόσο απέχω απ’ την τρύπα
στην οποία συχνά πέφτω και κλαίω.
Φτύνω την πιπίλα, κούνημα, λέω,

θέλω ― και πώς καταλαβαίνεις.

*

ΠΡΟΛΑΒΕΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΡΙΛΚΕ;

Έκοβε τα μαλλιά του στους διαδρόμους
της πολυκατοικίας. Διερωτόμουν,
μαζί του στο ανσανσέρ, ενώ ανερχόμουν
στον τρίτο, με ψαλιδισμένους ώμους

από τον φόβο: Δεν έχει καθρέφτες
στο σπίτι; Με κεριά, μου είπαν κατόπιν,
πως τη δόση του φτιάχνει. Με δε φταις
αγόρι μου, του φέρναν γάλα (και το ’πινε

όλο), γειτόνισσες συντρέχτρες, που είναι
δύσκολη η ζωή. Τα Γράμματα σ’ έναν
νέο ποιητή, βρήκα μια νύχτα στη θυρίδα.

Ξέσπασε πυρκαγιά· τον βάζαν, είδα,
στο κλουβί, καθώς έπαιζε Kill Bill ― και
με ρώτησε αν διάβασα τον Ρίλκε

*

Η ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Μπήκα στο μπάνιο τάχα μου για λίγο·
πέρασαν, για να βγω, τέσσερις ώρες.
Όρθια στο ντους. Ποιος ξέρει σε ποιες χώρες
βρισκόμουνα. Αδύνατον να φύγω.

Βγήκα κατόπιν σαν βρεγμένη γάτα.
Άλουστη. Και με πονεμένα μέλη.
Ήθελα πια να φάω φρούτα με μέλι,
να ξεχαστώ, να πλύνω και τα πιάτα.

Δεν με ενέπνευσε το μήλο που έπιασα στα χέρια μου.
Σήκωσα το τηλέφωνο να πάρω τον αυτόν,
κι άκουσα τη φωνή της: είναι σκάρτος, άφησ’ τον

― μαμά μου που ενσύρματη έκανες τη ζωή σου,
κι οι κόρες σου ούτε θα ρωτήσουν
πόσα χρόνια είσαι στο ακουστικό.

***





















Ηρώ Νικοπούλου

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ - Α΄

Μικρές οι πτήσεις του απρόοπτου
στο σύνορο της μέρας –
η κοίλη πλευρά των κοχυλιών
το ράγισμα του οστράκου

οι βελούδινες μορφές-ραφές του σκότους
κρύα ρυάκια που διασχίζουν
το παλιό πατρικό σαλόνι
παφλάζοντας μες στον καθρέφτη

Κι εκείνη η αράχνη
που απλώνει ρίζα
στης πόλης την κοιλιά
ώς το πρωί και με κατέχει

Τρυγώ δυο στάλες φως
ζυμώνω με άπλετο σκοτάδι
και να το γκρίζο το άσφαλτο
απόσταγμα του τέλους

*

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ - Γ΄

Τις νύχτες με ξυπνά η μακρινή βοή
διαδηλώσεων που έλειψα
σχήματα καπνών βουβές χειρονομίες
Πάλλονται σώματα
φωνές ο αέρας πήζει
τα πέλματα χτυπάνε καταγής
μικρό ρυθμό χταπόδι
που απλώνει τρίμματα τριγμούς
ψίχουλα τόπου μέλλοντος

Στις σφιγμένες χούφτες τους ζυγιάζουν
καλούμπες λεπτεπίλεπτες ονείρων
Μη τραγουδάτε ακόμα

Πλημμυρίζουν τα στενά
τις εισόδους των πολυκατοικιών
τις σκάλες ανεβαίνουν
στριμώχνονται μες στο μικρό σαλόνι
αισθάνομαι τ’ αθόρυβά τους βήματα
να πλησιάζουν στο υπνοδωμάτιο
ανοίγω και περνούν απέναντι
Πλευρό αλλάζω
και ενώνομαι μαζί τους

*

Ο ΔΡΟΜΕΑΣ

Kυλούν αργά τα μέτρα
κάτω από τα πόδια του
σερνάμενα βήματα εκατό
φθείροντας τις παντόφλες του
στο στενόμακρο μπαλκονάκι

Απ΄ άκρη σ΄ άκρη του τώρα
ο κόσμος όλος – αρπάζει
σε κάθε βήμα την κουπαστή
ζυμώνει παγωμένο χέρι
εξόριστης μητέρας

Θυμάται την πρώτη βόλτα
στο σώμα της πριν
ύστερα φως οδυνηρό
και γάλα αχνισμένο

Μυρωδάτα χρόνια του σχολείου
ξυσμένο μολύβι γομολάστιχα
τρύπιες παλιές ελβιέλες
εξαρτήματα φοιτητικά
άρβυλα πριν γίνουνε πολέμου

Την πρώτη αγάπη του θυμάται
και στρίβει στη γωνία
στο αδιέξοδο του κιγκλιδώματος
κάνει επί τόπου στροφή και
τρία παιδιά μαζεμένα

Επιταχύνει το βήμα του
δεν θέλει ν’ αργήσει
η φωνή της λευκή κυματίζει
από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα

***

Παυλίνα Μάρβιν. Γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, μεγάλωσε όμως στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπουδάζει Ιστορία.

Η­ρώ Νι­κο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε στην Α­θή­να και σπού­δα­σε Ζω­γρα­φι­κή στην ΑΣΚΤ. Γρά­φει ποί­η­ση και πε­ζο­γρα­φί­α. Τε­λευ­ταί­ο της βι­βλίο, η συλλογή διηγημάτων Ελ­ληνι­στί: ο γρί­φος (2013). Εί­ναι μέ­λος του ΕΕΤΕ, της Εται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων και του Κύκλου Ποιητών.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

ιανουάριος 2014 _ μπράνκο μίλκοβιτς [μτφρ.: μόμτσιλο ράντιτς] & θεώνη κοτίνη




























Μπράνκο Μίλκοβιτς [Branko Miljković (1934 – 1961)]

ΜΑΤΑΙΑ ΤΗΝ ΞΥΠΝΑΩ

Την ξυπνάω για τον ήλιο που εξηγείται στα φυτά
για τον ουρανό τεντωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα
την ξυπνάω για τις λέξεις που τσούζουν τον λαιμό
την αγαπάω με τ’ αυτιά μου
πρέπει να πας μέχρι το τέλος του κόσμου για να βρεις δρόσο στο χορτάρι
την ξυπνάω για όλα τα μακρινά πράγματα που μοιάζουν με αυτά εδώ
για τους ανθρώπους που χωρίς μέτωπο και όνομα περνούν στον δρόμο
για τις ανώνυμες λέξεις πλατείες την ξυπνάω
για τα βιομηχανικά τοπία δημόσια πάρκα
την ξυπνάω για τον πλανήτη μας που ίσως γίνει νάρκη στο ματωμένο ουρανό
για τα χαμόγελα στην πέτρα φίλων που αποκοιμήθηκαν ανάμεσα σε δύο μάχες
όταν ο ουρανός δεν ήταν μεγάλο κλουβί για πουλιά αλλά αεροδρόμιο
η αγάπη μου γεμάτη άλλους είναι κομμάτι της αυγής
την ξυπνάω για την αυγή για την αγάπη για μένα για τους άλλους
την ξυπνάω κι ας είναι αυτό πιο μάταιο από το να καλείς πουλί που κούρνιασε για πάντα
σίγουρα είπε: ας με γυρέψει και ας δει ότι λείπω
αυτή η γυναίκα με χέρια παιδιού που αγαπάω
αυτό το παιδί που αποκοιμήθηκε χωρίς να σκουπίσει τα δάκρυα που ξυπνάω
μάταια μάταια μάταια
μάταια την ξυπνάω
γιατί θα ξυπνήσει αλλιώτικη και νέα
μάταια την ξυπνάω
γιατί τα χείλη της δεν θα μπορέσουν να την πουν
μάταια την ξυπνάω
ξέρεις καλά πως το νερό ρέει αλλά δεν λέει τίποτα
μάταια την ξυπνάω
πρέπει να υποσχεθείς στο ξεχασμένο όνομα ένα πρόσωπο στην άμμο
αν δεν είναι έτσι κόψτε μου τα χέρια και κάντε με πέτρα

[μετάφραση: Μόμτσιλο Ράντιτς]

*

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Ήμουν νύχτα
και ήμουν πουλί μετά τα μεσάνυχτα

Τραγούδησα;
Όχι

κι όταν ήμουν πουλί πέταξα από το σώμα μου και δεν
τραγούδησα τον εαυτό μου
όλα εναντιώθηκαν
στον εγκαταλελειμμένο τόπο και ήθελα να γυρίσω
δεν ήμουν ούτε κουφός ούτε μουγκός
ήμουν νύχτα πριν απ’ την υγεία
νύχτα ίασης πίσω απ’ το σώμα
που ακόμα δεν έζησε μετά το θάνατό μου
δεν είχαμε ακόμα γνωριστεί
κι αυτό μας έλκυε απέραντα τον έναν προς τον άλλον
εκείνο που πρέπει να μείνει πίσω προηγείτο

Τραγούδησα;
Όχι

εγώ δεν τραγούδησα
πρέπει να είσαι καθαρός ώστε να μην ξέρεις καμιά λέξη
ξεστομίζω θα πει δείχνω τα δόντια
μίλησα και προδόθηκα
τα δόντια ο οισοφάγος και η κοιλιά
μού έδειξαν τον δρόμο για το δικό μου και το ξένο αίμα


[μετάφραση: Μόμτσιλο Ράντιτς]

***




















Θεώνη Κοτίνη

ΜΑΚΡΥΚΟΥΠΟ λάμνει το φως
στη θάλασσα της Ελευσίνας
λειώνοντας τα βαριά καράβια
σε άθυρμα πάχνης
Βαθύ ανήσυχο μαβί
διαπλέει αύρα ατείχιστη
και μια ταβέρνα ξέρηχη
τερπνά φωτίζει με λαμπιόνια
πρώτα ειδύλλια ή αγάπη
για το μπλε
που αλλάζει
Ύστερα μαύρο
διάτρητο από λαμπυρισμούς
της άλλης όχθης
- να ’ναι η Σαλαμίνα ή η Ψυτάλλεια; –
μια αποικία
χαμηλών αστερισμών ή πυροφάνι
καλή ψαριά ανασύροντας
αφώτιστη μεριά προσώπου
που πια δε μνημονεύεις στην κουβέντα
ένα πρόσωπο μισό
σαν φεγγάρι στη χάση
που το βλέπεις
ψηλά στο στερέωμα
να οδεύει
σε έκλειψη πλήρη

Κοιτάς της αστραπής
το σκοτεινό ευεργέτημα
για ελάχιστα λίγο παρών
στο θίασο των ημερών εκείνων
που διαβαίνει τον έναστρο Αχέροντα
για να μπει στην τροχιά
του παλιού σου ουρανού
ζωφόρος ακίνητη
χαμένου καιρού

*

ΤΟ ΚΟΒΕΙΣ στα δυο με βιασύνη
Δόντια πολύσπορα φρουρούν
στην καρδιά του ρουμάνι
υγρή ρεματιά κι ανασαίνει
φωτοσκίαση του καρπού ολογύρω·
πράσινο πάνω πάνω
επιστέφει με αργή ωρίμανση
τη μέσα σάρκα:
άλω χλωρής ακακίας,
άγουρη ήβη
που πρωτοδοκιμάζεται σε χείλη δίψας
καναρινί μετά της πρώτης τρίλιας
πιο κάτω κεκαυμένη ώχρα
πήζει σε κίτρινης ξερολιθιάς
το ηλιοβασίλεμα
μέσα βαθιά
φτενό γιαλού σώμα ξανθό
διατρέχει του καρπού
τη σπάταλη γονιμότητα

Κι όλο μαζί μελωδικό στον ουρανίσκο
σαν το νερό
που αν χτυπήσεις την κρυμμένη φλέβα
αναβλύζει ξυπνώντας
ραβδοσκόπο υπνοβάτη

Πίνεις μια φέτα θρυμματίζοντας
μηνίσκο θερινής σελήνης
πάνω από ξερικό μποστάνι
πλήθος τα γαϊδουράγκαθα τριγύρω
και το δέντρο κατάμονο
λιγνά σκιάζει το λιοπύρι
μες στου περιβολιού το καστανόχωμα

Βυθίζεις φθονερή βουλιμία
στο δυσώνυμο φρούτο
που αναπαύει σε κρύπτη τον τόπο
ομοιώνεσαι το έγκυο σώμα
που αναθρέφει το χρόνο
σε καμπύλο κενό

*

ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

Σγουρό μελίσσι ηλιόλουστο
και πράσινος σκαντζόχοιρος στην πέτρα
ανθίζει με φωνούλα κίτρινη
και στάζει στα δυο χέρια σου
κρήνη της ευωδιάς

Τι είναι;

Κωφάλαλου κωδωνοκρούστη σαματάς
σείει της καμπανούλας το γλωσσίδι σαλτιμπάγκος
κουρδίζει μαργαρίτας εκκρεμές
και έναν ασφόδελο φυγόκεντρα αφιονίζει
σε περιδίνηση δερβίση τον κινεί

Τι είναι;

Του βράχου φυλαχτό βουβό ενώτιο
βυζαίνοντας δυσεύρετο το αλάτι
φανατικό σαν πείσμα επιβίωσης
μισό στον ήλιο τ’ άλλο στο νερό
κλειδώνει κωνικό φιλί
στην δύσκολη καρδιά γρανίτη

Τι είναι;

Κόκκινο υπερωκεάνιο του θέρους
καρίνα κοίλη πράσινη
με δυο σειρές τα φινιστρίνια κοιμισμένα
πλησίστιο αρμενίζει
χυμώδες κύμα ορθώνοντας
σε όρμο ουρανίσκου

Τι είναι;

Στιλπνά στη μέσα τσέπη ενθυμήματα
κηρύσσουνε πόσο επίκαιρη οφείλεις τη χαρά
γι’ αυτό κι όταν τα πας στο σπίτι ξεθυμαίνουν
εντοπιότητα της ομορφιάς ποιμαίνουν

Τι είναι;

Τρέχει μουσκεμένο στο θώρακα
σαν τύμπανο άσεμνο ευφραίνεται αρχαίο
ρόδι και σπάει κυλώντας
σε ανάποδη κλίμακα
ανεβαίνει γοργά χτυπώντας κατάστηθα
και ανοίγεις διάπλατα

Τι είναι;



Θυμάρι της άνοιξης

αέρας του Μάρτη

πεταλίδα τον Αύγουστο

στα χέρια καρπούζι

κοχύλια στο κύμα

και γέλιο στο στόμα



τα παίρνει ποτάμι

και πάει

*

ΩΣΕΙ ΚΗΠΟΣ

Η μέλισσα ξαναγυρνά
στα άδυτα του ιβίσκου
το νερό στο σκοτεινό του μέταλλο
Κόκκινος τρύγος στο παρτέρι
απομυζά κρυψίνοια κάλλους
δίπλα του της πηγής ροή
κατέρχεται
σε εύφορο ορυχείο

Σκοντάφτει
σε άνωση φωτός
και επιστρέφει:

Στο δέντρο
μια μόλις που άδειασε αιώρα
δονεί ακόμα
αστραφτερό μετέωρο ενός γέλιου
ταλάντωση της αλυσίδας
το διανέμει

Στη μέση το πηγάδι
και στον κουβά
αφρώδες ξέχειλο ξεδίψασμα
λαμποκοπάει και χύνεται

Ψηλά υφάδι της αράχνης
βρίσκει τις αφανείς οδούς
της ένωσης
κυκλοτερή δεσμό οδηγώντας
στο κέντρο πάμφωτου
κινδύνου

Στο χώμα ταπεινό ηφαίστειο
της μυρμηγκοφωλιάς
επείγεται κι εκρήγνυται
σπορά εφήμερου
στο χρόνο

Και μέσα εδώ
άφταιγο φίδι και κακό
δρέποντας το γλυκύ καρπό
χωράει στην αθωότητα
κρυμμένο

***

Μπράνκο Μίλκοβιτς (Branko Miljković). Γεννήθηκε στην Νις το 1934, και αυτοκτόνησε στο Ζάγκρεμπ το 1961. Σέρβος νεο-συμβολιστής ποιητής της Β' μεταπολεμικής γενιάς, δοκιμιογράφος, μεταφραστής γαλλικής και ρωσικής ποίησης. Άρχισε να γράφει πολύ νωρίς, επηρεασμένος από τους Βερλαίν, Μαλλαρμέ, Ρεμπώ, Μπλοκ, και Παστερνάκ. Σπούδασε φιλοσοφία στο Βελιγράδι. Δημοσίευσε τέσσερις συλλογές ποιημάτων: Μάταια την ξυπνάω (1957), Με τον θάνατο ενάντια στον θάνατο (1959), Η φωτιά και το τίποτα (για την οποία πήρε το μεγαλύτερο βραβείο για την ποίηση της τότε Γιουγκοσλαβίας, «Βραβείο του Οκτώβρη») και Καταγωγή της ελπίδας το 1960. Αμέσως μετά τον θάνατό του, δημοσιεύεται Το αίμα που φωτίζει. Θα παραμείνει γνωστός για πάντα ο στίχος του «Με σκότωσε ο πολύ βαρύς λόγος», ο οποίος αναγράφεται στον τάφο του.

Μόμτσιλο Ράντιτς (Momčilo Radić). Γεννήθηκε στην Νις. Σέρβος ποιητής και μεταφραστής της ελληνικής και σερβικής ποίησης.

Θεώνη Κοτίνη. Γεννήθηκε στη Μυρσίνη Ηλείας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: Μικρογραφία, Αθώα τη νύχτα, Ανίδεοι πάλι (Πλανόδιον), Θεός ή Αγάπη (Γαβριηλίδης) – ενώ αναμένεται η πέμπτη: Ωσεί κήπος (Γαβριηλίδης). 



Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

δεκέμβριος 2013 _ 6 πρωτοεμφανιζόμενοι/ες ποιητ[ρι]ες





















Λευτέρης Ζαχαριουδάκης

[ΑΤΙΤΛΟ]


Ζωή στη χρυσή σχεδία
Ναυαγός στην απέραντη στεριά
Με άχρηστα κέρματα
Μολονότι ο θησαυρός είναι εδώ

*


Βασίλης Θωμόπουλος

[ΑΤΙΤΛΟ]


Μέσα στο σκοτάδι βλέπεις
Και όταν είναι ήλιος δεν βλέπεις

Άλφα κεφαλαίο άλφα μικρό
δεν έχουν διαφορά στον κόσμο
Α Σ Τ τα ίδια πάλι

Το Ω

Σήμερα για πάντα τώρα και για πάντα

*


Αφροδίτη Παπαγεωργίου

[ΑΤΙΤΛΟ]


Μάνα, ανεβαίνω στον κήπο
Ξέρεις τι θέλω;
Δωσ' μου λίγο αλάτι
Γεμάτος ντομάτες ο κήπος
Παίρνω μια, την ανοίγω
και ρίχνω αλάτι
Πώς μοσχοβολάει
Μυρίζω ξανά
και βλέπω εσένα
που φύτευες τις ντομάτες


*

Καλλιρρόη Παπαγεωργίου

ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ

Κάηκαν σπίτια και μαντριά
όμως τώρα είναι σε ύφεση
η πυρκαγιά στη Βοιωτία
Το λιοντάρι της Χαιρώνειας σώθηκε

Ας βρυχώνταν και τα πρόβατα

*

Κωνσταντίνος Πλησιώτης


ΠΟΣΤΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Ο Γιώργος εργάζεται στο Δήμο.
Λίγο πριν ξημερώσει ο Γιώργος βγαίνει στους δρόμους.
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι σαγόνια.
Συνήθως αποκολλημένες μασέλες.
Σπανίως σπασμένες.
Ως επί το πλείστον τεχνητές.
Ο κουμπάρος του Γιώργου είναι οδοντοτεχνίτης.
Γι’ αυτό το λόγο συνοδεύει το Γιώργο στις οδούς.
Οι οδοί είναι γεμάτες σαγόνια.
Οι περαστικοί τα αφήνουν ανάθημα στις γωνίες.
Ο Γιώργος δουλεύει ώς αργά το μεσημέρι.
Την υπόλοιπη μέρα αιτείται αναρρωτικής αδείας.
Ο κουμπάρος του είναι οδοντοτεχνίτης.
Δεν έβγαλε σχολή.
Ο Γιώργος χρειάζεται να βάλει μασέλα.
Ο κουμπάρος από λάθος τού βάζει τη μασέλα ανάποδα.
Ο Γιώργος τρώγεται μέσα του.
Αδειάζει.
Αιτείται αναρρωτικής αδείας.
Ο κουμπάρος του είναι οδοντοτεχνίτης.

*


Βίκυ Τσελεπίδου


ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΑ

Μόνη στην πίστα τώρα μαγειρεύει σάλτσες.

Ντύθηκε το βράδυ κύκνος.
Ποδοπατημένα γαρύφαλλα.
Σκαρφάλωσε με τα φτερά της.
Στο χέρι κρατούσε την κουτάλα.
– Τι θα μαγειρέψετε με τα φτερά σας σήμερα;
– Πεθαμένα γαρύφαλλα σάλτσα.

Γύρω γύρω ανακάτευε,
έβρασε η σάλτσα, μπουρμπουλήθρες.
Γύρω γύρω, γύρω γύρω
έσκυψε στην κατσαρόλα της να δει.

Τα φτερά της πιτσιλίστηκαν.
Σαν ματωμένα έγιναν.

*

Λευτέρης Ζαχαριουδάκης. Άρχισε να γράφει ποιήματα μετά από ένα καλοκαιρινό εισαγωγικό μάθημα στον σουρρεαλισμό. Προτιμά τον καφέ του σκέτο. Στα όνειρα του ζει στην Ιαπωνία.

Βασίλης Θωμόπουλος. Γεννήθηκε στις 14 Δεκέμβρη. Πηγαίνει στην Δ’ Δημοτικού και, όπως όλα τα παιδιά, τρελλαίνεται για το παιχνίδι.

Αφροδίτη Παπαγεωργίου. Ήθελε να γίνει δασκάλα γαλλικών, αλλά έφτασε μέχρι την Γ’ τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου. Κατάγεται από τον Άγιο Βλάσιο Αιτωλοακαρνανίας.

Καλλιρρόη Παπαγεωργίου. Αγάπησε την ποίηση από τις απαγγελίες του δάσκαλου Θύμιου Στούμπου και την «Επιθεώρηση Τέχνης» που διάβαζε ο πατέρας της. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάζεται ως καθηγήτρια.

Κωνσταντίνος Πλησιώτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη Βάρκιζα, με τον θερινό ενθουσιασμό και τη χειμερινή μελαγχολία της. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Έγραψε πρώτη φορά όταν ήταν στην Γ' Λυκείου. Πάντα έχει την αίσθηση πως άργησε.

Βίκυ Τσελεπίδου. Γεννήθηκε στην Καβάλα. Σπούδασε Νομικά και Επικοινωνία. Συνεχίζει τις σπουδές της στην Λογοτεχνία, εργάζεται και ταξιδεύει.