Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

ιούλιος 2014 _ γλυκερία μπασδέκη & βασίλης τσαρνάς




















Γλυκερία Μπασδέκη


ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


μες στον Μασούτη άλουστη
λερή

ένα αλεύρι ήθελε δεν προσδοκούσε

τίποτε δεν ήξερε εννιά παρά
στο κλείσιμο

κι όμως

δεν έχει ώρες ο Ανελέητος
δεν στέλνει μήνυμα πιο πριν δεν
προειδοποιεί ο Αλήτης

εκεί μπρος στο αλεύρι
ολικής μετά τις
ζύμες

παραμόνευε

κι εκείνη άλουστη λερή

ένα αλεύρι μόνον

ήθελε

την κάρφωσε την έλυωσε
πάει στον αγύριστο

κι ακόμα παραπέρα η άλουστη

με το αλεύρι αγκαλιά
αιώνες τώρα

*


TA ΓΚΟΦΡΕΤΑΚΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


ω, έλυωνε στο στόμα
η επικάλυψη

αχ, η γλωσσίτσα έτρεμε
σαλάκια κατηφόριζαν
τι πυρετός

φιλί και γκοφρετάκι
γκοφρετάκι και φιλί

περνούσε κόσμος, τρόλευ
κάποιοι γελούσαν κάποιοι
δάκρυζαν

τίποτε τα παλιόπαιδα, Χριστό
δεν καταλάβαιναν

φιλί και γκοφρετάκι
γκοφρετάκι και φιλί

κόλλησε η πόλη τρέμουλο
έτρεχαν σάλια
γκοφρετάκια τα φιλιά
οι φάτνες
έσταζαν

Χριστό δεν καταλάβαιναν
που λες - ανήμερα


Η ΚΟΜΙΣΣΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ


έλαμπαν τα καντούνια
άστραφταν – χαμογελούσε ο ΄Αγιος
λειψανοθήκες, τα οστά όλα
σε πτήση – βούιζαν περνούσαν
χορωδίες μπλε και
κόκκινες σαν Πάσχα
τσιτσιμπύρες άφριζαν την
αγκαλιάζαν όλοι τη
φιλούσαν

κι ας ξένη κι ας χερσαία αυτή
κι ας μην από το αίμα τού
λαγού

όλοι σαν κόμισσα
την προσκυνούσαν

σαν να δέσποζε


*




















Βασίλης Τσαρνάς

049


το βλέμμα μου φεύγει
κυλάω επάνω
στον ανάποδο θρόνο του λεωφορείου
παντού σταγόνες πουθενά βροχή
τελετή πολλαπλών κόσμων
μια θέση για το μωρό
παγωμένη φωτογραφία παγοδρομίου
βλέμματα αμοιβαίας καταδίκης
εσύυυ φταις για το στρίμωγμα για την απεργία εσύυυ
σκουλήκια προχωρήστε προς τα μέσα δεν καταλαβαίνετε;
η πειραιώς βρέχει ο πειραιάς τίποτα
μετά θα φταίω εγώ
θολό εργοστάσιο
πολιτισμός για σημαίες
ελλάς ευρώπη δήμος λευκή δύναμη
νευρικός πόνος στην πλάτη
σκελετός του κλουβιού
επισύρει πρόστιμο
το σέρνει πάνω στις σκόνες
με το 'να χερι κρατιόμουνα
με το άλλο κράταγα την τσάντα
με τα δόντια
το δίκιο το δίκιο
το δίκιο δικό μου
θα φωνάξω την αστυνομία!

*

[μια λωρίδα στο σώμα μου...] 


μια λωρίδα στο σώμα μου
που χάρτινο με ονομάζει
σφίγγεται από πόνο και διπλώνει
σκληρή παιδική πληγή
που στα γόνατά μου γλύφω
καθώς μέσα σε φάκελο διπλώνομαι
και κοιμάμαι φωσφορίζοντας στα συρτάρια σου
περιμένοντας τη στιγμή που θα με ανοίξεις
και θα γλύψεις τα αλμυρά γραμματόσημα
κι έπειτα στον καθρέφτη
κοιτώντας το αίμα στη γλώσσα σου
ακουμπώντας τα γόνατά σου στο χώμα
γλυκά θα με ταχυδρομήσεις μακρυά


*

ΣΦΗΚΑ


το εσωτερικό τσούξιμο
απλώνεται στο πόδι μου
μελάνι σε νερό

εκεί ισορροπεί ενώ κρατιέται
απο τη μυτερή γωνία του τσιμπήματος
σκοινί που χορεύει λεπτό
και το δόλωμα του πόνου επιδεικνύει
υπογραμμίζοντας
αυτό το τεράστιο νύχι γάτας
που πάνω μου έχει καρφωθεί
και σκοντάφτω τα πόδια μου όταν γλύφει
θυμίζοντάς μου μια ξεχασμένη υφή

ένεση από μηχανικό μολύβι
πατάω το μηχανισμό
και η βελόνα απλώνεται
στάζει πάνω στο χαρτί
και ξαναγράφει με δηλητήριο
τις γραμμές και τα περιγράμματα
που σημαίνουν πραγματικά
πραγματικά όπως μόνο ο πόνος εξηγεί–
το σώμα μου


*

[η μικρή Νέμεση] 


η μικρή Νέμεση
στέκεται κάτω απ’ το τραπέζι
μαλακιά σα ζυμάρι
τα μάτια της
κόκκινο της κραυγής
κρύσταλλοι μικροσκοπικοί σπινθηρίζουν
στους δρόμους τους όταν βγαίνει
πολύτιμα παιδικά κρανία
τη χαιρετούν
μάντεψε ποια είμαι! λέει
και τ’αυτοκίνητα
στη σειρά όλα φρενάρουν
αργά μπροστά της
επιδεικνύοντας
τους μωβ θανάτους που φέρουν
είμαι η ανάφλεξη της σιωπής
και τώρα ζωηρά με βλέπουν
όλοι όσοι κοιτάνε αλλού
μπροστά στην ανάσα μου
φιάλες οξυγόνου
φέρετρα βυθίζονται
και φεγγαρίσιες γραμμές
στα μαύρα νερά
μουρμουριστά κυλιούνται
τα θηρία στους εγκεφάλους τους
οσμίζονται το αίμα
γύρω γύρω
περιστρέφονται δερβίσηδες
και αρπάζουν
μικρά μικρά κάτω άκρα
γλυκά φουρνισμένα χέρια
ώμους πλασμένους από άχνη
τρώνε σώμα από το σώμα μου
πίνουν αίμα από το αίμα μου
μα πάνω στα ενήλικα τραπέζια τους
το κεφάλι όταν ακουμπούν
μέσα από το ξύλο
τους ψιθυρίζω για νανούρισμα
μια κρύα όμορφη
πολύχρωμων γιαπωνέζικων ψαριών
ακονισμένη καληνύχτα

*


Γλυκερία Μπασδέκη. Γεννήθηκε στη Λάρισα. Γράφει ποίηση (Είναι επικίνδυνο ν’ ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές, 1989, Σύρε καλέ την άλυσον, 2012) και θέατρο (Στέλλα travel / η γη της απαγγελίας, 2013, Ραμόνα travel / η γη της καλοσύνης, 2014).

Βασίλης Τσαρνάς. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ασχολείται με την γραφή, τη μουσική και την ζωγραφική, και έχει κάνει δυο ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας. Εργάζεται στον χώρο του βιβλίου. Αυτή είναι η πρώτη του ποιητική δημοσίευση.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

ιούνιος 2014 _ γιώργος κακαές & δήμητρα κωτούλα & μαρία τοπάλη & νίνο πεντρέττι [μτφρ.: τραϊανός μάνος]




























Γιώργος Κακαές

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η ώρα του θερισμού:
Κάρτα ανεργίας και μήνες προϋπηρεσίας.
Τσίπουρα διπλάσια από μπίρες.
Ένα παραλίγο χαμένο τετράδιο με άχρηστους στίχους.

~


























Δήμητρα Κωτούλα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ*


(...τώρα ο πρίγκιπας ή η άμπελος έχοντας καταπιεί το ξόρκι, πληγωθεί, επιζήσει και αφού σκότωσε το βασιλιά και το δράκο -το χρώμα στα πανιά δε φαίνεται να έχει ακόμη καμιά σημασία- πηγαίνει να ζητήσει τη γυναίκα που θα ’θελε δικό του ρόδο, για γυναίκα ενός άλλου...)


Αν σταθείς προσεχτικά θα τα δεις όλα –
τον άγγελο να γυμνάζεται με την πύρινη ρομφαία στη δοκό του χρόνου
τη θλίψη στα νερά της ύπαρξης σαν ομίχλη πάνω από λίμνη
την πράσινη σταγόνα του ονείρου να ισορροπεί
χωρίς διαφυγή–
στον πλαστικό αέρα του θερμοκηπίου
εισπνοή / εκπνοή–
της αιώνιας ανθρώπινης περιπέτειας.

Αν σταθείς ακίνητος- προσεχτικά
θα δεις
το μεσαιωνικό μύθο ν’ αντανακλάται
στις πέντε ακριβείς διαστάσεις του
αίμα να χύνεται στο όνομα του βασιλιά, για την τιμή ή την αγάπη
ύπαρξη με ύπαρξη ν’ αναγνωρίζονται
το μύθο να εκκρεμεί –πώς αλλιώς;–
ανάμεσα σ’ επιθυμία και παραίτηση

στάσου

ο χρόνος ένα καλόβολο ζώο που μπλέκεται μέσα στα πόδια μας
ό,τι συμβαίνει δε συμβαίνει πια- αλλά είναι

το ρόδο μαζεύει ένα-ένα τ’ αγκάθια του
επίμονος ομφάλιος λώρος η κληματαριά έλκεται γύρω του

ενώ η ανάγνωση κάθε απόγευμα πιστά συνεχίζεται
δέκα και έξι μήνες τώρα
στους τέσσερις τοίχους μιας καλύβας-άσυλο
σβήνοντας ένα-ένα τα ψηφία
σε ανάστροφη κίνηση

κάτι πρέπει να μείνει αναλλοίωτο’
μονολογούν οι εραστές
μέχρι το τέλος
ή και μετά το τέλος
χωρίς γαμήλιους όρκους ή πανιά που εξαπατούν –

Αν σταθείς –ακροατή– προσεχτικά
θα δεις
τις λεπτές μαύρες χορδές
αλλόκοτα ψηφία μιας πιο εύγλωττης γλώσσας–
να φτιάχνουν, τώρα εδώ, μπροστά σου
ένα τραγούδι μάταιο σχεδόν παιδικό
για ένα φίλτρο –λέει– μαγικό
που έφερε για άλλη μια φορά
τον-πάντα-λάθος-έρωτα
για ένα ζευγάρι άσπρα πανιά
που το οξύ μελάνι της αγάπης
έβαψε μαύρα.


* Τον χειμώνα του 1857-1858, ο Richard Wagner, εγκαταστημένος στη Ζυρίχη, εμπνέεται και μελοποιεί πέντε ποιήματα της μούσας και συζύγου τού εκεί πάτρωνά του, Otto Wesendonck, Mathilde. Τα περίφημα Wesendonck Lieder και η εντατική εργασία του συνθέτη στο επονομαζόμενο ‘άσυλο’, κατοικία που τού παραχωρήθηκε από τον Wesendonck δίπλα στη δική του βίλλα, θα οδηγήσουν λίγο αργότερα στη σύνθεση του Τριστάνος και Ιζόλδη, έργο από τα πλέον χαρακτηριστικά της ‘παρέκκλισης’ του βαγκνερικού ύφους που ο Νίτσε, αρχικά λάτρης και αργότερα ο κύριος αρνητής του, περιγράφει ως ‘τη γυμναστική του άσχημου στο σκοινί της αρμονίας’. Τα δυο έργα του αυτά έδωσαν το έναυσμα γι’ αυτό το ποίημα.

~





















Μαρία Τοπάλη

ΞΑΝΑΜΑΓΕΜΑ

Πλησιάζονται.
Αφότου πέθανε
ο τελευταίος μάγος της φυλής
έχουν ξεκουρδιστεί τα λόγια τους·
πια δεν χτυπά εντός τους
ούτε μέλος ούτε και ρυθμός.
Όμως τα σύννεφα
θα ταξιδέψουν από πάνω τους ψηλά
κι η λίμνη θα τα καθρεφτίσει.
Η βροχή
θα τους ωθήσει
σε μια παλιά σωματική αποδοχή.
Και κάπως έτσι
θα είχαν κάποτε
αρχίσει.
Χορευτικά μαζί
και τελε-τουργικά
θα είχε εκβληθεί
ο πρώτος βόγκος.


Αθήνα, Οκτώβριος 2013



Εκδοτική σημείωση:
Τα ποιήματα της Δήμητρας Κωτούλα και της Μαρίας Τοπάλη, που δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιουνίου 2014, γράφτηκαν ειδικά για να διαβαστούν από τις ίδιες στις 11 Νοεμβρίου 2013, στην αίθουσα συναυλιών του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», στο αφιέρωμα στον Ρίχαρντ Βάγκνερ, «Ήχοι και Στίχοι», μετά από σχετική πρόσκληση της υψιφώνου Λένιας Ζαφειροπούλου, που τραγούδησε τα Βέζεντονκ Λήντερ του συνθέτη, με τον Νίκο Λαάρη στο πιάνο. Η Μαρία Τοπάλη, μετά το «Ξαναμάγεμα», διάβασε το –ομοίως βαγκνερικής έμπνευσης– δημοσιευμένο (στο βιβλίο της, Σερβίτσιο τσαγιού, εκδ. Νεφέλη, 1999) ποίημά της, «Ασυγχώρητοι (ή: οι Αιώνιοι Εραστές)». Την βραδιά εκείνη επίσης, ο Ορφέας Απέργης διάβασε το δημοσιευμένο (στο βιβλίο του, Υ, εκδ. Πατάκη, 2011) ποίημά του με βαγκνερικές αναφορές, «Cobalt blues», και ο Παναγιώτης Ιωαννίδης, ένα ποίημά του γραμμένο ειδικά για την περίσταση.

~

















Νίνο Πεντρέττι

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ

Οι δρόμοι
είναι όλοι του Μαντσίνι, του Γκαριμπάλντι,
αφιερωμένοι όλοι σε πάπες,
σε συγγραφείς,
σ' αυτούς που δίνουν διαταγές, σ' αυτούς που κάνουν πόλεμο.
Ποτέ δεν τυχαίνει να δεις:
οδός κάποιου που ’φτιαχνε καπέλα,
οδός κάποιου που στεκόταν κάτω από μια κερασιά,
οδός κάποιου που δεν έκανε τίποτα,
γιατί πήγαινε βόλτα
καβάλα σε μια φοράδα.
Και να σκεφτείς ότι ο κόσμος
είναι φτιαγμένος απ’ ανθρώπους σαν και λόγου μου,
που μασουλάν ραδίκια
μπροστά στο παραθύρι τους
χαρούμενοι που στέκουνε κατακαλόκαιρο
ξυπόλητοι.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


Ο ΓΕΡΟΣ

Μη με ρωτάτε: έκανες τίποτα,
πού πήγες,
συνάντησες κανέναν
στον δρόμο.
Είμαι γέρος:
έχασα τους φίλους μου,
πάω αργά
σαν σαλιγκάρι.
Αν μπουμπουνίζει, φορώ ένα καπελάκι,
βγαίνω στον κήπο,
στην ταράτσα,
στύβω κανένα πορτοκάλι.
Για τη γυναίκα μου
άφησα λεφτά στο τραπέζι,
παιδιά, είναι βαρύ να γερνάς
και να πεθάνω τώρα,
που πήρα καινούρια γυαλιά, με θλίβει.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ

Αυτό το γεφύρι που χτίζεις με τα μάτια,
όταν είσαι μακριά απ’ το σπίτι,
το διαβαίνουν οι ξενιτεμένοι
που συναντάς.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


***

Γιώργος Κακαές. Γεννήθηκε και προσπαθεί να ζήσεις στην Αθήνα. Περισσότερα εδώ: verbalistes.gr.

Δήμητρα Κωτούλα. Μεγάλωσε στην Ξάνθη. Σπούδασε Αρχαιολογία και Τέχνη. Η ποιητική της συλλογή, Τρεις Νότες για μια Μουσική, κυκλοφόρησε το 2004. Έχει μεταφράσει αγγλόφωνη ποίηση. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Μαρία Τοπάλη. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε νομικά στην Αθήνα και τη Φρανκφούρτη. Δημοσιεύει ποίηση, κριτική και μεταφράσεις και εργάζεται στο ΕΚΚΕ. Το τελευταίο βιβλίο της, Για Τέσσερα Χέρια, γράφτηκε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα.

Νίνο Πεντρέττι (Nino Pedretti, 1923-1981). Ιταλός ποιητής, ο οποίος έγραφε -εκ  πεποιθήσεως- στα ρομανιόλικα(romagnolo), ιταλική διάλεκτο της βόρειας Ιταλίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής του είναι συγκεντρωμένο στον τόμο Al vousi e altre poesie in dialetto romagnolo (2007).

Τραϊανός Μάνος. Φιλόλογος. 

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

μάιος 2014 _ θοδωρής ρακόπουλος























Θοδωρής Ρακόπουλος

ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΒΟΥΒΑΛΟΙ

Με τον διπλό εσπρέσσο στο χέρι,
κατεβαίνουμε τον μικρό λόφο από το GrillAutoStop,
φτάνουμε ώς την άκρη δίπλα στο συρματόπλεγμα,
τινάζοντας τη σκόνη.

Σαν λόχος, με μια κίνηση που μας παγώνει το αίμα,
το κοπάδι οι αφρικάνοι μαύροι βούβαλοι
στρέφονται κοιτώντας μας στα μάτια,
όλα τα βλέμματά τους στα δικά μας:

Τριάντα λεία πρόσωπα σταματημένα
ρύγχη που σκοπεύουν μπροστά
οπλές κόντρα στο κοκκινόχωμα
κέρατα που φυτρώνουνε σαν δίαινες.
Με μαύρα δερμάτινα κοστούμια,
μαφιόζοι παραταγμένοι στη σειρά.

Το ηλιοβασίλεμα κατεβαίνει στο νερό
κι ο φράχτης ανάμεσά μας:
θα ήταν θάνατος, αν δεν υπήρχε,
είναι φοβερός ο κίνδυνος, η ορμή.

Μέσα στο συρματόπλεγμα με τους τέσσερεις τροχούς,
όπου δεμένα 130 άλογα,
ανοιγόμαστε στον αυτοκινητόδρομο της Mpumalanga,
προχωρώντας προς το μαύρο άγνωστο
Γιοχάνεσμπουργκ.

Μπαίνουμε στο ζεστό λουτρό
σφιγγόμαστε δέρμα το δέρμα με μανία
χωρίς ενδοιασμούς για προφυλάξεις
κλεισμένοι έξω από τη νύχτα

ενώ ενενήντα μίλια πριν
νυκτόβιοι μαύροι βούβαλοι τρυπώνουν στα νερά
ευτυχισμένοι πίσω από το συρματόπλεγμα.

Μας έχουνε ξεχάσει - ίσως δεν μας θυμήθηκαν ποτέ˙
ίσως το μόνο που θυμούνται τα τριάντα βλέμματα,
αόρατο στα δικά μας μάτια, είναι ο φράχτης
ανάμεσα σε σένα και σε μένα.

*

ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ

Τι να πει τώρα
το μαύρο χώμα
που πάνω του φυτρώνουνε
ανάποδα οι ψυχές

όσο αδειάζει -ρίζα ή σύριγγα-
στην φλέβα του η ζωή μας;

Θες να βρεθούμε
όταν χαράζει
και σπάει ο σπόρος άσκιες
περικοκλάδες νύχτες

πηχτό μελάνι μαύρο
οδούς, αρτηρίες τραβώντας;

Ωσπου στην πένα
τις λέξεις κρύβει
-μην ακουστούν ξανά-
να μην πει τώρα

το μαύρο χώμα
που πάνω του φυτρώνουνε ανάποδα οι ψυχές.

*


ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ


Η περιοχή γύρω από τον κρεμεζή κρατήρα
-ας την ονομάσουμε άλω-
φαίνεται να μελανώνει υποσχετικά˙
το πύον δεν εκκρίνεται σε ίδιες
ποσότητες, αν συγκριθεί με την περασμένη
περίοδο – ας την ονομάσουμε διαμπερή˙
αν πονάτε ακόμη, είναι κυρίως εξαιτίας
της δράσης του αντισηπτικού
– ας την ονομάσουμε απολύμανση.

Να ξεκαθαρίσω πως είναι συμβατικές
οι ονομασίες αυτές. Τις χρησιμοποιώ για
να συνεννοούμαστε. Ναι, αυτό που μοιάζει
με μηδέν –το ονομάζουμε περιτραυμάτια χώρα-
φαίνεται να μεγαλώνει. Eίναι καλό νέο αυτό:
το κόκκινο –ναι, το ονομάζουμε όπως είπατε-
δίνει τη θέση του σε δέρμα. Αλλάζετε δέρμα,
μην φοβάστε, είναι μια φυσιολογική διαδικασία –
ας την ονομάσουμε, αφού επιμένετε, «Μαρία».

*


Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ

Αγρίμι, τρέξε στην ανεμώνη νύχτα. Δεν διάβασες καλά την ωροσκόπο στιγμή ανάμεσα στα αρπακτικά, βρέθηκες νηστικό περιπολώντας στ’ άχτιστα πηγάδια. Μετακινείσαι με μέριμνα πόρπης προς το λυκαυγές. Αλλά το ξέρω πως ξημερώνεσαι για μένα, ανησυχείς στην άκρη του λόφου, αλυχτάς στην κατεύθυνση του γραφείου μου, όπου γεμίζω μελανιές τις σελίδες, σβήνοντας από κάτω τους ζωή. Άγρυπνε αίλουρε, μου μίλησαν για σένα ο Χιουζ και η Πλαθ, κι εγώ κρατούσα σημειώσεις σε οθόνες. Κατασπάραξε το τρωκτικό που με κοιμίζει στους διαδρόμους -τα κλειδωμένα βιβλία στις τζαμαρίες-, μπες στη σκηνή και λύσε το μυστήριο με τον σπινθήρα στην ίριδα.

***
Θοδωρής Ρακόπουλος. Έγραψε τα βιβλία ποίησης Φαγιούμ (2010), Ορυκτό Δάσος (2013) και το βιβλίο υβριδικών κειμένων Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας (2014). Για το πρώτο, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

απρίλιος 2014 _ θοδωρής πανάγος



























Θοδωρής Πανάγος


V.

Ένα βέλος να φεύγει
να γυρνάει στην ώρα του
με δώδεκα βρέφη.

Μια αιχμή σαν οδηγός –
ένα βέλος που έρχεται.

Κι εμείς που γινόμαστε με τους καιρούς
στόχοι σαν στοχαστές.
Που αλλάζουν.
Δώδεκα βρέφη να χάνονται
και η έλευση τους να ξαναγεννιέται –
αενάως
να τα καθιστά σοφά.

Και η αιχμή –
δίπλα τους κοιτάζει.
Δεν το καταλαβαίνουν
κι ακολουθούν.
Ποτέ δεν θα ξανάρθει.

Ουρανός τα φωτίζει.
Ορίζει πότε έρχονται.
Παντοτινές αρμονίες.

Και εσύ
που είσαι ουρανός και βέλος
αιχμή
τραπέζι
οροφή –

Εσύ ως έμβρυο.
Oδηγός που μας ακολουθεί.

*

XII.

Και τότε ήρθε ένα κύμα.

Ανέβηκε πάνω από το κορμί μας
πάνω από όσα ξέρουμε.
Πανέξυπνο και μονάκριβο

Σκαρφάλωνε για ώρες.
Κοίταγε πέρα από όσα είναι.
Γέλαγε με όσα θελήσαμε.

Ήρθε την νύχτα.
Το θέλαμε.
Τα φώτα το περίμεναν.
Τα φώτα γνώριζαν –
γερνούν κρυφά κάθε βράδυ.

Στέκεται δίπλα μας
– και για πάντα.
Με δύσκολο αέρα.
Απρόσιτο και δύστροπο.

*

XV.

Όλα όσα είχαμε
τα δανείσαμε για λίγο στον καιρό.
Και εκείνος, εξόχως γενναιόδωρος
μας έκανε να νομίσουμε για λίγο
ότι κάτι υπάρχει.

Σιωπηλά λιβάδια, ήσυχοι ουρανοί
ένα βιαστικό αυτοκίνητο
το χαμόγελο σου
και χιλιάδες λαμπερά σύνορα.

Μην αφήνετε ερωτήματα, είπε.
Θα ζείτε κάπου εκεί.
Ανάμεσα
σε όσα πιστεύουμε
και σε όσα αισθανθήκαμε.

Θα ζούμε ακριβώς εκεί.

Η κάθε σας άγνοια προσεύχεται σκληρά.
Χρόνια και αιώνες έρχονται και θα έρχονται.
Ασκητικά, ηλιόλουστα χρόνια.
Αιώνες ιεροί και όμορφοι.

Ανεβαίνει ασθμαίνουσα η κάθε αλήθεια.
Ανεξερεύνητη και σκοτεινή.
Τόσο σκοτεινή που μας φωτίζει.

Και στο τέλος μάς φέρνει πίσω
όλα όσα έχουμε.

***

Θοδωρής Πανάγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως Πολιτικός Μηχανικός. Αρθρογραφεί τακτικά στο popaganda.gr, και γράφει ποίηση από το 2005.