Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

δεκέμβριος 2014 _ γουίλλιαμ κάρλος γουίλλιαμς / i






















Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΚΑΜΙΝΑΔΑ

Είναι μια τολύπη
χλωμού σα δέρματος
καπνού ψηλά στο γαλανό

ουρανό. Τα ασημένια
δαχτυλίδια που
δένουν την κίτρινη

δέσμη των τούβλων σε
αραιά διαστήματα λάμπουν
μέσα σε τούτο το κεχριμπαρένιο

φως ̶ όχι
του ήλιου όχι του
χλωμού ήλιου αλλά

της γεννηθείσας αδερφής του
της
φθίνουσας εποχής


μετάφραση: Κωνσταντίνος Πλησιώτης


~




ΣΤΕΦΑΝΙ ΑΠΟ ΚΙΣΣΟ





Η όλη διαδικασία είναι ένα ψέμα,
εκτός εάν,
στεφανωμένη την υπερβολή,
αποκοπεί με τόλμη,
με όποιον τρόπο,
απ’ τα όριά της – 
ή βρει ένα βαθύτερο πηγάδι.
Ο Αντώνιος κι η Κλεοπάτρα
είχαν δίκιο·
αυτοί δείχνουν
το δρόμο. Σ’ αγαπώ
ή δεν έχω ζωή
καθόλου.

Η εποχή των ασφόδελων 
έχει περάσει. Έχουμε τώρα
καλοκαίρι, καλοκαίρι!
λέει η καρδιά,
κι ακόμη δεν το ζήσαμε όλο.
Δεν επιτρέπονται
αμφιβολίες – 
παρόλο που θά ’ρθουν
και ίσως
μας εξαντλήσουν
πολύ νωρίς.
Είμαστε βέβαια απλοί θνητοί
μα κι έτσι μπορούμε
να προκαλούμε τη μοίρα.
Σε κάποιο γύρισμα της τύχης 
μπορεί ακόμα
και να νικήσουμε! Δε ζητάμε
να δούμε
νάρκισσους και βιολέτες
να επιστρέφουν,
υπάρχουν όμως
ακόμη
τα τριαντάφυλλα!

Δεν ταιριάζουν τα ρομάντζα στην αγάπη.
Η αγάπη έχει να κάνει
με πράγματα σκληρά,
που η δική μας θέληση
αλλάζει τη μορφή τους
για χάρη ενός «μαζί».
Έχει τις εποχές της,
ευνοϊκές κι ενάντιες,
κι ας ψάχνει στα τυφλά
η καρδιά κάποια επαλήθευση
μες στα σκοτάδια 
ενός Μάη που τελειώνει.
Όπως τα βάτα έχουν στη φύση τους
να σκίζουνε τη σάρκα,
έτσι διέσχισα κι εγώ
την κάθε εποχή.
Λένε, 
κράτα τα βάτα 
μακριά.
Δεν μπορείς να ζεις
χωρίς να μπλέκεσαι
σε βάτα.

Τα παιδιά μαζεύουνε λουλούδια.
Ας μαζεύουν.
Αν και, αφού βρεθούν
στο χέρι τους
δεν έχουν πια τι να τα κάνουν
και τα πετούν τσαλακωμένα 
στην άκρη του κρασπέδου.
Στην ηλικία μας, τα γεγονότα
που μας λύπησαν τα διατρέχει η φαντασία
και μας σηκώνει όρθιους ξανά,
ώστε να κάνουμε τα ρόδα
να στέκουν αντικριστά στ’ αγκάθια.
Σίγουρα
είναι σκληρή η αγάπη,
και εγωίστρια
και τελείως πεισματάρα –
ή έστω, τυφλωμένη απ’ το φως,
τέτοια είναι η νεανική αγάπη.
Αλλά εμείς γεράσαμε αρκετά,
εγώ για ν’ αγαπώ 
κι εσύ για ν’ αγαπιέσαι,
με τη βοήθεια της θέλησης
αντέξαμε,
ό,τι κι αν κόστισε αυτό,
και τώρα πια κρατάμε
το κοσμημένο έπαθλο
παντοτινά
στα δάχτυλά μας.
Έτσι το θέλουμε
και έτσι είναι
πέρα από οτιδήποτε τυχαίο.


– μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη

~

Η ΝΕΑΡΗ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ


Στις δέκα το πρωί η νεαρή νοικοκυρά
τριγυρνά με το νεγκλιζέ πίσω
απ’ τους ξύλινους τοίχους της οικίας του συζύγου.
Περνάω μόνος με τ’ αμάξι.

Κι έπειτα βγαίνει ως το δρόμο
για να φωνάξει τον ψαρά, τον παγοπώλη,
και στέκει ντροπαλή, χωρίς κορσέ, στρώνοντας
τ’ άτακτα τσουλούφια απ’ τα μαλλιά της
και τη συγκρίνω με πεσμένο φύλλο.

Αθόρυβα οι ρόδες του αμαξιού μου
τρέχουνε θρυμματίζοντας τα ξεραμένα φύλλα
ενώ υποκλίνομαι και προσπερνώ χαμογελώντας.


μετάφραση: Άρτεμις Μιχαηλίδου

~

ΡΩΣΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ


Αν, όταν η γυναίκα μου κοιμάται,
όπως το μωρό και η Καθλήν,
κι ο ήλιος είναι δίσκος λευκής φλόγας
μέσα σε ομίχλη μεταξένια
πάνω από δέντρα που αστράφτουν ----
Αν εγώ, στο βορινό δωμάτιο
χορεύω γυμνός, με τρόπο αλλόκοτο
μπρος στον καθρέφτη μου,
φέρνοντας βόλτες το πουκάμισο
γύρω από το κεφάλι
και τραγουδώντας σιγανά πως:
«Είμαι μόνος, μόνος.
Γεννήθηκα για να ‘μαι μόνος,
κι είμαι καλύτερα έτσι!»
Αν θαυμάζω τα μπράτσα μου, το πρόσωπο,
τους ώμους, τα πλευρά, τα οπίσθια,
πίσω απ’ τα κίτρινα τραβηγμένα στόρια, ---

Ποιος θα βρεθεί να πει
ότι δεν είμαι το ευτυχές δαιμόνιο του σπιτιού;


μετάφραση: Άρτεμις Μιχαηλίδου

*

Σημείωση: Τα τέσσερα αυτά ποιήματα αποτελούν μια πρώτη επιλογή από όσα μεταφράσθηκαν για να διαβαστούν στην αφιερωμένη στον σπουδαίο Αμερικανό ποιητή εκδήλωση του “Με τα λόγια (γίνεται)” στις 31 Μαρτίου 2014 στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Θα ακολουθήσουν –στα τεύχη Μαρτίου και Ιουνίου 2015– ακόμα δύο επιλογές ποιημάτων, συμπληρώνοντας αυτό το ελάχιστο ανθολόγιο.

Τα υπόλοιπα ποιήματα αναδημοσιεύονται τώρα εδώ και εδώ.

*

Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Εργάζεται ως διορθώτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές (Το άστρο του Βορρά, 2010, και Το άστρο του Τίποτε, 2013), ενώ ποιήματά της έχουν επίσης δημοσιευτεί σε περιοδικά.

Άρτεμις Μιχαηλίδου. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανε μεταπτυχιακά στην Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Warwick και στη Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, και διδακτορικό στη Μοντέρνα Αμερικανική Ποίηση στο Πανεπιστήμιο του Exeter. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και κριτικές για τη σύγχρονη αγγλόφωνη λογοτεχνία σε γνωστά ακαδημαϊκά ελληνικά και ξένα έντυπα. Το 2013 εξέδωσε την ποιητική συλλογή, Αόριστος Διαρκείας.

Κωνσταντίνος Πλησιώτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Είναι απόφοιτος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας και μεταφραστής. Ξεκίνησε να γράφει στην Γ’ Λυκείου. Πάντα έχει την αίσθηση πως άργησε.


Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

νοέμβριος 2014 _ λουκιανός, παλλαδάς, νίκαρχος [μτφρ.: παντελής μπουκάλας]









Λουκιανός [μτφρ. & σημ.: Παντελής Μπουκάλας]

X 26

Tον χάρο σκέψου, και χαρά απ’ τα αγαθά σου τρύγησε.
Τον βίο σου στοχάσου, και μη σκορπάς το βιος σου.
ο σοφός: αυτός που και τα δύο τα λογάριασε
και μετρημένα φειδωλός και σπάταλος πορεύεται.


X 42

Nα σφραγιστεί το στόμα, μην ειπωθούν όσα δεν πρέπει.
Παρά τα χρήματά σου, καλύτερα τα ρήματά σου να φυλάς.


X 122

Πολλά μπορεί η θεότητα ― και τα απίστευτα·
υψώνει τους μικρούς και ταπεινώνει τους μεγάλους.
Kαι τη δική σου υπεροψία θα συντρίψει, και τον κομπασμό σου,
κι ας σου προσφέρει ο ποταμός χρυσό το νάμα του.
Tα βούρλα, τις μολόχες δεν τα τσακίζει ο άνεμος,
μονάχα τις πανύψηλες βελανιδιές και τα πλατάνια.


XI 401

Tο γιο του τον αγαπημένο μού ’στειλε
κάποιος γιατρός, γραμματική να τον διδάξω.
Tο «μήνιν άειδε» έμαθε λοιπόν, το «άλγεα μυρί’ έθηκεν»
και το «πολλάς δ’ ιφθίμους ψυχάς Άϊδι προΐαψεν» βεβαίως.
Kαι πάνω εκεί έπαψε νά ’ρχεται στο μάθημα.
Mια μέρα με συνάντησε ο πατέρας του και μού ειπε:
«Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου δάσκαλε, αλλά του μάθαινες
όσα μονάχος μου μπορώ να του διδάξω.
Ψυχές πολλές ξαπόστειλα κι εγώ στον Άδη,
άρα ανάγκη τον γραμματικό καμιά δεν έχω».

*

Ο Λουκιανός, σοφιστής και σατιρικός του 2ου αι. μ.Χ. από τα Σαμόσατα της Συρίας, επέλεξε για τα συγγράμματά του την ελληνική γλώσσα. Στην Αθήνα σχετίστηκε με επικούρειους και κυνικούς φιλοσόφους. Εξαιρετικός στυλίστας και πνεύμα απείθαρχο, στις «διατριβές» του ταίριαξε το σκώμμα με την αυστηρή κοινωνική, ιδεολογική και θεολογική κριτική. Στην Παλατινή Ανθολογία σώζονται αρκετά επιγράμματά του, η γνησιότητά τους πάντως δεν θεωρείται αναμφισβήτητη.















Παλλαδάς [μτφρ. & σημ.: Παντελής Μπουκάλας]

IX 166 – Εις τας γυναίκας ψόγος

Πόσο κακιά, πόσο επικίνδυνη η γυναίκα,
μα πόρνη ή φρόνιμη, μας το κατέδειξε ο Όμηρος.
Mοιχεύτηκε η Eλένη κι άντρες πολλοί σκοτώθηκαν.
H φρόνηση της Πηνελόπης; Kι αυτή το θάνατο έσπειρε.
Λοιπόν, έργο για χάρη μιας γυναίκας η Iλιάδα.
Kι η Πηνελόπη, της Oδύσσειας η πρόφαση.


IX 441 – Εις Ηρακλέα

Eίδα και έφριξα: στα τρίστρατα ο γιος του Δία, χάλκινος.
Δέος ώς λίγο πριν κινούσε, και τώρα παραπεταμένος.
Φαρμακωμένος, στάθηκα είπα: «Tρισέληνε, αλεξίκακε, έπεσες, κείσαι,
εσύ, ο ανίκητος ώς τώρα.»
Mου φανερώθηκε τη νύχτα ο Hρακλής, χαμογελώντας αποκρίθηκε:
«Θεός, μα έμαθα να υπακούω στον Καιρό.»


XI 384

Eφόσον μοναχοί, πώς τόσοι; Kι αφού είναι τόσοι, πώς μονάχοι;
A, ναι, των μοναχών το πλήθος, που κατάντησε απάτη τη μονάδα.

*

Καταγόμενος από τη Χαλκίδα, ο Παλλαδάς έζησε στην Αλεξάνδρεια στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα μ.Χ., όταν έφθινε ο εθνικός ελληνισμός. ενώ ο χριστιανισμός θριάμβευε ανακηρυσσόμενος επίσημη εκκλησία του κράτους. Στην Παλατινή Ανθολογία σώζονται περί τα 160 επιγράμματά του (ερωτικά, σκωπτικά, επιτύμβια, συμποτικά, αναθηματικά, επιδεικτικά, προτρεπτικά). Πικρόχολα σκωπτικός και αυτοσαρκαστικός, γκρινιάζει για τη γραμματοδιδασκαλική ανέχειά του και για την κυρά του, ελεεινολογεί την άστατη Τύχη, ανθίσταται στον επελαύνοντα χριστιανισμό, χλευάζοντας τους φανατικούς του, νοσταλγεί, ακουμπάει στον επικουρισμό, στον στωικισμό αλλά και στον κυνισμό. 'Ηταν αρκετά γνωστός στον καιρό του, όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι ένα επίγραμμά του (το Χ 87) ήταν αναγραμμένο (με παραλλαγμένο τον δεύτερο στίχο) σε δημόσιο αποχωρητήριο της Εφέσου: Αν μη γελώμεν τον βίο τον δραπέτην, / Τύχην τε πόρνην ρεύμασιν κινουμένην, / οδύνη εαυτοίς προξενούμεν πάντοτε / αναξίους ορώντες ευτυχεστέρους. Μεταφράζω: Ναι, να περιγελάμε τον φευγαλέο βίο, / την πόρνη Τύχη, των ρευμάτων την έρμαιη. / Αλλιώς, την ίδια την ψυχή μας φαρμακώνουμε, / βλέποντας να ευτυχούν οι ανάξιοι.












Nίκαρχος [μτφρ. & σημ.: Παντελής Μπουκάλας]

XΙ 395Εις πορδήν

Έτσι και βρει φραγμό η πορδή, πολλούς σκοτώνει.
Mα αν την τραυλή της μελωδία ελευθερώσει, σώζει ζωές.
Ώστε λοιπόν, αφού η πορδή και σώζει και σκοτώνει,
η δύναμή της με των βασιλέων ισάξια.

*

Ποιητής του 1ου αιώνα μ.Χ. 'Εζησε στη Ρώμη. Η Παλατινή Ανθολογία περιέχει σαράντα γνήσια επιγράμματά του. 'Εγραψε κυρίως αθυρόστομα σκωπτικά ποιήματα. Χαρακτηριστικό είναι το ΧΙ 395, για την αντιεξουσιαστική σφοδρότητά του.


***

Παντελής Μπουκάλας. Συγγραφέας και δημοσιογράφος. Εχει εκδώσει εφτά βιβλία ποίησης, τρία βιβλία με δοκίμια και επιφυλλίδες και έξι βιβλία με μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

οκτώβριος 2014 _ μαίρη γιόση














Μαίρη Γιόση


[ΣΤΟΝ ΔΥΝΑΤΟ ΑΕΡΑ...]

Στον δυνατό αέρα
ένα πουλί αμφιβάλλει
Κι αν είναι το ακίνητο
κέντρο του κόσμου; 

*

ΣΤΙΓΜΗ ΠΡΩΤΗ

Όπως τινάζεται
ο αίλουρος του έρωτα
με σκοτεινά μάτια
Το δέρμα μου αλλάζω
που έγινε δύσκολη γνώση –
γυμνό πικρό αμύγδαλο

*

ΑΝ ΕΙΧΑ ΕΝΑΝ ΚΗΠΟ

                             Στην Άννα Γρίβα

Αν είχα έναν κήπο θα καθόμουν το απόβραδο. Κουρασμένη. 
Θα έρχονταν μυρουδιές απ’ τα φυτά
που ολημερίς θα τα δασκάλευα: 
να εργάζονται παρά τις αντίξοες συνθήκες, 
να αντλούν απ’ τα αποθέματα αν δεν έχουν νερό, 
να καλοδέχονται τα πουλιά.
Αν είχα έναν κήπο θα είχα ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο,
 βρώμικα νύχια και λαστιχένια τσόκαρα.
Θα αηδίαζα με τα σκουλήκια, θα τρόμαζα με τα έντομα
κι όλοι θα έβλεπαν πως δεν μου άξιζε ο κήπος.
Μα θα τον αγαπούσα. Θα σκάλιζα το χώμα, 
θα μιλούσα στις ρίζες και στα βλαστάρια,
θ' αντάλλαζα μυστικά με τους σπόρους.
Τέλος θα μάθαινα τη γλώσσα των πουλιών.
Τις γλώσσες των πουλιών θα μάθαινα.
Κάποια στιγμή, με τη ράχη στο χώμα, θα μάθαινα
το βλέμμα του ουρανού.

*

FUGA

Χρώμα που σχίζει
τα νερά
Μόλις πλεούμενο
Χρώμα αιωρούμενο
Σώμα
Θα φύγει κι αυτός ο καημός 
Θα πέσει η νύχτα
Ο κόσμος διάφανος
Θα ονειρευτεί.
*

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΒΟΥΝΟ

  Στον Evan

Ο Χοκουσάι μού έμαθε
Τι σημαίνει να είμαι βουνό
Κεφάλι στα σύννεφα
Καρδιά πυρακτωμένη
Κάτω απ΄τα πόδια μου
Ποτάμι ορμητικό.
Μετέωρη
Αρχίζω πάλι
Με άλλα χρώματα.

*

Μαίρη Γιόση. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο (Καναδάς). Είναι αναπληρώτρια  καθηγήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, πέρα από το επιστημονικό και μεταφραστικό της έργο, έχει δημοσιεύσει πέντε ποιητικά βιβλία (τα δύο πρώτα με το όνομα Μαίρη Κάσου): Πασιφάη (1981), Τοπίο κατάβασης (1985), Ειδική διαδρομή (1990), Οι Γάμοι (1993) και Χαμηλός Ουρανός (2006). 


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

σεπτέμβριος 2014 _ δήμητρα χριστοδούλου






















Δήμητρα Χριστοδούλου


ΜΙΚΡΟΣ ΔΡΥΜΟΣ

Οροσειρές, καμπούρες αλλεπάλληλες,
Εκεί που ρέει το ένα πρόσωπο από τ΄άλλο
Μέσα από γενεές πουλιά, θανάσιμα ήσυχα
Πάνω στα δίχτυα των κλαδιών τ΄απλωμένα,
Αυτό το βήμα το κουτσό να τ΄ακούτε
Στα περάσματα της ομίχλης άραγε
Ή εδώ, μέσα σε τέσσερις τοίχους,
Τρεκλίζει της ψυχής μου το δάσος;

Πούπουλα των βουνών, τούφες του κρύου,
Εκεί που χαμηλοπετάνε τ' άστρα
Και δένουν σε καμώματα από κρύσταλλο
Το ένα πεινασμένο αγρίμι με το άλλο,
Το παίρνετε, όταν φεύγει από το πιάτο μου,
Το αλάτι του ατμού νικημένο
Ή το επιστρέφει, όσο απομένει, η λάμπα
Σαν να ήταν σωτηρία τα γεύματα;

Θα πάω μ' ένα δαχτυλάκι χιόνι
Ν΄ανανεώσω τα ρούχα μου,
Με ξεκουφαίνουν τα κουμπιά στις φωλίτσες τους
Σαν μόλις γεννημένα απ' τ' αυγό τους.
Η θλίψη νίβει τη γατίσια γούνα της
Προτού ριχτεί στα πουλάκια.
Α, με τι σκώρο, τι κουρελαρία
Ντύνει ο κισσός τα δέντρα εκεί ψηλά...


*

ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

Όταν τη θάλασσα την κλείνω σαν βιβλίο
Για μια βαρκάδα στον αφώτιστο βυθό,
Η νήσος, η Βασιλική Μελαγχολία,
Αργοπεθαίνει κι όμως πόσο
Όμορφα μυρίζει το αίμα της,
Λευκό θρασύ τριανταφυλλάκι!
Κήπο ολόκληρο ενθουσιάζει.
Ξέρω γιατί μετά ξυπνούνε τα καβούρια,
Σαν μεθυσμένα πάνω στα διαμάντια
Και πιο πολύ δροσίζει παρά φέγγει
Το κουδούνι που κρεμούν στο φανάρι τους:
Γιατί έρχεται η άνοιξη και πέφτει
Με δύναμη βροχής και όχι αγάπης
Και να! Μιλιούνια ανθούν
Ψαρίσια χρώματα.
Και τώρα να επιστρέψω τα ύδατα
Σ’ εκείνες τις σελίδες που ανήκουν.
Με τα μαύρα σταφύλια στο μέτωπο
Να βγάλω μια φωνή μες στο σπίτι
Και αυτό το ποίημα
Να κλείσω εδώ,
Που κλείνουν όλα.

*

ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΤΣΙ

Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε.
Κάθε μια την κρεμάει με τάξη
Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου.
Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου,
Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα,
Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά
Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι.
Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση,
Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…
Κυρία, αν μ’ αφήνετε πίσω σας,
Ανάψτε στα κλαδιά το ρολόι.
Ένα δυο πουλιά θα κατάφερναν
Να μετρούν με μυγάκια το χρόνο
Αλλά κατά την απουσία τους πρέπει
Ν’ ακούγεται ένα τικ – τακ στο στερέωμα.
Η λάμψη θα έδινε στην κατατομή σας
Την αξιοπρέπεια μιας γαλανής αυγής,
Που καμιά ζύμη δεν μπορεί να πλάσει,
Εκτός κι αν είναι θέλημα Θεού
Να δώσει Εκείνος ένα σήμα απασχόλησης
Με την κατασκευή μιας καινούριας ημέρας.

*

Δήμητρα Χριστοδούλου. Γεννήθηκε, σπούδασε και εργάστηκε (το μεγαλύτερο διάστημα) στην Αθήνα. Έχει εκδώσει, μεταξύ άλλων, 11 βιβλία ποίησης. Της έχει απονεμηθεί το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2008). 


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

αύγουστος 2014 _ δανάη σιώζιου

























Δανάη Σιώζιου


ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΤΕΙΧΟΣ


Όχι δεν έτρεξαν όλοι για τα σουβενίρ

Υπήρχαν άνθρωποι σε αίθουσες αναμονής σε ιατρεία νοσοκομεία και μαιευτήρια
σταθμούς τραίνων και λεωφορείων
γυναίκες στα κομμωτήρια και τις σάουνες
σάρκα που λιώνει και μαλλιά
κομμένα χιλιάδες φορές στο πάτωμα
καθώς και υπερπληθυσμός φακέλων
με αρχεία παρακολούθησης στα υπόγεια

Αυτά είδαν οι σιδερένιοι γερανοί εργοταξίου
στις 9 Νοεμβρίου του 1989
κι έχουν ακίνητα απλωμένο από τότε το φτερό
στον ουρανό πάνω από το Βερολίνο και ατσαλένιο
το πόδι τους στο σώμα του

Εγώ ήμουνα μικρή
δεν είχα δόντια και, κανονικά,
δεν θα ’πρεπε να τα θυμάμαι
Μα τα βράδια με νανούριζε ο Γιόχαν ο αδικοτιμωρημένος
καταστροφέας αγκυλωτών σταυρών
Ευχή μου έδινε
να ζήσω όπως έζησε, κυνηγημένη – κι από τότε
ουά ουά ουά το μπάσταρδο βρέφος του,

Αγαπητέ βοσκέ γερμανικών λυκόσκυλων στο Μπούχενβαλντ
που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις

*

ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ


Η Frau Wilma με φρόντιζε συχνά. Ήτανε μάγισσα, γιατί έπαιρνε λευκούς καμβάδες και μετά από λίγο δεν ήταν πια λευκοί, ήταν γεμάτοι κόσμους αγωνίας και βίας. Όταν έκανα αταξίες μού έλεγε κάτσε ήσυχη αλλιώς θα βγεις από την καμινάδα, κι εγώ νόμιζα ότι εννοούσε αυτό που στα ελληνικά το λέμε «έξω απ’ την πόρτα». Αγαπούσα τις καμινάδες, γιατί ο παππούς που ήταν παππούς αλλά ήταν και μικρός, σκαρφάλωνε σε κάτι τεράστια φουγάρα που ήταν εκατόν πενήντα μέτρα, μου είχε πει, και είχε υποσχεθεί να μου μάθει. ‘Όλοι δουλεύανε στα εργοστάσια αλλά μόνο εκείνος ήταν τόσο γενναίος. Ήταν και καλός, με έπαιρνε τις αργίες μαζί του στα γαλλικά χωριά δίπλα, όπου επισκεύαζε σπίτια, γιατί ήταν ξύλινα σπίτια και αυτός ήταν και μαραγκός, είχε μάθει στο χωριό στην Ελλάδα πριν να γίνει ο πόλεμος.
Η Frau Wilma φορούσε βραχιόλια και έβαφε τα μαλλιά της ξανθά, μικρή ήταν ξανθιά. Εγώ δεν ξεπερνούσα τα είκοσι κιλά, τα μαλλιά μου ήταν πορτοκαλί και τα μάτια μου πράσινα. Την ημέρα που ήρθε το φορτηγό για να φορτώσουμε τα πράγματα, ο παππούς δεν υπήρχε πια, επειδή δεν αρκεί να πεθαίνει κανείς: πρέπει να πεθαίνει εγκαίρως, έτσι μας έγραψε, όσο για τη Frau Wilma, έκανε το ίδιο που έκανε πάντα όταν με γύριζε σπίτι. Ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά. Είπε μόνο πως λυπόταν, πως θα ’θελε να με κρατούσε για πάντα, αλλά δεν ανησυχούσε, γιατί τώρα έπρεπε να μεγαλώσω, και θα επέστρεφα σίγουρα, θα έπαιρνα όλους τους δρόμους και θα εμφανιζόμουν την κατάλληλη στιγμή, αυτό θα συνέβαινε με όλους όσους συναντήσω, είπε, δεν συναντιούνται άνθρωποι που δεν έχουν από πριν συναντηθεί, μετά ένευσε με το χέρι της έναν σχεδόν αποχαιρετισμό.
Έπειτα, κοίταξα τις καμινάδες πάλι, και τότε ένιωσα μια ελαφριά ανατριχίλα αν κι ήταν καλοκαίρι, γιατί πάντα καλοκαίρι επιστρέφαμε στην Ελλάδα.


*

Δανάη Σιώζιου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καρλσρούη της Γερμανίας και στην Καρδίτσα. Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, Πολιτιστική Διαχείριση, καθώς και Ευρωπαϊκή Ιστορία. Υπήρξε συνεκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού Τεφλόν. Ποιήματα, άρθρα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Εργάζεται ως καθηγήτρια ξένων γλωσσών.