Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

ιανουάριος 2016 _ γέσπερ σβένμπρου














Γέσπερ Σβένμπρου

ΘΕΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ, 25  ΕΤΩΝ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 600 Π.Χ.

«Σε καθορισμένη ημέρα του εορτολογίου οι Έρουλοι ξεκινούν
από το Μέσσον ή το ιερό των τριών θεών
που βρίσκεται στο κέντρο του νησιού
προς τις μεγάλες πόλεις Ερεσό, Μήθυμνα και Μυτιλήνη
να πάρουν από καθένα από τα έξι γύρω χωριά
των χιλίων κατοίκων
τέσσερις νέες γυναίκες» σε ακούω να λες
σαν να είχες μια παλαιότερη άγνωστη επιγραφή
μπροστά σου. Πόσα ελληνικά ξέρεις; Ποτέ δεν πίστεψα σε
ιστορικές αναπαραστάσεις τύπου Άλμα-Τάντεμα
που τις θεωρούσαν τόσο ικανοποιητικές πριν από εκατό χρόνια
αλλά αυτή τη στιγμή οφείλω να ακολουθήσω το νήμα σου: «Τα κορίτσια
επιβιβάζονται σε άμαξες που τις σέρνουν μουλάρια,
η ίδια η μετάβαση είναι δημοφιλής λαϊκή διασκέδαση
σηματοδοτεί την έναρξη των καλλιστείων,
που αρχίζει την ώρα της εμφάνισης
των Πλειάδων. Για πρώτη φορά μες στη χρονιά είδαν
το πρωί πως τα εφτά αστέρια τρεμοπαίζοντας
ανέτειλαν στον ορίζοντα
για να χαθούν ακαριαία με το πρώτο
ολοένα αυξανόμενο
φως του ήλιου. Οι άμαξες κυλούν.
Οι φωνές των κοριτσιών αντηχούν.» Τι τραγουδούν;
Απαντάς γελώντας,                                                                                            
σαν να πρόκειται για κάτι αυτονόητο: «Τύμπανο και κύμβαλα!
Οι καθαρές φωνές τους, αυτό το αρχαϊκό ανοιξιάτικο πρωί.
Η θάλασσα δεν είναι μακριά, και νότια-νοτιοδυτικά σκάει
ο Όλυμπος, το ψηλότερο βουνό του νησιού
που η χιονισμένη σκεπή του
μόλις έχει λιώσει.» Τώρα, σειρά μου,
και βλέπω πως παίρνεις
το κραγιόν σου κι ένα καθρεφτάκι για να βάψεις πορφυρά
τα χείλη σου: «Φτάνοντας
τους υποδέχεται ένας υψηλά ιστάμενος
στην ιεραρχία
που μπορούμε να τον αποκαλέσουμε Κριτή,
και που συνδέεται με τον ναό του Δία,
τις προτρέπει
να κατεβούν από τις άμαξες, όλα κι όλα
6 Χ 4 κορίτσια που ανώνυμα
παρελαύνουν μπροστά στο κοινό. Αφήνουν τη χλαμύδα τους
να σέρνεται, γιατί η γιορτή ονομάζεται
Θρονοελκτήρια
και η παράδοσή της ανάγεται
στην μυκηναϊκή εποχή,
όπου το βραβείο της νικήτριας ήταν
δυο αμφορείς με ελαιόλαδο.» Σε αυτό το σημείο της αφήγησης ένα αεράκι
από το άρωμά σου διαπερνά το ποίημα, και το αντιλαμβάνομαι
σαν πολλά υποσχόμενο σημάδι, προτού σε ακούσω να συνεχίζεις
με εθνογραφική ακρίβεια
που με εκπλήσσει,
παρότι με έχει συνεπάρει πολύ περισσότερο
η σωματική σου παρουσία
με τους 37 βαθμούς της:
«Οι παντρεμένες γυναίκες βγάζουν
τις τελετουργικές ολολυγές τους, ενώ τα κορίτσια
απλώς λάμπουν στον ήλιο
με χιτώνες στο χρώμα του κρόκου, με κόκκινους
λουλουδένιους χιτώνες,
πράσινους και γαλάζιους χιτώνες που συγκρατούνται από χρυσές περόνες σε σχήμα τζιτζικιού.
Άνεση, χρώματα, φως!»
Έχω την αίσθηση ότι θες να με τρελλάνεις
με το κραγιόν σου
και για να διατηρηθεί η ισορροπία θα συνεχίσω από εκεί όπου σταμάτησες:

Οι όμορφοι αστράγαλοί τους
φαίνονται κάτω από το στρίφωμα! Βλέμματα,
σκουλαρίκια, περιδέραια, σκιά στα μάτια,
γυμνά χέρια με
αστραφτερά
βραχιόλια, άνθινα στεφάνια στα μακριά μαύρα μαλλιά, περίτεχνα
πλεγμένα ή πέφτοντας ελεύθερα. Τα κορίτσια αντανακλούν τη γυναικεία χάρη του νησιού
και δεν έχουν διόλου έρθει εδώ
προς ίδιον όφελος. Και έρχεται η σειρά σου – και απ' ότι φαίνεται κινητοποιείσαι
με φανερά αγωνιστική διάθεση όταν με προκαλείς
με την ακόλουθη μικρή σκηνή: «Όταν στο τέλος
περνούν μπροστά από τον Κριτή που
κάθεται ένθρονος στην Τράπεζα,
έχει ήδη επιλεγεί μία.
Η ταπεινή Σαπφώ
από τον Ναό της Ήρας
βρίσκεται ανάμεσα στους κριτές.» Αποδέχομαι την πρόκλησή σου,
ενώ φέρνεις το σκουροπράσινο φλιτζάνι του εσπρέσσο με το χρυσό περίγραμμα
στα χείλη σου: «Σε λίγο θα αναδειχτεί η ομορφότερη.
Πραγματικά είναι πολύ όμορφη!
Η Σαπφώ καθυστερεί να προφέρει το όνομα. Ανακτορία!» πιάνω τον εαυτό μου να συγχέει
το πρόσωπό σου με το πρόσωπο της νεαρής
νικήτριας. Εσύ είσαι η θεά του τραγουδιού
και τόσο όμορφη είσαι σήμερα που ποτέ δεν θα
τολμούσα να σε ερωτευθώ. Αναζητώ στη μνήμη
ένα νέο επεισόδιο για την κοινή μας
παράσταση αυτού που ο Όμηρος
θα αποκαλούσε «Εορταστική ημέρα στο Μέσσον των Λεσβίων»
και σταματώ μπροστά στην παρακάτω σκηνή:
«Μια λευκή αγελάδα οδηγείται μπροστά για να θυσιαστεί στην Ήρα,
και μετά τον τεμαχισμό των σπλάχνων που ψήνονται
για όσους συμμετείχαν στην θυσία,
παίρνει ο Κριτής την γλώσσα,
οι Έρουλοι τα μπροστινά πόδια, ο ιερέας της θυσίας
τον ένα μηρό. Και τον άλλον, τα μέλη
του ιερατείου
και οι εκπρόσωποι της οικογένειας των Πενθελιδών.
Η νεαρή νικήτρια έχει δικαίωμα
σε μια μερίδα ψαχνό
που μπορεί να το πάρει και σπίτι της αν το επιθυμεί;
Έχεις την
δύναμη να συνεχίσεις την παράστασή μας με τις ακόλουθες λέξεις:
«Αλλά κυρίως έχει το δικαίωμα να χαράξει το όνομά της
στη βάση ενός έντονα χρωματισμένου ειδωλίου
που έλαβε ως έπαθλο
αλλά που εναποθέτει εδώ, στον ναό:
ΣΤΗΝ ΗΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΑ
ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΣΕ ΤΑ ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ.»
Συνεχίζω σχεδόν αυθόρμητα: Το μαρμάρινο άγαλμα
δεν εικονίζει καν το πρόσωπο του κοριτσιού
παρά ένα είδος ιδανικής εικόνας
νεανικής γυναικείας ομορφιάς. Αν η νικήτρια
χαίρεται την ομορφιά της
σε καμία περίπτωση δεν ανήκει σε εκείνην αλλά στην θεά:
το κάλλος της νικήτριας είναι η υψηλότερη
έκφραση της συγκεντρωμένης χάριτος του συνόλου
όπως θα το εξέφραζε ένας ανθρωπολόγος πολλές χιλιετίες αργότερα.
Αισθανόμαστε ότι αρχίζουμε να πλησιάζουμε
το τελευταίο επεισόδιο, και δεν είμαι σίγουρος αν είσαι εσύ ή εγώ
που είχε την ακόλουθη έμπνευση: «Μετά το ηλιοβασίλεμα
έχει σειρά η εμφάνιση του Ραψωδού, θα
προτιμήσει την φημισμένη
ωδή σε εξάμετρο για την καταστροφή της Τροίας
και η απαγγελία του θα συνεχιστεί
έως αργά τη νύχτα.
Φωτιές ανάβουν. Τρώνε. Το κοινό
είναι μεγάλο και αγωνιά. Αλλά οι ακόλουθες λέξεις είναι δικές σου,
το πιστοποιώ ευχαρίστως:
«Εκεί, πέρα στο σκοτάδι
στην άλλη πλευρά του κόλπου βρίσκεται πράγματι η Τροία. Στο Έπος
οι Αχαιοί λεηλατούν την πόλη,
προτού την κάψουν. – Όταν τελειώνει
η απαγγελία, οι ακροατές διαλύονται
στο θάμπος του κρύου ανοιξιάτικου πρωϊνού.
Όχι πολύ μακριά από τον ναό της Ήρας ακούεται το τραγούδι του Αηδονιού.

Καπνίζουν ακόμα τα ερείπια της Τροίας;
αναρωτιούνται όταν στρέφουν το βλέμμα
προς το καπνισμένο καζάνι
του ανατέλλοντος ηλίου.»


– μετάφραση από τα σουηδικά: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ



Γέσπερ Σβένμπρου. Γεννήθηκε στη Σουηδία. Ποιητής, αρχαιοελληνιστής, καθηγητής. Μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας από το 2006. Διευθυντής ερευνητικού κέντρου του CNRS στο Παρίσι. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966 με την ποιητική συλλογή Συμβαίνει σήμερα. Το έργο του περιλαμβάνει ποιητικές συλλογές, πεζά, δοκίμια και μελέτες για την αρχαία ελληνική γραμματεία. Ζει και εργάζεται στην Σουηδία και την Γαλλία. Τον Οκτώβριο του 2015 εκδόθηκε το βιβλίο του για την Σαπφώ, Η Σαπφώ δεν είναι εδώ – Σαπφικές σπουδές τα τελευταία εξήντα χρόνια.


Μαργαρίτα Μέλμπεργκ. Γεννήθηκε στον Πειραιά. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Λουντ. ΄Εχει μεταφράσει έργα Στρίντμπεργκ, Ίψεν, Ντάγκερμαν, Σουηδούς ποιητές, κ.ά.. Έχει γράψει δοκίμια για Σουηδούς πεζογράφους και ποιητές. Δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο πανεπιστήμια της Στοκχόλμης και της Ουψάλας. Το 2012 πρωτοεμφανίστηκε στα σουηδικά γράμματα με το μυθιστόρημα Ο θείος μου κολύμπησε στο κανάλι του Σουέζ. Εργάζεται ως Μορφωτική Σύμβουλος στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Σουηδία.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

δεκέμβριος 2015 _ δήμητρα κωτούλα


Δήμητρα Κωτούλα

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ V: ΤΑ ΗΘΙΚΑ
  
Οι ταλαντώσεις στα κύματα που μας μάγευαν
μάγευαν και τη γλώσσα μας και την ‘καναν λεπτή
πιο λεπτή
σχεδόν μια ανάμνηση.
Δεν βλέπαμε στο Υ τη σκοτεινή διχάλα που θα διαπερνούσαμε
στο Σ την έλευση μιας σήραγγας
ο ήχος του Θεού στη διαπασών του Ω και του Ν δεν μας ξυπνούσε.
Μπαίναμε στην Ιστορία με την άγνοια της φαντασμαγορίας.
Κάποτε έμοιαζε να ζυγώνουμε στο παρελθόν
άλλοτε όχι.
Έγκλειστοι
με τα μυαλά ανοιγμένα σαν παγίδες
δοκιμαστήκαμε απ’ ό,τι δοκιμάσαμε
φτιάξαμε στίχους που μπορούν να επιζήσουν στη μετάφραση
και ηττηθήκαμε.
Άμα δεν στρέψεις πίσω την εστία στο φως
πάντα θα πέφτεις σε σκιές μπροστά.

*

Η άκρη απ’ το σύμφωνο μπήγεται σαν ακίδα στο χαρτί βουίζοντας
Η ψαλμωδία επιμένει σαν το αλέτρι γυρίζοντας πάλι και πάλι
το ίδιο ανασκαμμένο χώμα.
Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο εδώ.
Τυφλωμένοι άλλοτε απ’ τους ασπάλαθους
κι άλλοτε από τις φουρκέτες της Ιστορίας
δεν είδαμε τα εκκωφαντικά σινιάλα που επέμεναν
μ’ ένα νόστο σακάτη
-για πού;-
κουτοπόνηρο
και λιμασμένο βλέμμα
επινοήσαμε τον από μηχανής θεό που δεν θα μας έσωζε.

Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο εδώ.
Δεν κράτησες κουρδισμένη τη λύρα που διδάχτηκες.


~

Π
OIHMATA TOY “ΝΑΙ” KAI TOY “ΟΧΙ”

Αθήνα, Ιούλιος 2015
1.

Η εμπειρία μου παίρνει το σχήμα της οδύνης.

Η βοή της μέλισσας κρατάει το καλοκαίρι
χαμηλά
στο ξερό χορτάρι.
Συνεπώς
πρέπει να βαδίσουμε χέρι με χέρι
μακριά απ’ το σχήμα της διάζευξης
με τον ξινό οβολό της πατρίδας στα χείλη
προς τον ακατάστατο θόρυβο μίας -ακόμη-
ατελούς αναβλάστησης.

6.

Ο κοκκινολαίμης αφήνει τη στριγγιά του – οφείλω
Το παιδί παίζει – μιαν απάντηση.

Χτυπάω την ξερή σανίδα και μού αποκρίνεται:
ΝΑΙ, ΝΑΙ
ΟΧΙ, ΟΧΙ

Γρονθοκοπάω την ξερή σανίδα και μού αποκρίνεται:
ΟΧΙ, ΟΧΙ
ΝΑΙ, ΝΑΙ

Η ψυχή σου είναι αυτή η σανίδα.

~



Δήμητρα Κωτούλα. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Αρχαιολογία. Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επιλογή από το έργο της έχει μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. 

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

νοέμβριος 2015 _ ευγενία βάγια + μάριον-εμμανουέλα μανιού














Ευγενία Βάγια

[ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ...]              

Σκεφτόμουν πώς θα γίνει
να οικονομήσουμε έναν έρωτα
να βγάλουμε τη νύχτα
τόσο πολύ νεκροί
πριν το πρωί
που οι γέφυρες θα ρίχνουν τα μαλλιά τους

*

[Ω, ΠΟΣΟ...]

Ω, πόσο πόσο τυχερή

κάτω απ' τη φούστα της γύφτισσας
όλα τα φίδια μαζευτήκαν

Ω πόσο πόσο τυχερή

κάτω από την κλαρωτή μου φούστα
όλα τ' αυγά
απ' την πολλή αγάπη μου έσπασαν

*

















Μάριον-Εμμανουέλα Μανιού

ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Τα χέρια μακραίνουν στο σκοτάδι,
γυρεύοντας φωτιά για το κερί,
ή ένα σώμα που επιτέλους θ’ αγγίζεται.
Μακραίνουν, έτσι όπως τα νύχια ή τα μαλλιά ενός νεκρού,
για να τον σύρουν έξω απ’ το κασόνι του.
Περίεργο τα χέρια πώς μακραίνουν στο σκοτάδι,
ή πώς από ένα ποδάρι κομμένο
κρεμιέται τ’ όνειρο
και περπατάμε.

*

ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ

Σεντόνι μαύρο τρυπημένο στο φως
κρεμιέται στην ουράνια απλώστρα
πάνω απ’ τα μάτια μας.

Κάποτε κουραζόμαστε, διψάμε
κι έτσι όπως σκύβουμε
να πιούμε νερό
από τη χωμάτινη λεκάνη,
γλιστρά το σεντόνι
και πέφτει στα πόδια μας
Ο κόσμος
ένας σωρός κάρβουνα κι άστρα
μες στο υγρό καθρέφτισμά του.

Κι ό, τι από το πανί περισσεύει
δεν είναι παρά η στάχτη που το πλένει.
Έτσι είμαστε έτοιμοι πάλι
για κρέμασμα.

***

Ευγενία Βάγια. Γεννήθηκε στο Βόλο. Σπούδασε Βιολογία και Θέατρο. Εργάστηκε ως ηθοποιός, ως παραγωγός-παρουσιάστρια εκπομπών λόγου στην ΕΡΑ Θεσ/νίκης, και ως κειμενογράφος και δημιουργική διευθύντρια στη διαφήμιση, επί σειρά ετών. Το 2013 εκδόθηκε από τον “Ενδυμίωνα” η ποιητική της συλλογή Lailapse

Μάριον-Εμμανουέλα Μανιού. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Γράφει ποιήματα και μεταφράζει ποιήματα από τα Γαλλικά. 



Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

οκτώβριος 2015 _ επιστροφή i / νίκος χουλιαράς




















Πηγαίνω τώρα ήρεμος και δίχως πόνο πάω


από το Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του (Νεφέλη, 1989)

[χωρίς τίτλο]

Γερνάω εμβαθύνοντας
σ’ αυτό που κρύβεται καλά.
Σ’ αυτό που τελικά δε θέλω.

*

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΣΗΜΑΝΤΑ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο
πράγματ’ ασήμαντα ορίζουν τη ζωή.
Μπορεί και να ‘ναι ακόμη
Εκείνα τα μικρά κομμάτια ζάχαρης
που πέσαν κάποτε
από το παιδικό μας το παλτό.

*

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΑΣ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ

Ο θάνατος είναι αρρώστια στοργική.
Μας απαλλάσσει, τελικά, απ’ της ζωής το αίνιγμα
όπως μια γρίππη άκακη
λυτρώνει απ’ τη μελέτη το πρωτάκι.

*

από το Οι λεπτομέρειες του μαύρου (Νεφέλη, 1993)

ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ

Στο σπίτι της οδού Χειμάρρας –πίσω εκεί, στο σκοτεινό δωμάτιο με τα ροχαλητά των δυο γονιών μου που έχουν ήδη φύγει– το παιδικό μου αυτοκίνητο κόβει βολτίτσες μόνο του αφήνοντας σημάδια στο σανίδι. Γραμμές, χαράζει, αινιγματικές. ελλείψεις γράφει, κύκλους κι έντομα παράξενα, όμοια με κείνα που, καμιά φορά, βρίσκουν οι ξυλοκόποι στην καρδιά των πιο σοφών κι αρχαίων δέντρων.

*

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Δεν πρόκειται να μείνω άλλο πια εδώ. Θα βρω τον τρόπο να περάσω απέναντι: εκεί, στα φώτα που γιορτάζουν στο μεγάλο σπίτι. Εκείνες τις σκιές θα πάω να βρω που μοιάζουν με παλιούς ανθρώπους: με πλάσματα μιας άλλης εποχής που χαίρονται την πιο βαθιά ζωή, τσουγκρίζοντας τα ποτηράκια τους, με τα ζεστά ποτά, του πιο λυπητερού χειμώνα.

*

Ο ΗΛΙΟΣ ΔΥΕΙ ΣΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Πολλά θυμάμαι ακόμη
κι άλλα τόσα είν’ εκείνα που ξεχνώ
Το αρνητικό του παιδικού μου ήλιου
παρατημένο, ανεμίζει, μόνο του
έξω, στα δυτικά προάστια
και σκοτεινιάζει πάλι
στα ημερολόγια του νου.

*

[χωρίς τίτλο]

Το φεγγαρόφωτο
ανοίγει το δωμάτιο με πάταγο
και μένω πάλι άναυδος
κοιτάζοντας ψηλά
τις θάλασσες της νύχτας.

*

[χωρίς τίτλο]

Τρίζει ο αέρας
στο κηπάκι του μυαλού
καθώς οι σκέψεις-έντομα
αλλάζουν, κάθε τόσο, θέση.

*

Ο ΤΣΟΜΠΑΝΗΣ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Κοιτάζω απ’ το παράθυρο
και βλέπω τις νιφάδες του χιονιού
να στροβιλίζονται και να γυρίζουν πάλι προς τα πάνω.
Σφύριξε ο τσομπάνης τ’ ουρανού
και το λευκό κοπάδι υπακούει.

***

Πάει περίπου χρόνος που σχεδιάστηκε αυτή η ετήσια, φθινοπωρινή στήλη –«Επιστροφή»: όπως στα θρανία, έτσι και σε ποιήματα, ζώντων ή τεθνεώτων, που έχουμε καιρό να επισκεφθούμε– να εγκαινιασθεί με ποιήματα του Νίκου Χουλιαρά. Γεννημένος το 1940 στα Γιάννενα, διέπρεψε ως ζωγράφος, γράφοντας τραγούδια, ποιήματα και πεζά, αλλά και ως σχεδιαστής βιβλίων. Πέθανε το 2015. Τα ποιήματα που ανθολογούνται εδώ προέρχονται από δύο από τα πολλά βιβλία του: Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του (απ' όπου και ο τίτλος του παρόντος αφιερώματος: στίχος του ποιήματος «Πηγαίνω, πίσω, ήρεμος» – Νεφέλη, 1989) και Οι λεπτομέρειες του μαύρου (Νεφέλη, 1993).


Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

σεπτέμβριος 2015 _ στέφανος παπαδόπουλος
















Στέφανος Παπαδόπουλος

Η ΜΕΛΑΝΘΙΑ ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ ΚΡΕΜΜΥΔΙΑ

Το κομμένο δάχτυλο στάζει αίμα μέσα σε μια γαβάθα
δίπλα στις φλούδες του κρεμμυδιού, της πορσελάνης
τα χείλη άστραφταν φωτεινά όπως η τυφλότητα
σε ασβεστοπλυμένους, απ’ τον ήλιο ταλαιπωρημένους δρόμους.
Της πέφτει το μαχαίρι, το αίμα κυλάει
στα ραγίσματα, τα βάφει κόκκινα
η γαβάθα την κοιτάει
σαν ένας χλωμός, άυπνος του ματιού βολβός,
που ξεχειλίζει από αλκοόλ, πονεμένος, βασανισμένος
από όνειρα που όλο ξανάρχονται. Η μουσική σταματάει
αλλά το μοιρολόι που παιζόταν σε κούφια οστά
εξακολουθεί μουρμουριστό και το τοπίο στο παράθυρο
είναι τυλιγμένο με του φωτογράφου την κουκούλα
μαύρο βελούδο, αναλαμπές από νάτριο, ο νους τιμωρός.

~

Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ

Τους στέλναμε ένα πλεούμενο και το αναποδογύριζαν
χέρια και πόδια άφριζαν στο λιμάνι σαν σε κατσαρόλα.
Οι γυναίκες βούλιαζαν εύκολα, τα ρούχα τους
μούσκευαν και τις τραβούσαν στο βυθό,
πιο βαθιά κι απ’ τις άγκυρες και τις σημαδούρες.
Σταύρωσαν τα χέρια κι ανάπνεαν στον πάτο της θάλασσας
τα μωρά τους έπεφταν σαν πέταλα λουλουδιών, όχι,
σαν μια χούφτα ψίχουλα πεταμένα στο νερό.
Εκατοντάδες ήσαν, άκουγα τους παφλασμούς,
οι άντρες πάλευαν ν’ ανέβουν στις βάρκες
λαχταρούσαν τη ζωή, αλλά οι γυναίκες ήσαν πιο σοφές
έβλεπαν ένα τείχος από φλόγες στην αχτή,
τους στρατιώτες με τις ξιφολόγχες και την τρέλα στα μάτια,
και βούλιαζαν με τις φούστες απλωμένες σαν παραγάδια.

~

ΟΙ ΚΑΜΠΙΕΣ

Στις κορφές των δέντρων στους λόφους κοντά στη Σαμψούντα
οι πρώτες κίτρινες μέρες της άνοιξης ανατέλλουν
με τα κουκούλια τους που μοιάζουν με σκόρπια χάρτινα φανάρια
χλωμές τσέπες γιομάτες αυγά πρησμένα ώσπου
οι κάμπιες να τινάξουν τα τυφλά κεφάλια τους μπροστά
και μύτη με ουρά στη σειρά ν' αρχίσουν αργά να κατεβαίνουν
σε σύννεφα κίτρινης γύρης.
Κανείς δεν ξέρει γιατί θέλουν να προχωρούν
δεμένες έτσι και να διασχίζουν τους μακρινούς αυτούς αγρούς,
τόξα μεγάλα μες στου καλοκαιριού τη σκόνη, σκλάβες
μιας εποχής χωρίς τέλος· έρχονται πάλι,
τα σωθικά τους κηλιδώνουν τη γη με χολή
όταν την αλυσίδα τους τη σπάει μια μπότα
και οι υπόλοιπες συνεχίζουν να σέρνονται χωρίς προορισμό.

μτφρ. από το αγγλικό πρωτότυπο: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

*

Στέφανος Παπαδόπουλος. Γεννήθηκε στη Βόρεια Καρολίνα και μεγάλωσε στο Παρίσι και στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Lost Days, Hôtel-Dieu, The Black Sea, και είναι ο επιμελητής και μεταφραστής (μαζί με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ) της συλλογής Ποιήματα του Ντέρεκ Ουόλκοτ στα ελληνικά. Το 2010 βραβευτηκε με την υποτροφíα Civitella Ranieri για τη Μαύρη Θάλασσα και το 2014 τιμήθηκε με το βραβείο Jeannette Haien Ballard, για το οποίο επιλέχθηκε από τον Μαρκ Στραντ.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Το μέχρι σήμερα ποιητικό της έργο βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο Ποίηση 1963 - 2011. Έχει επίσης μεταφράσει πολλά ποιητικά έργα, ενώ δικά της ποιήματα έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και συμπεριληφθεί σε παγκόσμιες ανθολογίες. Το 1984, τής απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. το 2000, το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. και το 2015, το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, για το σύνολο του έργου της.