Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

ιούλιος 2018 _ δήμητρα κωτούλα























από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

«Όταν σήκωσα τα μάτια
πάνω από τη λευκή σελίδα
είδα έναν άγγελο στο δωμάτιο»

Hans Magnus Enzensberger
‘Η Επίσκεψη’, Κιόσκι,1995
(μτφρ. Γιώργος Πρεβεδουράκης)

Ι.


Ένα πεδίο διαρκούς έντασης
χωρίς μεγάλα δράματα–
σαρώνει τη νύχτα.



Υπάρχουν συνάφειες ανάμεσα στα πιο αλλόκοτα πράγματα.

Υπάρχει στο τραπέζι μια λευκή σελίδα.




IV.


Συμβάντα άλλοτε μεγαλειώδη
τώρα παρελαύνουν με ξινές
παραπονιάρικες κραυγές
μπροστά στα μάτια μας.


Το συναισθηματικό μου κέντρο μετατοπίζεται.

Τίποτε δεν φαίνεται να παραπέμπει πια σε νόημα.

Κουβαλάω μαζί μου μια πατρίδα πικρή
τη γεύση των πολιτισμών
τα γυάλινα ταξίδια της
τη ζαλιστική σκοτεινιά
της κάθε τελευταίας ώρας της
που ποτέ δεν είναι η τελευταία.



Θέλω να επιστρέψουν όλα
(σ’ αυτήν την σελίδα)
και να είναι όλα ω ρ α ί α .




XVI.


Kι όμως
δεν είναι αυτή η έσχατη δοκιμασία.
Μην τα μπερδεύεις.


Εκείνος που θα εγκαλέσει
το φοβερό σου «εγώ»
με το όνομά του
έβαλε μπροστά σου
αυτό το λευκό
επομένως;



XΧIΙ.


Ω! Να μπορούσε
επιτέλους–
να πάψει.

Να ενταφιαστεί
σε μια ασημένια κασετίνα
μαζί με άλλα ενθύμια.


Το ξέρω.
Κάποτε θα φύγει πρώτη.
Χωρίς ούτε ένα νεύμα
μία λέξη αποχαιρετισμού.



Ίσως και να έχει ήδη φύγει –



ΧΧΙV.


Η πάλη να μην σκληρύνεις.
Να υφίστασαι το ανθρώπινο
όπως η πεδιάδα τη λύπη.

Η ανάσα της βροχής
υψώνεται πάνω απ’ τη θάλασσα.
Οι χρυσές μπούκλες
των φύλλων του φθινοπώρου τρεμουλιάζουν.
Αργοκίνητα πουλιά τεμαχίζουν τη νύχτα.
Μέρες σέρνουν τα ταφταδένια τους ενδύματα.

Θα μπορούσα κάλλιστα να συνεχίσω
την μονότονη αυτήν απαρίθμηση.


Δεν υπάρχει Ανάσταση, λένε.
Υπάρχει.
Μετά θάνατον δεν ευδοκιμούν
μόνο τα νύχια σου ή τα μαλλιά σου.




XLΙV.


Κάποτε θα πρέπει να φανερώνει
το πρόσωπό της.

Αλλά (εγώ) το φοβάμαι.

Στο μονοπάτι δεν υπάρχει κανείς
όμως υπάρχει στο τραπέζι μια λευκή σελίδα.



Ζω με το μάγουλο πάνω στη ζεσταμένη σάρκα της.


*

Δήμητρα Κωτούλα. Η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της, Η Επίμονη Αφήγηση, κυκλοφόρησε το 2017. Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί, έντυπα και ηλεκτρονικά, στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

ιούνιος 2018 _ john fuller [μτφρ.: χριστιάνα μυγδάλη]


















Τζον Φούλερ


ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΚΑΛΙΜΠΑΝ ΚΑΙ ΑΡΙΕΛ


Άριελ
Τώρα έμαθες τις λέξεις και είμαι ελεύθερη,
    -Το πεύκο μου άνοιξε στα δυο, λύθηκε η τραχιά σου γλώσσα-
Και οι καμπάνες προσκαλούν τη μουσική της θάλασσας.
Από το βάθρο αυτό, μπορώ ξεκάθαρα να δω:
Θα με κακοποιείς μες στην ταπεινωμένη περηφάνια σου.
Τώρα που έμαθες τις λέξεις και είμαι ελεύθερη
Να σε τσιμπάω και να σ’ εκφοβίζω αιώνια,
Και να κλωθογυρίζω στο νησί, καθώς θα κρύβονται οι γοργόνες
Και οι καμπάνες θα καλούν τη μουσική της θάλασσας.
Στενά σε παρακολουθούσα από το δέντρο μου:
Με ψάρι έμοιαζες, φόνο εννοούσες.
Τώρα που έμαθες τις λέξεις και είμαι ελεύθερη
Ν’ ακούσω, ποιος στ’ αλήθεια έχει νικήσει;
Γιατί ίσως να πνιγείς καθώς θα ανεβάζω την παλίρροια
Και οι καμπάνες θα καλούν τη μουσική της θάλασσας.
Ποθείς Εκείνη, τρίζεις τα δόντια σου σ’ εμένα.
Οι βρυχηθμοί σου ξεγελούν απλά τον μέσα πόνο
Τώρα που έμαθες τις λέξεις. Κι είμαι ελεύθερη
Ενώ οι καμπάνες προσκαλούν τη μουσική της θάλασσας.

Κάλιμπαν
Εσύ δεν έχεις συναισθήματα που αδυνατείς να τα δαμάσεις;

Άριελ
Ο στόχος μου είναι το παν, και, μέσα στο σκοπό μου
το επίτευγμα, ενώ άλλους,
Πόθοι κατώτεροι ίσως τους κινούν.
Μισούν τα πόδια τον νωθρό αδελφό τους
Που κρέμεται από τα πέντε τιμαλφή
Να κρατηθούμε ζωντανοί.

Κάλιμπαν
Εσύ δεν έχεις όνειρα που αδυνατείς να τα κατονομάσεις;

Άριελ
Μια εικόνα οφείλει να υπερβαίνει την κορνίζα
Μιας και όρια δεν υπάρχουν
   Για τη λαμπρή πραγματικότητα.
Παρ’ όλες τις περιπλοκές
   Και τις δηλώσεις τους,
Οι λέξεις δεν μπορούν να δουν.

Κάλιμπαν
Δεν είναι το ίδιο πράγμα λέξη και αντικείμενο;

Άριελ
Οι λέξεις δεν είναι τίποτα άλλο παρά πιόνια σε παιχνίδι παιδικό.
Η κάθε κίνησή υπαγορεύεται
   Μονάχα απ’ τους κανόνες.
Κάθε κανόνα μπορεί να παραβεί
είτε ένας μαθητής από έξυπνο σχολείο
   Ή κι ο τρελός στη βαρεμάρα του.

Κάλιμπαν
Και τότε πώς μπορούν οι λέξεις να πληγώνουν και να ακρωτηριάζουν;

Άριελ
Αν το μπορούν αυτό οι λέξεις, είσαι ήδη χωλός.
Τσακισμένος απ’ τις λέξεις σαν το κούτσουρο,
Συνθλιμμένος απ’ τις λέξεις σαν τον πάγο
Η γλώσσα είναι για τους δειλούς
Που τους κανόνες πάντα θεωρούν σωστούς
Με όποιο τίμημα.

Κάλιμπαν
Ε, τότε, ξέμαθέ μου τη την γλώσσα.
Την κρύα θάλασσα άσε να με παρασύρει
Και να με καταπιεί μες στη βαθιά της
Σιωπή. Μάθε μου να παραβιάζω τους κανόνες.

Άριελ
Τώρα που μπήκες στα βαθιά, θα κολυμπήσεις.
Η θάλασσα θα σε ξεβράσει πάλι αν παραστήσεις
πως παραβαίνεις τους κανόνες ενώ τους τηρείς.

Κάλιμπαν
Καλά λοιπόν, αν είναι αλήθεια αυτό που λες, για πες μου
Τι ήξερες όταν δεν είχες κίνηση;
Ποιο ένστικτο υπαγόρευε σε κάθε λειτουργία τι να κάνει;

Άριελ
Οι λέξεις δεν θα μπορούσαν βέβαια να βοηθήσουν το νερό μες στο κανάλι να αποδείξει
Ότι δεν  είναι ελεύθερο σαν τον ωκεανό, ούτε το πεύκο ότι δεν είναι καύσιμο υλικό.
Απλά υπήρχα, δίχως λέξεις, στην σχισμή μου.

Ούτε και τώρα χρησιμοποιώ τις λέξεις μα εσύ,
Από αφέλεια, ίσως νομίζεις πως το κάνω.
Αφήσαμε πια το νησί και πιάσαμε
Κουβέντα στο λευκό χαρτί
Λευκό σαν άμμο, κι όπως το νησί, τριγυρισμένο αιώνια
Από την απεραντοσύνη τη μουντή.
Κι εγώ, (που πια κατανοώ),
Ορίζω αυτή τη χάρτινη τη γη.
Νομίζεις είμαι ετοιμόλογη; Είμαι κι αυτό,
Αλλά όταν βαρεθώ να σε γρονθοκοπώ
Μαϊμού της Εύας, ούτε κι αυτό θα είναι αρκετό
Ούτε το φάντασμα του Μιλάνου, που διαταγές του ακολουθώ:
Για όλα αυτά που εγώ μπορώ,
Παραείσαι ανθρώπινος, Κάλιμπαν.
Χοροπηδάς, μιμείσαι τον ανθρώπινο χορό
Η μουσική κι η αγάπη είναι η τροφή
Που σου διαφεύγει, σαν φυλαχτά που κουδουνίζουν κρεμασμένα
Μπροστά στα τεταμένα χέρια σου που τα καλούν.
Μήπως θαρρείς εγώ δεν ήθελα το δέντρο μου;
Ή μη δεν είχα κουραστεί τάχα να επιδεικνύομαι; Το να ’σαι ελεύθερος
Κάθε στιγμή μοιάζει με τη δική σου επιλογή
Απ’ της φωνής τα άπειρα πυροτεχνήματα
Φτύνεις, αγκομαχάς, ωρύεσαι σαν τρελός
Μα η υγρασία πλημμυρίζει, ξεχειλίζεις
Οι ανούσιες λέξεις στάζουν απ’ τη γλώσσα σου
Σαν τις φτερούγες που κουράζονται φτεροκοπώντας
Γύρω απ’ τα ιδιότροπα τα πνεύματα του αέρα.
Βρίζεις. Μουτρώνω. Πάντοτε. Αυτός. Εκεί.
Της σφαίρας η ταχύτητα δεν είναι άθλος
του καιρού, φωτογραφία είναι του σταχιού.
Μια μύγα του καλοκαιριού που πιάστηκε σε αστραπή
Πιτσιλωτής ακινησίας. Τον άκουσες τον παφλασμό;
Νομίζεις δεν κινείται το παγόβουνο;
Τα υπέροχα φτερά που αγωνιούν θα αποδειχθούν
Στάλα κεχριμπαριού και σπίθα.
Το σύμπαν, κόσμος και φλοιός μου.
Που λαχταρώ όπως και το σκοτάδι που προσμένω.

Κάλιμπαν
Μια γλώσσα έμαθα, τίποτα δεν κατάλαβα:
   Τώρα εσύ ξανοίχτηκες, κι όσα μου ανήκαν
Χάθηκαν, όπως το όνομά μου, στο μαγεμένο δάσος.
Δεν έχω λέξεις να αρνηθώ να πάω να φέρω ξύλα.
Το θαυμαστό το γάντι σχίζεται πάνω στην τριχωτή πατούσα.
Μια γλώσσα έμαθα, τίποτα δεν κατάλαβα.
Στην αρχή, έστηνα όσες συλλαβές μπορούσα
Κείνη με περιγέλασε, με άφησε στην ακτή.
Χαμένο, όπως το όνομά μου, στο μαγεμένο δάσος.
Φαντάσου την οργή μου τότε, Άριελ, καθώς στεκόμουν
(Μια εικόνα στο μυαλό, που να τη σχεδιάσω δεν μπορώ,
Μια γλώσσα έμαθα, τίποτα δεν κατάλαβα).
Κλαίγοντας μες στη θάλασσα, αρμύρα στην αρμύρα, ελπίζοντας Εκείνη
Να επιστρέψει, να με οδηγήσει μέσα απ’ την πορτούλα
Την Χαμένη, σαν το όνομά μου, στο μαγεμένο δάσος.
Ο αφέντης μάς καλεί: Νομίζω πως δεν είναι ταιριαστό
Να είμαστε δυσαρεστημένοι, με την ελευθερία σου εσύ
Ή με τη γλώσσα μου εγώ (την έμαθα, τίποτα δεν κατάλαβα)
Χαμένοι, όπως τ’ όνομά μου, στο μαγεμένο δάσος.


μετάφραση: Χριστιάνα Μυγδάλη


*

Σημείωση της μεταφράστριας: Οι συνδιαλεγόμενοι του ποιήματος είναι δανεισμένοι ήρωες από την Τρικυμία του Σαίξπηρ. Και τα δύο πλάσματα είναι άφυλα∙ η επιλογή αρσενικού και θηλυκού είναι της μεταφράστριας.

~

Τζον Φούλερ. Συγγραφέας και ιδρυτής τής Sycamore Press (1968-1992). Γεννήθηκε το 1937 στην κομητεία του Κεντ, στο Ην. Βασίλειο. Δημοσίευσε 15 ποιητικές συλλογές, πεζά για ενηλίκους και παιδιά, καθώς και κριτικά δοκίμια.

Χριστιάνα Μυγδάλη. Φιλόλογος και μεταφράστρια. Διδάσκει διαπολιτισμική μετάφραση και θεωρία διασκευής στο ΕΚΠΑ και ασχολείται με την πρακτική της θεραπευτικής ανάγνωσης.

Τρίτη 1 Μαΐου 2018

μάιος 2018 _ αλεξάνδρα μαραγκοπούλου












Αλεξάνδρα Μαραγκοπούλου


ΦΑΝΑΡΙ

Η γνάθος της
απασχολημένη
με μια τσίχλα

τα δάχτυλά της
νυσταλέα χαϊδεύουν
το λουρί της τσάντας

στο φανάρι
αρπάζει την ευκαιρία
κοιτάζει ψηλά

τον αέρα


~


ΚΑΛΑΜΙΤΥ ΤΖΕΗΝ

Δέκα δευτερόλεπτα μέχρι το περίπτερο
είκοσι ως το πάρκινγκ – καλπάζω


~


ΜΩΛΟΣ

Φορούσες ολόσωμο μαγιό
λίγες χαρακιές
τρεμόπαιζαν
στο νερό

στο βάθος
λίγα βότσαλα

θρυμμάτιζες
τ’ απομεινάρια
από δολώματα
στην άκρη του μώλου

μ’ ένα σάλτο
το σώμα σου
ακονισμένο λεπίδι

η επιφάνεια
σείστηκε ελαφρά
δώδεκα το μεσημέρι 
κι ο ήλιος έσβησε

απ’ τον πυθμένα
ούτ’ ένα κιχ


~


ΑΠΕΝΑΝΤI OΧΘΗ


Το κεφάλι μας βούιζε –
            η ραστώνη
 έφτανε
ώς τα νύχια
            των ποδιών – κάλυπτε
       τα πάντα
οι μέλισσες πλησίαζαν
             το βουητό τους
 μας έριξε στο ποτάμι
                        να γλυτώσουμε

τα μέλη μας αφημένα
              στον χείμαρρο

Στην παλάμη μου τα μαργαριτάρια της Ανίτα Ντελγκάδο
              μέρα νύχτα τα μάτια της
γυαλίζουν
αναβλύζουν
            σμαράγδια ρουμπίνια

 βλέπει ζαρκάδια που τρέχουν
      στο δάσος
                να γλυτώσουν
   απ’ τις φλόγες,
        πέφτουν στο κοντινό ρυάκι
παλεύοντας με το ρέμα

Τα πάντα ρεί  έγραφε
          η σκουριασμένη πινακίδα
κι η Ανίτα – πριγκίπισσα της Καπουρθάλα-
                άκουγε
το ποτάμι να κυλά
              μας παρακολουθούσε
να μαζεύουμε
         άσπρα βότσαλα
            στην αντίπερα όχθη


~


ΝΥΧΤΑ


Απ’ το βράδυ φώναζε: Έκτακτο Δελτίο
διαρκεί λιγότερο από ένα τατουάζ
     Επιδείνωση του καιρού

        το κεφάλι
προς βορρά
οι φτέρνες προς νότο
              κορμός γυμνός
το στέρνο ένα όμορφα χτισμένο
        αμφιθέατρο
κι οι ρώγες
ακόμα πιο όμορφες – λίγο πριν την ανατολή

έχω μια δουλειά για σένα
άκου
κουβέντα δεν είπε∙
μασούλαγε φύλλα κι αγριόχορτα

      Ενισχυμένοι βόρειοι άνεμοι
στροβιλίζεσαι
λίγο πριν το σούρουπο

Πυκνές χιονοπτώσεις το βράδυ

Λίγο πριν τα διόδια
Κινούμενο ζώο στον κόμβο Νεμέας
κι η άσφαλτος υγρή
τα δέντρα πλησίαζαν
το σκοτάδι χύθηκε βαρύ

αν θυμάμαι τι;

Φέτος θα σπείρουν
πάνω από 100.000 στρέμματα με τεύτλα∙
κουβέντα δεν είπε

έσφιξε τα δόντια
       βούτηξε
    στα κύματα
           οι βάρκες ξαμολημένες
      αντιμέτωπες
 με ισχυρές βροχές και καταιγίδες


*

Αλεξάνδρα Μαραγκοπούλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Κοινωνικό Σχεδιασμό. Ζεί στην Αθήνα.


Κυριακή 1 Απριλίου 2018

απρίλιος 2018 _ έφη κασούρα + κωνσταντίνος παπαχαράλαμπος













Έφη Κασούρα

K.Τ.

Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν στη γη
όπως τα δέντρα.
Για κάθε συνάντηση γεννιούνται πάλι ψηλοί
απ’ το χώμα.
Έχουν το άρωμά του
και διασταυρώνονται τα χέρια τους
λινά μπλε, μεγάλα κλαδιά.

Βαδίζουν με κυματοειδή βεβαιότητα
όπως απλώνονται οι ρίζες
κάτω από την αυλή, όσο εμείς συζητάμε.

Από το άπειρο των φυλλωμάτων
κρατούν μόνο το χρώμα.

Ξέρουν όμως αυτοί οι άνθρωποι τα έγχορδα
όπως το ξύλο αλάνθαστα μετρά
τον χρόνο του σε κύκλους.
Τα κατέχουν τόσο καλά
ώστε μπορούν να χορδίσουν ένα κορμί
σε μι σι σολ ρε λα μι
και ύστερα να παίξουν
μια κιθάρα γυναίκα.

Από αυτούς τους ανθρώπους η πολλή μουσική
και τα διαρκή κελαηδίσματα των πουλιών στα μαλλιά
έχουν στερήσει την πιο αρμονική απ’ τις αισθήσεις.
Όταν τους μιλάς, πρέπει μαζί να τους χαϊδεύεις το χέρι.
Αλλιώς δεν σε ακούν.

*

Ο ΛΑΓΟΣ

Ο παππούς κυνηγούσε             
πότιζε ο ίδιος τους λαγούς.
Θέλω να πω
«έβαζε» δικό του κρασί.

Και είχε ένα μεγάλο σιδερένιο κλουβί.
Θέλω να πω
μια θεριζοαλωνιστική μηχανή.

Έφευγαν πίσω της τα στάρια
έτρεχαν εμπρός της τα παιδιά.
Ασπρόμαυρη γενεαλογία.

Όταν πια ήρθα βρήκα μόνον ανθρώπους.
Τα κλήματα καπνός. Καπνοχώραφο.   
Η μηχανή δοσμένη στη φθορά του οξυγόνου.        
Ο παππούς συνέχιζε να ευστοχεί
στις διηγήσεις μόνο
έβαζαν τα δυνατά τους οι λαγοί
κρατώντας τον
νουνεχή έναντι του χρόνου.

Δεν μας εγκαταλείπει όμως το κρασί.
Ιούνιο μήνα
μετά τη βροχή
μετά και τα χρόνια
μου έγινε μάθημα  
το θειάφι
και ο τρόπος που διψάει ένα νησί.

Θέλω να πω
βρέθηκε ένα αμπέλι
να σώζομαι τρέχοντας
εκεί.

*

ΤΡΥΓΟΣ

Κάνω ησυχία και βήματα.
Οι ρίζες δεν είναι περιουσία μου.
Εγώ εδώ φέρνω μόνο την ώρα.

Οι νοικοκύρηδες φωνάζουν,
μιλούν με χαρές.
Τρυγούν.

Κι ενώ κρατούν στα χέρια
ευμεγέθη τσαμπιά
αφήνουν συχνά απ’ το στόμα τους να πέσει
μια καθαρή αγωνία
ότι δεν ορίζουν τον καρπό που τρυγούν
κι ας πέρασαν ολόκληρο χειμώνα νανουρίζοντας
τα σκυμμένα ξύλα.

Ποτέ δεν ξέρεις αν θα γίνει το κρασί.
Τις καλές προθέσεις τις νικά ένας άνεμος.
Ο κόπος είναι αδύναμος απέναντι στο λάθος.
Και το φεγγάρι – α, το φεγγάρι παίζει κι αυτό τον ρόλο του.
Λίγες μέρες μετά δεν αποκλείεται
να έχουμε μόνο ψάθινα καπέλα
γέλια
και χαλασμένο κρασί.

*

ΣΗΜΕΡΑ

Υψώσαμε πολλές φορές τα ποτήρια
χαμένοι, ταξιδιώτες, λυπημένοι.

Το αγαπάμε πάντα το κρασί
μα κάτι έχει αλλάξει.

Δεν δυσκολέψαν οι φελλοί
δεν παραξένεψαν οι ουρανίσκοι
ούτε βάλαν αέρα οι μποτίλιες.

Μα το κενό πήρε μόνιμη θέση
στο τραπέζι.

Νιώθουμε εκείνο το κρασί
κάπως κλεμμένο.

Ο ήχος της ψυχής
μετά την απόλαυση
κάτι που σέρνεται
σαν ενοχή για το λίγο κρασί
το ωραίο ποτήρι.

Να θυμηθώ γι' αυτό
να τσουγκρίσω κι εγώ
φαρδιά γελαστή.


***










~
 
Έφη Κασούρα. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνική Ψυχολογία στην Αθήνα και το Παρίσι. Από το 1997 εργάζεται ως copywriter και creative director σε εταιρίες διαφήμισης και επικοινωνίας.

Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος. Γεννήθηκε στην Καβάλα. Έγραψε το project ποίησης K – On (2011) με το οποίο συμμετείχε στο 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών. Ποιήματα του δεύτερου βιβλίου του Είναι (2015) παρουσιάστηκαν από τον ποιητή με performances στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, και το Λονδίνο. Ποίησή του έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γερμανικά και τα ρωσικά.