Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

νοέμβριος 2020 _ ηλέκτρα λαζάρ + john keats [μτφρ.: λένα καλλέργη]


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τζων Κητς

 

ΣΟΝΕΤΟ

 

Όταν φοβάμαι πως θα πάψω να υπάρχω

πριν του μυαλού μου τον καρπό να έχω συλλέξει,

πλούσιο, να σφύζει από ζωή, και στοίβες να 'χω

βιβλία με ώριμη σοδειά σε κάθε λέξη·

όταν κοιτώ, στο έναστρο πρόσωπο της νύχτας,

σύμβολα ερώτων υψηλών, πελώρια νέφη,

λέω πως μπορεί να μην προλάβω να σχεδιάσω

τις σκιές τους με το μαγικό της μοίρας χέρι·

κι όταν το νιώθω, ομορφιά της μιας στιγμής μου

πως δεν θα ξαναδώ το πρόσωπό σου, κι ούτε

παραμυθένια αγάπη θα ’χω στη ζωή μου

ανέμελη και δυνατή – στην όχθη τότε

του κόσμου στέκω μόνος και στοχάζομαι, ως να δύσουν

η αγάπη, η δόξα, και στο τίποτα να σβήσουν.

 

– μτφρ.: Λένα Καλλέργη



*





 

 

 

 

 

 

 

Ηλέκτρα Λαζάρ

 

ΧΑΛΑΣΙΑ

 

Πρώτα οι βρωμολαμαρίνες μετά τα χέρια μου

έτσι ακούγομαι μέρα πάντα παραπάνω

στο χώμα μου το χέρι μου σκαμμένο

Πίσω μου πόρτες πιο πίσω θα εγκαταλείπομαι

 

Τριάντα χειμωνιάτικα κι ύστερα φύγανε όλοι

μ’ ένα στόνο με μια λαδιά στον ίσκιο μ’ έναν ίσκιο εξαπτέρυγο

 

Ο Μαρκάκης έφυγε

 

Ο πετροπετεινός πού

 

Ο άνθρωπος του Σπόρου πού Τίποτα δεν ακούγεται

κάτω από την φρακτώδη

 

Η Χαρόντισσα έφυγε πια μου κρατάνε taxa οι καρυδιές

 

Ο Μαυρομάτης ο Σταυρός ο Λάλος έμαθα δεν ζούνε

 

σκορπίδια

που ακόμα περιμένω τις βαθιές βροχές

σαν τα χαβάνια κι αυτοί μιλιά

να μην ποτέ τους ακουστούν

να μην ποτέ τους ακουστούν

φρίκη και λάκκος και θηλιά

 

*

 

Λένα Καλλέργη. Έγραψε τα βιβλία ποίησης Περισσεύει ένα πλοίο (2016 – Βραβείο Κύκλου Ποιητών) και Κήποι στην άμμο (2010 - Βραβείο «Μαρία Πολυδούρη»). Συμμετείχε στα συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης Ομάδα Από Ποίηση (2010) και Ομάδα Από Ποίηση ΙΙ: Υπέρ Ονειρίας (2012). Έχει μεταφράσει ποίηση των Giacomo Leopardi (Η νύχτα απομένει, 2013), κ.ά..

Ηλέκτρα Λαζάρ. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει συνδημιουργήσει το project ποίησης Twoparts και έχει συμμετάσχει σε ομάδες ποίησης και συγγραφής. Το 2019, κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο ποίησης, Άγια Νήπια. Κείμενα και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

οκτώβριος 2020 _ αντωνία γουναροπούλου


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αντωνία Γουναροπούλου

 

ΧΙΟΝΙ

 

Χιονίζει απόψε,

όπως όλο το καλοκαίρι.

Επιτέλους το αγγίζω,

κεκαυμένα δάχτυλα

του Θωμά.

 

Ποτέ ξανά δε θα μπορέσω

το χιόνι.

 

 

ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ

 

Κάποιες γυναίκες κρυφτήκαν στον παράδεισο

αφού πρώτα τα σεντόνια μύρισαν λεμόνι

και η κουζίνα ζεστό ψωμί.

Όμως κι ο παράδεισος είναι παιχνίδι

βαριόμαστε και το πετάμε

γιατί όχι και με χέρια που μυρίζουν λεμόνι

ή φρέσκο ζεστό ψωμί.

 

 

ΧΕΙΛΗ ΑΠ' ΤΟ ΚΑΤΑΡΤΙ ΤΟΥ ORIENT

 

Θα ήθελα τουλάχιστον να θέλω

ένα διάλειμμα απ’ το μισό χαμογελάκι

που ’χει καρφιτσωθεί στα χείλη μου σαν μαρτυρικό.

Kάτι όχι που ορκιζόμουνα, ναι που ερωτευόμουν,

κάποια ιδέα ευλάβειας

σε προσκυνήματα δεύτερων πραγμάτων

θα ήθελα παιγνιωδώς καμιά φορά να θέλω

να τα διπλώσω στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ,

τολμηρά καραβάκια Κυριακής

ανοιγμένα στα νερά ενός φραγμένου νεροχύτη.

 

Είναι όμως τα χείλη μου ψίχα από κατάρτι

που σήκωσε κάποτε πανί

για έναν αυτοκράτορα, μια μάχη

το θάνατο ενός μακρύμαλλου αγοριού.

Μετά,

ποιος αυτοκράτορας, ποια μάχη, ποιο αγόρι.

Έγινε πια φερμένο τρόπαιο σε αλλότρια γη

μια ξύλινη νεκρή σκαμμένη μνήμη

προορισμένη να σαπίσει κάτω απ’ το χώμα με τιμές

σαν σμιλεμένο λίκνο για ήρωες.

 

Θα ήθελα λοιπόν τουλάχιστον να θέλω

μια οποιασδήποτε μορφής συνδιαλλαγή

–ένα παιχνίδι έστω

με αυτοκράτορες, μάχες, αγόρια

και άλλα τέτοια δεύτερα και ακριβά

που κάποτε μου ήταν βλοσυρά σαν πένθος

ή μου γελούσαν σαν λυτά μαλλιά.


 

ΠΡΩΙΝΟ, 1970

 

Πρωτομαγιά και τα ρούχα λικνίζουν

στην όχθη ένα σώμα,

δοσμένο στο νερό

το χώμα που ήσουν

και έσκαβες.

 

Ίχνη από μέρες στα μαλλιά,

στο μουσκεμένο ύφασμα,

μιλούν για το χρόνο

που ξημερώνει σιωπηλά

στο βασίλεμά σου –

 

πνίγουν τη φωνή κάτω απ’ τις φτερούγες τους

σήμερα τα πουλιά.

 


 

“ΑΠΟ ΖΑΦΕΙΡΙ, ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΗ Η ΠΕΤΡΑ ΦΕΡΝΕΙ ΥΠΝΟ”

 

Ο άντρας μου κοιμάται στο κρεβάτι

Ο παππούς σ’ ένα κουτί

Ο ξάδερφος δίπλα στο σκουλήκι ψηλά στον αετό

   στον πεσμένο σοβά του ιερού και στη ράχη του πουνέντε

 

Ο ταχυδρόμος πηγαίνει γράμματα για μένα σ’ άλλες διευθύνσεις

Οι δρόμοι που δεν παίρνω τυλίγονται ρολό σ’ ένα μικρό υποπόδιο

   κάτω από το γραφείο

Στην κινέζική μου μπιζουτιέρα μαζεύονται για το λαιμό

   για τους καρπούς τα δάχτυλα φο μπιζού οι αναπηρίες

 

Ο άντρας μου κοιμάται στο κρεβάτι

Ο παππούς σ’ ένα κουτί

Ο ξάδερφος –

 

Κι εγώ με δίχως στόμα κουταβίσιο βλέμμα κοιτώ να

τους κοιτώ με μάτια όλο και πιο γαλακτερά

κι όλα να με κουράζουν πριν γίνει καν απόγευμα.

 

 

 

ΤΟ ΚΟΥΒΕΡΛΙ

 

Στεκόταν στην πόρτα και κοιτούσε

το πλάτος και το μήκος

που έδωσε η μάνα της

στο άσπρο νήμα.

 

Άπλωναν επίπεδα φτερά τα περιστέρια.

Το σώμα που τα τίναζε ψηλά

το σκέπαζε απόψε

μαύρος ουρανός από οξιά.

 

*

 

Αντωνία Γουναροπούλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως μεταφράστρια και διορθώτρια/επιμελήτρια. Έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές: Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013), κι ένα βιβλίο με πεζά, Κυνηγοί και λύκοι (2017).