Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

ιούνιος 2014 _ γιώργος κακαές & δήμητρα κωτούλα & μαρία τοπάλη & νίνο πεντρέττι [μτφρ.: τραϊανός μάνος]




























Γιώργος Κακαές

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η ώρα του θερισμού:
Κάρτα ανεργίας και μήνες προϋπηρεσίας.
Τσίπουρα διπλάσια από μπίρες.
Ένα παραλίγο χαμένο τετράδιο με άχρηστους στίχους.

~


























Δήμητρα Κωτούλα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ*


(...τώρα ο πρίγκιπας ή η άμπελος έχοντας καταπιεί το ξόρκι, πληγωθεί, επιζήσει και αφού σκότωσε το βασιλιά και το δράκο -το χρώμα στα πανιά δε φαίνεται να έχει ακόμη καμιά σημασία- πηγαίνει να ζητήσει τη γυναίκα που θα ’θελε δικό του ρόδο, για γυναίκα ενός άλλου...)


Αν σταθείς προσεχτικά θα τα δεις όλα –
τον άγγελο να γυμνάζεται με την πύρινη ρομφαία στη δοκό του χρόνου
τη θλίψη στα νερά της ύπαρξης σαν ομίχλη πάνω από λίμνη
την πράσινη σταγόνα του ονείρου να ισορροπεί
–χωρίς διαφυγή–
στον πλαστικό αέρα του θερμοκηπίου
–εισπνοή / εκπνοή–
της αιώνιας ανθρώπινης περιπέτειας.

Αν σταθείς ακίνητος- προσεχτικά
θα δεις
το μεσαιωνικό μύθο ν’ αντανακλάται
στις πέντε ακριβείς διαστάσεις του
αίμα να χύνεται στο όνομα του βασιλιά, για την τιμή ή την αγάπη
ύπαρξη με ύπαρξη ν’ αναγνωρίζονται
το μύθο να εκκρεμεί –πώς αλλιώς;–
ανάμεσα σ’ επιθυμία και παραίτηση

στάσου

ο χρόνος ένα καλόβολο ζώο που μπλέκεται μέσα στα πόδια μας
ό,τι συμβαίνει δε συμβαίνει πια- αλλά είναι

το ρόδο μαζεύει ένα-ένα τ’ αγκάθια του
επίμονος ομφάλιος λώρος η κληματαριά έλκεται γύρω του

ενώ η ανάγνωση κάθε απόγευμα πιστά συνεχίζεται
δέκα και έξι μήνες τώρα
στους τέσσερις τοίχους μιας καλύβας-άσυλο
σβήνοντας ένα-ένα τα ψηφία
σε ανάστροφη κίνηση

‘κάτι πρέπει να μείνει αναλλοίωτο’
μονολογούν οι εραστές
μέχρι το τέλος
ή και μετά το τέλος
χωρίς γαμήλιους όρκους ή πανιά που εξαπατούν –

Αν σταθείς –ακροατή– προσεχτικά
θα δεις
τις λεπτές μαύρες χορδές
–αλλόκοτα ψηφία μιας πιο εύγλωττης γλώσσας–
να φτιάχνουν, τώρα εδώ, μπροστά σου
ένα τραγούδι μάταιο σχεδόν παιδικό
για ένα φίλτρο –λέει– μαγικό
που έφερε για άλλη μια φορά
τον-πάντα-λάθος-έρωτα
για ένα ζευγάρι άσπρα πανιά
που το οξύ μελάνι της αγάπης
έβαψε μαύρα.


* Τον χειμώνα του 1857-1858, ο Richard Wagner, εγκαταστημένος στη Ζυρίχη, εμπνέεται και μελοποιεί πέντε ποιήματα της μούσας και συζύγου τού εκεί πάτρωνά του, Otto Wesendonck, Mathilde. Τα περίφημα Wesendonck Lieder και η εντατική εργασία του συνθέτη στο επονομαζόμενο ‘άσυλο’, κατοικία που τού παραχωρήθηκε από τον Wesendonck δίπλα στη δική του βίλλα, θα οδηγήσουν λίγο αργότερα στη σύνθεση του Τριστάνος και Ιζόλδη, έργο από τα πλέον χαρακτηριστικά της ‘παρέκκλισης’ του βαγκνερικού ύφους που ο Νίτσε, αρχικά λάτρης και αργότερα ο κύριος αρνητής του, περιγράφει ως ‘τη γυμναστική του άσχημου στο σκοινί της αρμονίας’. Τα δυο έργα του αυτά έδωσαν το έναυσμα γι’ αυτό το ποίημα.

~





















Μαρία Τοπάλη

ΞΑΝΑΜΑΓΕΜΑ

Πλησιάζονται.
Αφότου πέθανε
ο τελευταίος μάγος της φυλής
έχουν ξεκουρδιστεί τα λόγια τους·
πια δεν χτυπά εντός τους
ούτε μέλος ούτε και ρυθμός.
Όμως τα σύννεφα
θα ταξιδέψουν από πάνω τους ψηλά
κι η λίμνη θα τα καθρεφτίσει.
Η βροχή
θα τους ωθήσει
σε μια παλιά σωματική αποδοχή.
Και κάπως έτσι
θα είχαν κάποτε
αρχίσει.
Χορευτικά μαζί
και τελε-τουργικά
θα είχε εκβληθεί
ο πρώτος βόγκος.


Αθήνα, Οκτώβριος 2013



Εκδοτική σημείωση:
Τα ποιήματα της Δήμητρας Κωτούλα και της Μαρίας Τοπάλη, που δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιουνίου 2014, γράφτηκαν ειδικά για να διαβαστούν από τις ίδιες στις 11 Νοεμβρίου 2013, στην αίθουσα συναυλιών του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», στο αφιέρωμα στον Ρίχαρντ Βάγκνερ, «Ήχοι και Στίχοι», μετά από σχετική πρόσκληση της υψιφώνου Λένιας Ζαφειροπούλου, που τραγούδησε τα Βέζεντονκ Λήντερ του συνθέτη, με τον Νίκο Λαάρη στο πιάνο. Η Μαρία Τοπάλη, μετά το «Ξαναμάγεμα», διάβασε το –ομοίως βαγκνερικής έμπνευσης– δημοσιευμένο (στο βιβλίο της, Σερβίτσιο τσαγιού, εκδ. Νεφέλη, 1999) ποίημά της, «Ασυγχώρητοι (ή: οι Αιώνιοι Εραστές)». Την βραδιά εκείνη επίσης, ο Ορφέας Απέργης διάβασε το δημοσιευμένο (στο βιβλίο του, Υ, εκδ. Πατάκη, 2011) ποίημά του με βαγκνερικές αναφορές, «Cobalt blues», και ο Παναγιώτης Ιωαννίδης, ένα ποίημά του γραμμένο ειδικά για την περίσταση.

~

















Νίνο Πεντρέττι

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ

Οι δρόμοι
είναι όλοι του Μαντσίνι, του Γκαριμπάλντι,
αφιερωμένοι όλοι σε πάπες,
σε συγγραφείς,
σ' αυτούς που δίνουν διαταγές, σ' αυτούς που κάνουν πόλεμο.
Ποτέ δεν τυχαίνει να δεις:
οδός κάποιου που ’φτιαχνε καπέλα,
οδός κάποιου που στεκόταν κάτω από μια κερασιά,
οδός κάποιου που δεν έκανε τίποτα,
γιατί πήγαινε βόλτα
καβάλα σε μια φοράδα.
Και να σκεφτείς ότι ο κόσμος
είναι φτιαγμένος απ’ ανθρώπους σαν και λόγου μου,
που μασουλάν ραδίκια
μπροστά στο παραθύρι τους
χαρούμενοι που στέκουνε κατακαλόκαιρο
ξυπόλητοι.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


Ο ΓΕΡΟΣ

Μη με ρωτάτε: έκανες τίποτα,
πού πήγες,
συνάντησες κανέναν
στον δρόμο.
Είμαι γέρος:
έχασα τους φίλους μου,
πάω αργά
σαν σαλιγκάρι.
Αν μπουμπουνίζει, φορώ ένα καπελάκι,
βγαίνω στον κήπο,
στην ταράτσα,
στύβω κανένα πορτοκάλι.
Για τη γυναίκα μου
άφησα λεφτά στο τραπέζι,
παιδιά, είναι βαρύ να γερνάς
και να πεθάνω τώρα,
που πήρα καινούρια γυαλιά, με θλίβει.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ

Αυτό το γεφύρι που χτίζεις με τα μάτια,
όταν είσαι μακριά απ’ το σπίτι,
το διαβαίνουν οι ξενιτεμένοι
που συναντάς.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


***

Γιώργος Κακαές. Γεννήθηκε και προσπαθεί να ζήσεις στην Αθήνα. Περισσότερα εδώ: verbalistes.gr.

Δήμητρα Κωτούλα. Μεγάλωσε στην Ξάνθη. Σπούδασε Αρχαιολογία και Τέχνη. Η ποιητική της συλλογή, Τρεις Νότες για μια Μουσική, κυκλοφόρησε το 2004. Έχει μεταφράσει αγγλόφωνη ποίηση. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Μαρία Τοπάλη. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε νομικά στην Αθήνα και τη Φρανκφούρτη. Δημοσιεύει ποίηση, κριτική και μεταφράσεις και εργάζεται στο ΕΚΚΕ. Το τελευταίο βιβλίο της, Για Τέσσερα Χέρια, γράφτηκε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα.

Νίνο Πεντρέττι (Nino Pedretti, 1923-1981). Ιταλός ποιητής, ο οποίος έγραφε -εκ  πεποιθήσεως- στα ρομανιόλικα(romagnolo), ιταλική διάλεκτο της βόρειας Ιταλίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής του είναι συγκεντρωμένο στον τόμο Al vousi e altre poesie in dialetto romagnolo (2007).

Τραϊανός Μάνος. Φιλόλογος. 

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

μάιος 2014 _ θοδωρής ρακόπουλος























Θοδωρής Ρακόπουλος

ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΒΟΥΒΑΛΟΙ

Με τον διπλό εσπρέσσο στο χέρι,
κατεβαίνουμε τον μικρό λόφο από το GrillAutoStop,
φτάνουμε ώς την άκρη δίπλα στο συρματόπλεγμα,
τινάζοντας τη σκόνη.

Σαν λόχος, με μια κίνηση που μας παγώνει το αίμα,
το κοπάδι οι αφρικάνοι μαύροι βούβαλοι
στρέφονται κοιτώντας μας στα μάτια,
όλα τα βλέμματά τους στα δικά μας:

Τριάντα λεία πρόσωπα σταματημένα
ρύγχη που σκοπεύουν μπροστά
οπλές κόντρα στο κοκκινόχωμα
κέρατα που φυτρώνουνε σαν δίαινες.
Με μαύρα δερμάτινα κοστούμια,
μαφιόζοι παραταγμένοι στη σειρά.

Το ηλιοβασίλεμα κατεβαίνει στο νερό
κι ο φράχτης ανάμεσά μας:
θα ήταν θάνατος, αν δεν υπήρχε,
είναι φοβερός ο κίνδυνος, η ορμή.

Μέσα στο συρματόπλεγμα με τους τέσσερεις τροχούς,
όπου δεμένα 130 άλογα,
ανοιγόμαστε στον αυτοκινητόδρομο της Mpumalanga,
προχωρώντας προς το μαύρο άγνωστο
Γιοχάνεσμπουργκ.

Μπαίνουμε στο ζεστό λουτρό
σφιγγόμαστε δέρμα το δέρμα με μανία
χωρίς ενδοιασμούς για προφυλάξεις
κλεισμένοι έξω από τη νύχτα

ενώ ενενήντα μίλια πριν
νυκτόβιοι μαύροι βούβαλοι τρυπώνουν στα νερά
ευτυχισμένοι πίσω από το συρματόπλεγμα.

Μας έχουνε ξεχάσει - ίσως δεν μας θυμήθηκαν ποτέ˙
ίσως το μόνο που θυμούνται τα τριάντα βλέμματα,
αόρατο στα δικά μας μάτια, είναι ο φράχτης
ανάμεσα σε σένα και σε μένα.

*

ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ

Τι να πει τώρα
το μαύρο χώμα
που πάνω του φυτρώνουνε
ανάποδα οι ψυχές

όσο αδειάζει -ρίζα ή σύριγγα-
στην φλέβα του η ζωή μας;

Θες να βρεθούμε
όταν χαράζει
και σπάει ο σπόρος άσκιες
περικοκλάδες νύχτες

πηχτό μελάνι μαύρο
οδούς, αρτηρίες τραβώντας;

Ωσπου στην πένα
τις λέξεις κρύβει
-μην ακουστούν ξανά-
να μην πει τώρα

το μαύρο χώμα
που πάνω του φυτρώνουνε ανάποδα οι ψυχές.

*


ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ


Η περιοχή γύρω από τον κρεμεζή κρατήρα
-ας την ονομάσουμε άλω-
φαίνεται να μελανώνει υποσχετικά˙
το πύον δεν εκκρίνεται σε ίδιες
ποσότητες, αν συγκριθεί με την περασμένη
περίοδο – ας την ονομάσουμε διαμπερή˙
αν πονάτε ακόμη, είναι κυρίως εξαιτίας
της δράσης του αντισηπτικού
– ας την ονομάσουμε απολύμανση.

Να ξεκαθαρίσω πως είναι συμβατικές
οι ονομασίες αυτές. Τις χρησιμοποιώ για
να συνεννοούμαστε. Ναι, αυτό που μοιάζει
με μηδέν –το ονομάζουμε περιτραυμάτια χώρα-
φαίνεται να μεγαλώνει. Eίναι καλό νέο αυτό:
το κόκκινο –ναι, το ονομάζουμε όπως είπατε-
δίνει τη θέση του σε δέρμα. Αλλάζετε δέρμα,
μην φοβάστε, είναι μια φυσιολογική διαδικασία –
ας την ονομάσουμε, αφού επιμένετε, «Μαρία».

*


Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ

Αγρίμι, τρέξε στην ανεμώνη νύχτα. Δεν διάβασες καλά την ωροσκόπο στιγμή ανάμεσα στα αρπακτικά, βρέθηκες νηστικό περιπολώντας στ’ άχτιστα πηγάδια. Μετακινείσαι με μέριμνα πόρπης προς το λυκαυγές. Αλλά το ξέρω πως ξημερώνεσαι για μένα, ανησυχείς στην άκρη του λόφου, αλυχτάς στην κατεύθυνση του γραφείου μου, όπου γεμίζω μελανιές τις σελίδες, σβήνοντας από κάτω τους ζωή. Άγρυπνε αίλουρε, μου μίλησαν για σένα ο Χιουζ και η Πλαθ, κι εγώ κρατούσα σημειώσεις σε οθόνες. Κατασπάραξε το τρωκτικό που με κοιμίζει στους διαδρόμους -τα κλειδωμένα βιβλία στις τζαμαρίες-, μπες στη σκηνή και λύσε το μυστήριο με τον σπινθήρα στην ίριδα.

***
Θοδωρής Ρακόπουλος. Έγραψε τα βιβλία ποίησης Φαγιούμ (2010), Ορυκτό Δάσος (2013) και το βιβλίο υβριδικών κειμένων Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας (2014). Για το πρώτο, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

απρίλιος 2014 _ θοδωρής πανάγος



























Θοδωρής Πανάγος


V.

Ένα βέλος να φεύγει
να γυρνάει στην ώρα του
με δώδεκα βρέφη.

Μια αιχμή σαν οδηγός –
ένα βέλος που έρχεται.

Κι εμείς που γινόμαστε με τους καιρούς
στόχοι σαν στοχαστές.
Που αλλάζουν.
Δώδεκα βρέφη να χάνονται
και η έλευση τους να ξαναγεννιέται –
αενάως
να τα καθιστά σοφά.

Και η αιχμή –
δίπλα τους κοιτάζει.
Δεν το καταλαβαίνουν
κι ακολουθούν.
Ποτέ δεν θα ξανάρθει.

Ουρανός τα φωτίζει.
Ορίζει πότε έρχονται.
Παντοτινές αρμονίες.

Και εσύ
που είσαι ουρανός και βέλος
αιχμή
τραπέζι
οροφή –

Εσύ ως έμβρυο.
Oδηγός που μας ακολουθεί.

*

XII.

Και τότε ήρθε ένα κύμα.

Ανέβηκε πάνω από το κορμί μας
πάνω από όσα ξέρουμε.
Πανέξυπνο και μονάκριβο

Σκαρφάλωνε για ώρες.
Κοίταγε πέρα από όσα είναι.
Γέλαγε με όσα θελήσαμε.

Ήρθε την νύχτα.
Το θέλαμε.
Τα φώτα το περίμεναν.
Τα φώτα γνώριζαν –
γερνούν κρυφά κάθε βράδυ.

Στέκεται δίπλα μας
– και για πάντα.
Με δύσκολο αέρα.
Απρόσιτο και δύστροπο.

*

XV.

Όλα όσα είχαμε
τα δανείσαμε για λίγο στον καιρό.
Και εκείνος, εξόχως γενναιόδωρος
μας έκανε να νομίσουμε για λίγο
ότι κάτι υπάρχει.

Σιωπηλά λιβάδια, ήσυχοι ουρανοί
ένα βιαστικό αυτοκίνητο
το χαμόγελο σου
και χιλιάδες λαμπερά σύνορα.

Μην αφήνετε ερωτήματα, είπε.
Θα ζείτε κάπου εκεί.
Ανάμεσα
σε όσα πιστεύουμε
και σε όσα αισθανθήκαμε.

Θα ζούμε ακριβώς εκεί.

Η κάθε σας άγνοια προσεύχεται σκληρά.
Χρόνια και αιώνες έρχονται και θα έρχονται.
Ασκητικά, ηλιόλουστα χρόνια.
Αιώνες ιεροί και όμορφοι.

Ανεβαίνει ασθμαίνουσα η κάθε αλήθεια.
Ανεξερεύνητη και σκοτεινή.
Τόσο σκοτεινή που μας φωτίζει.

Και στο τέλος μάς φέρνει πίσω
όλα όσα έχουμε.

***

Θοδωρής Πανάγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται ως Πολιτικός Μηχανικός. Αρθρογραφεί τακτικά στο popaganda.gr, και γράφει ποίηση από το 2005.


Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

μάρτιος 2014 _ έμιλυ ντίκινσον



















J 80 / Fr 129

Ζούμε ζωές ελβετικές –
Γαλήνιες – Δροσερές –
Ώσπου μπορεί μια μέρα
Οι Άλπεις ν’ αποξεχαστούν
Κι εμείς να δούμε πέρα!

Η Ιταλία είναι εκεί!
Μα πάντοτε στο μεταξύ –
Οι Άλπεις σεμνές –
Και πλανερές
Φρουρά που μας περιπολεί!

[μετάφραση: Γιάννης Δούκας]

*

J 214 / Fr 207

Πίνω ένα άγουρο ποτό –
Με Kούπες Φιλντισένιες –
Κανένα Bαρέλι από το Ρήνο
Δεν γέννησε τέτοιο Kρασί!

Είμαι για αέρα – εγώ – αλκοολική
Και για Δροσιά Αχόρταγη –
Ζαλισμένη έρχομαι – απ' το αιώνιο καλοκαίρι –
Και τα χάνια του ρευστού Γαλάζιου –

Κι όταν οι “Πανδοχείς” την μεθυσμένη Mέλισσα
Πετάξουν έξω απ’ της Mαργαρίτας την αυλή –
Όταν θα σπάσουν οι Πεταλούδες τα “ποτήρια” τους –
Τότε είναι που ακόμα περισσότερο θα πιω!

Ώσπου τα Σεραφείμ ν’ ανεμίσουν τα Σκουφιά τους τα λευκά –
Και τρέξουν οι Άγιοι – στα παράθυρα –
Να δούνε τη μικρή Μπεκρού
Πάνω στον – Ήλιο ν’ακουμπά!

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

*

J 254 / Fr 314

Η “Ελπίδα” είναι ένα πράγμα φτερωτό –
Που στην ψυχή κουρνιάζει –
Και τραγουδάει χωρίς λόγια το σκοπό –
Ποτέ – δεν ησυχάζει –

Γλυκύτατο – μες στον Τυφώνα – ηχεί –
Και σφοδρή θύελλα μονάχα θα πικράνει –
Και θα πτοήσει το μικρό Πουλί
Εκείνο που πολλούς έχει ζεστάνει –

Το άκουσα σε χώρα παγερή –
Στης Θάλασσας τα κύματα τα ξένα –
Κι όμως – ποτέ – στις ύστατες τις Ώρες,
Δε ζήτησε ένα ψίχουλο – από μένα.

[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]

*

J 586 / Fr 392

Μιλήσαμε όπως τα Κορίτσια –
Με αγαλλίαση, ώς αργά –
Διατυπώσαμε με θάρρος εικασίες, για τα πάντα, εκτός από το Μνήμα –
Το δικό μας, δεν μας αφορούσε.

Ορίσαμε τα Πεπρωμένα, ψύχραιμες –
Όσο ήμασταν – εμείς – οι Διευθέτες –
Κι ο Θεός, Εταίρος Σιωπηλός
Στην Εξουσία μας –

Μα επιμείναμε με αγαλλίαση βαθύτερη, στον Εαυτό μας
Όπως θα ήμασταν – εν τέλει –
Όταν μες στη θαλπωρή, τα Κορίτσια γίνονται Γυναίκες
Κατακτάμε – Αναβαθμούς –

Χωρίσαμε μ’ ένα συμβόλαιο
Ν’ αγαπιόμαστε, να γράφει η μια στην άλλη
Αδύνατα όμως και τα δύο, έκρινε ο Θεός
Πριν καν βραδιάσει πάλι.

[μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]

*

J 712 / Fr 479


Καθώς δεν μπόρεσα να σταματήσω για τον Θάνατο –
Σταμάτησε ιπποτικά Αυτός για μένα –
Η Άμαξα δεν είχε άλλον επιβάτη από Εμάς –
Και την Αθανασία.

Πηγαίναμε αργά – Αυτός δεν γνώριζε βιασύνη
Κι εγώ στην άκρη άφησα
Τον μόχθο, την ανάπαυλα,
Για τη Λεπτή Του Χάρη.

Περάσαμε απ’ το Σχολειό, και τα Παιδιά παλεύανε
Σε κάποιο Διάλειμμα – μες στον Περίβολο –
Περάσαμε απ’ τους Αγρούς, το Ατενές Βλέμμα του Σίτου –
Περάσαμε τη Δύση του Ηλίου –

Ή μάλλον – Αυτός προσπέρασε Εμάς –
Οι Στάλες της Δροσιάς μαζεύτηκαν με Σύγκρυο και Ρίγος –
Απλό Αραχνοΰφαντο, το Φόρεμά μου –
Το Σάλι μου – μονάχα από Δαντέλα –

Σταθήκαμε σε κάποιο Οίκημα που έμοιαζε
Σαν να ’ταν Οίδημα στο Χώμα –
Τη Στέγη μόλις που τη διέκρινες –
Και η Μαρκίζα – μες στο Χώμα.

Αιώνες – φύγαν από τότε – κι όμως
Σαν να ’ναι πιο κοντά παρά η Μέρα
Που μάντεψα πως τα Κεφάλια των Αλόγων
Έδειχναν την Αιωνιότητα –

[μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη]

*

J 1035 / Fr 983

Σε περιμένω, Μέλισσα!
Για τον Ερχομό σου
Μιλούσα Χτες
Μ’ έναν γνωστό σου –

Τα Βατράχια επέστρεψαν
Βολεύτηκαν κι έπιασαν δουλειά –
Τα Πουλιά επανήλθαν –
Τα Τριφύλλια φωτεινά και πυκνά –

Το Γράμμα μου θα λάβεις μέχρι
Τις δεκαεπτά. Απάντηση στείλε
Ή καλύτερα, κοντά μου σπεύσε –
Δική σου πάντα, Μύγα.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

*
J 1695 / Fr 1696

Υπάρχει η μοναξιά τού χώρου
Της θάλασσας η μοναξιά
Η μοναξιά και του θανάτου,
Μα κοινωνία είν’ όλ’ αυτά,
Με τον βαθύ τον τόπο αν συγκριθούνε
Την πολική ερημία
Μία Ψυχή παραδομένη στον εαυτό της –
Πεπερασμένο Άπειρο.

[μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου]

*

J 1703 / Fr 1740 
 
Παρηγοριά στο Νεκρικό της Δώμα
Να ακούς το ζωντανό Ρολόι
Να σε ανακουφίζει λίγο ακόμα
Το αντρίκιο του ανέμου γυρολόι
Να σπάει το Θέμα του Θανάτου
Από ένα μακρινό παιδιών παιχνίδι
Που όμως, θα ζήσουνε – του κάκου –
Αυτά. Ενώ από εμάς τούτο θα φύγει

[μετάφραση: Στέργιος Μήτας]

*

J 1732 / Fr 1773

Δυό φορές τέλειωσε η ζωή μου πριν τελειώσει.
Και ακόμα περιμένω
Η Αθανασία
Αν τρίτο θα μου φανερώσει πλήγμα,
Τόσο απέραντο, τόσο ασύλληπτο,
Να επέλθει.
Του παραδείσου η μόνη γνώση είναι η απώλεια,
Που ταυτόχρονα την κόλαση μας δείχνει.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]
*
J 1763 / Fr 1788

Μέλισσα η φήμη.
Έχει τραγούδι –
Έχει κεντρί –
Α, και φτερά μαζί.

[μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου]

***

Σημείωση: Το «The Books’ Journal» εορτάζει τον ‘Μήνα της ποίησης’ δημοσιεύοντας δέκα ανέκδοτες μεταφράσεις ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον, καμωμένες από πέντε ποιήτριες και ποιητές, ειδικά για την εκδήλωση του «Με τα λόγια (γίνεται)» προς τιμήν της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας, τον Μάρτιο 2013, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.

***

Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Παν/μιο Αθηνών και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, φιλοσοφία στο Παν/μιο Κρήτης. Εργάζεται ως διορθώτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Το άστρο του Βορρά (2010) και Το άστρο του Τίποτε (2013).

Γιάννης Δούκας. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α. και Digital Humanities στο King's College του Λονδίνου. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή Το σύνδρομο Σταντάλ (2013).

Κατερίνα Ηλιοπούλου. Ποιήτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποίησης και μεταφράσει το Άριελ της Σύλβια Πλαθ (σε συνεργασία με την Ελένη Ηλιοπούλου). Διευθύνει το εξαμηνιαίο περιοδικό “ΦΡΜΚ”.

Λένια Ζαφειροπούλου. Σπούδασε τραγούδι, πιάνο και όπερα στην Στουτγάρδη και στο Λονδίνο. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: Paternoster Square (2012), που βραβεύτηκε από το περιοδικό «Αναγνώστης» το 2013, και η ποιητική ανθολογία και ο δίσκος, Όταν ο Νους σου βράζει κι η Καρδιά, με ποιήματα και τραγούδια των Γκαίτε και Χάινε (2014).

Στέργιος Μήτας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Έμμετρη Φυσική Ιστορία των Θεάτρων, κυκλοφόρησε το 2013.