Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

οκτώβριος 2014 _ μαίρη γιόση














Μαίρη Γιόση


[ΣΤΟΝ ΔΥΝΑΤΟ ΑΕΡΑ...]

Στον δυνατό αέρα
ένα πουλί αμφιβάλλει
Κι αν είναι το ακίνητο
κέντρο του κόσμου; 

*

ΣΤΙΓΜΗ ΠΡΩΤΗ

Όπως τινάζεται
ο αίλουρος του έρωτα
με σκοτεινά μάτια
Το δέρμα μου αλλάζω
που έγινε δύσκολη γνώση –
γυμνό πικρό αμύγδαλο

*

ΑΝ ΕΙΧΑ ΕΝΑΝ ΚΗΠΟ

                             Στην Άννα Γρίβα

Αν είχα έναν κήπο θα καθόμουν το απόβραδο. Κουρασμένη. 
Θα έρχονταν μυρουδιές απ’ τα φυτά
που ολημερίς θα τα δασκάλευα: 
να εργάζονται παρά τις αντίξοες συνθήκες, 
να αντλούν απ’ τα αποθέματα αν δεν έχουν νερό, 
να καλοδέχονται τα πουλιά.
Αν είχα έναν κήπο θα είχα ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο,
 βρώμικα νύχια και λαστιχένια τσόκαρα.
Θα αηδίαζα με τα σκουλήκια, θα τρόμαζα με τα έντομα
κι όλοι θα έβλεπαν πως δεν μου άξιζε ο κήπος.
Μα θα τον αγαπούσα. Θα σκάλιζα το χώμα, 
θα μιλούσα στις ρίζες και στα βλαστάρια,
θ' αντάλλαζα μυστικά με τους σπόρους.
Τέλος θα μάθαινα τη γλώσσα των πουλιών.
Τις γλώσσες των πουλιών θα μάθαινα.
Κάποια στιγμή, με τη ράχη στο χώμα, θα μάθαινα
το βλέμμα του ουρανού.

*

FUGA

Χρώμα που σχίζει
τα νερά
Μόλις πλεούμενο
Χρώμα αιωρούμενο
Σώμα
Θα φύγει κι αυτός ο καημός 
Θα πέσει η νύχτα
Ο κόσμος διάφανος
Θα ονειρευτεί.
*

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΒΟΥΝΟ

  Στον Evan

Ο Χοκουσάι μού έμαθε
Τι σημαίνει να είμαι βουνό
Κεφάλι στα σύννεφα
Καρδιά πυρακτωμένη
Κάτω απ΄τα πόδια μου
Ποτάμι ορμητικό.
Μετέωρη
Αρχίζω πάλι
Με άλλα χρώματα.

*

Μαίρη Γιόση. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο (Καναδάς). Είναι αναπληρώτρια  καθηγήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, πέρα από το επιστημονικό και μεταφραστικό της έργο, έχει δημοσιεύσει πέντε ποιητικά βιβλία (τα δύο πρώτα με το όνομα Μαίρη Κάσου): Πασιφάη (1981), Τοπίο κατάβασης (1985), Ειδική διαδρομή (1990), Οι Γάμοι (1993) και Χαμηλός Ουρανός (2006). 


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

σεπτέμβριος 2014 _ δήμητρα χριστοδούλου






















Δήμητρα Χριστοδούλου


ΜΙΚΡΟΣ ΔΡΥΜΟΣ

Οροσειρές, καμπούρες αλλεπάλληλες,
Εκεί που ρέει το ένα πρόσωπο από τ΄άλλο
Μέσα από γενεές πουλιά, θανάσιμα ήσυχα
Πάνω στα δίχτυα των κλαδιών τ΄απλωμένα,
Αυτό το βήμα το κουτσό να τ΄ακούτε
Στα περάσματα της ομίχλης άραγε
Ή εδώ, μέσα σε τέσσερις τοίχους,
Τρεκλίζει της ψυχής μου το δάσος;

Πούπουλα των βουνών, τούφες του κρύου,
Εκεί που χαμηλοπετάνε τ' άστρα
Και δένουν σε καμώματα από κρύσταλλο
Το ένα πεινασμένο αγρίμι με το άλλο,
Το παίρνετε, όταν φεύγει από το πιάτο μου,
Το αλάτι του ατμού νικημένο
Ή το επιστρέφει, όσο απομένει, η λάμπα
Σαν να ήταν σωτηρία τα γεύματα;

Θα πάω μ' ένα δαχτυλάκι χιόνι
Ν΄ανανεώσω τα ρούχα μου,
Με ξεκουφαίνουν τα κουμπιά στις φωλίτσες τους
Σαν μόλις γεννημένα απ' τ' αυγό τους.
Η θλίψη νίβει τη γατίσια γούνα της
Προτού ριχτεί στα πουλάκια.
Α, με τι σκώρο, τι κουρελαρία
Ντύνει ο κισσός τα δέντρα εκεί ψηλά...


*

ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

Όταν τη θάλασσα την κλείνω σαν βιβλίο
Για μια βαρκάδα στον αφώτιστο βυθό,
Η νήσος, η Βασιλική Μελαγχολία,
Αργοπεθαίνει κι όμως πόσο
Όμορφα μυρίζει το αίμα της,
Λευκό θρασύ τριανταφυλλάκι!
Κήπο ολόκληρο ενθουσιάζει.
Ξέρω γιατί μετά ξυπνούνε τα καβούρια,
Σαν μεθυσμένα πάνω στα διαμάντια
Και πιο πολύ δροσίζει παρά φέγγει
Το κουδούνι που κρεμούν στο φανάρι τους:
Γιατί έρχεται η άνοιξη και πέφτει
Με δύναμη βροχής και όχι αγάπης
Και να! Μιλιούνια ανθούν
Ψαρίσια χρώματα.
Και τώρα να επιστρέψω τα ύδατα
Σ’ εκείνες τις σελίδες που ανήκουν.
Με τα μαύρα σταφύλια στο μέτωπο
Να βγάλω μια φωνή μες στο σπίτι
Και αυτό το ποίημα
Να κλείσω εδώ,
Που κλείνουν όλα.

*

ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΤΣΙ

Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε.
Κάθε μια την κρεμάει με τάξη
Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου.
Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου,
Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα,
Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά
Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι.
Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση,
Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…
Κυρία, αν μ’ αφήνετε πίσω σας,
Ανάψτε στα κλαδιά το ρολόι.
Ένα δυο πουλιά θα κατάφερναν
Να μετρούν με μυγάκια το χρόνο
Αλλά κατά την απουσία τους πρέπει
Ν’ ακούγεται ένα τικ – τακ στο στερέωμα.
Η λάμψη θα έδινε στην κατατομή σας
Την αξιοπρέπεια μιας γαλανής αυγής,
Που καμιά ζύμη δεν μπορεί να πλάσει,
Εκτός κι αν είναι θέλημα Θεού
Να δώσει Εκείνος ένα σήμα απασχόλησης
Με την κατασκευή μιας καινούριας ημέρας.

*

Δήμητρα Χριστοδούλου. Γεννήθηκε, σπούδασε και εργάστηκε (το μεγαλύτερο διάστημα) στην Αθήνα. Έχει εκδώσει, μεταξύ άλλων, 11 βιβλία ποίησης. Της έχει απονεμηθεί το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2008). 


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

αύγουστος 2014 _ δανάη σιώζιου

























Δανάη Σιώζιου


ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΤΕΙΧΟΣ


Όχι δεν έτρεξαν όλοι για τα σουβενίρ

Υπήρχαν άνθρωποι σε αίθουσες αναμονής σε ιατρεία νοσοκομεία και μαιευτήρια
σταθμούς τραίνων και λεωφορείων
γυναίκες στα κομμωτήρια και τις σάουνες
σάρκα που λιώνει και μαλλιά
κομμένα χιλιάδες φορές στο πάτωμα
καθώς και υπερπληθυσμός φακέλων
με αρχεία παρακολούθησης στα υπόγεια

Αυτά είδαν οι σιδερένιοι γερανοί εργοταξίου
στις 9 Νοεμβρίου του 1989
κι έχουν ακίνητα απλωμένο από τότε το φτερό
στον ουρανό πάνω από το Βερολίνο και ατσαλένιο
το πόδι τους στο σώμα του

Εγώ ήμουνα μικρή
δεν είχα δόντια και, κανονικά,
δεν θα ’πρεπε να τα θυμάμαι
Μα τα βράδια με νανούριζε ο Γιόχαν ο αδικοτιμωρημένος
καταστροφέας αγκυλωτών σταυρών
Ευχή μου έδινε
να ζήσω όπως έζησε, κυνηγημένη – κι από τότε
ουά ουά ουά το μπάσταρδο βρέφος του,

Αγαπητέ βοσκέ γερμανικών λυκόσκυλων στο Μπούχενβαλντ
που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις

*

ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ


Η Frau Wilma με φρόντιζε συχνά. Ήτανε μάγισσα, γιατί έπαιρνε λευκούς καμβάδες και μετά από λίγο δεν ήταν πια λευκοί, ήταν γεμάτοι κόσμους αγωνίας και βίας. Όταν έκανα αταξίες μού έλεγε κάτσε ήσυχη αλλιώς θα βγεις από την καμινάδα, κι εγώ νόμιζα ότι εννοούσε αυτό που στα ελληνικά το λέμε «έξω απ’ την πόρτα». Αγαπούσα τις καμινάδες, γιατί ο παππούς που ήταν παππούς αλλά ήταν και μικρός, σκαρφάλωνε σε κάτι τεράστια φουγάρα που ήταν εκατόν πενήντα μέτρα, μου είχε πει, και είχε υποσχεθεί να μου μάθει. ‘Όλοι δουλεύανε στα εργοστάσια αλλά μόνο εκείνος ήταν τόσο γενναίος. Ήταν και καλός, με έπαιρνε τις αργίες μαζί του στα γαλλικά χωριά δίπλα, όπου επισκεύαζε σπίτια, γιατί ήταν ξύλινα σπίτια και αυτός ήταν και μαραγκός, είχε μάθει στο χωριό στην Ελλάδα πριν να γίνει ο πόλεμος.
Η Frau Wilma φορούσε βραχιόλια και έβαφε τα μαλλιά της ξανθά, μικρή ήταν ξανθιά. Εγώ δεν ξεπερνούσα τα είκοσι κιλά, τα μαλλιά μου ήταν πορτοκαλί και τα μάτια μου πράσινα. Την ημέρα που ήρθε το φορτηγό για να φορτώσουμε τα πράγματα, ο παππούς δεν υπήρχε πια, επειδή δεν αρκεί να πεθαίνει κανείς: πρέπει να πεθαίνει εγκαίρως, έτσι μας έγραψε, όσο για τη Frau Wilma, έκανε το ίδιο που έκανε πάντα όταν με γύριζε σπίτι. Ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά. Είπε μόνο πως λυπόταν, πως θα ’θελε να με κρατούσε για πάντα, αλλά δεν ανησυχούσε, γιατί τώρα έπρεπε να μεγαλώσω, και θα επέστρεφα σίγουρα, θα έπαιρνα όλους τους δρόμους και θα εμφανιζόμουν την κατάλληλη στιγμή, αυτό θα συνέβαινε με όλους όσους συναντήσω, είπε, δεν συναντιούνται άνθρωποι που δεν έχουν από πριν συναντηθεί, μετά ένευσε με το χέρι της έναν σχεδόν αποχαιρετισμό.
Έπειτα, κοίταξα τις καμινάδες πάλι, και τότε ένιωσα μια ελαφριά ανατριχίλα αν κι ήταν καλοκαίρι, γιατί πάντα καλοκαίρι επιστρέφαμε στην Ελλάδα.


*

Δανάη Σιώζιου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καρλσρούη της Γερμανίας και στην Καρδίτσα. Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, Πολιτιστική Διαχείριση, καθώς και Ευρωπαϊκή Ιστορία. Υπήρξε συνεκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού Τεφλόν. Ποιήματα, άρθρα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Εργάζεται ως καθηγήτρια ξένων γλωσσών.


Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

ιούλιος 2014 _ γλυκερία μπασδέκη & βασίλης τσαρνάς




















Γλυκερία Μπασδέκη


ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


μες στον Μασούτη άλουστη
λερή

ένα αλεύρι ήθελε δεν προσδοκούσε

τίποτε δεν ήξερε εννιά παρά
στο κλείσιμο

κι όμως

δεν έχει ώρες ο Ανελέητος
δεν στέλνει μήνυμα πιο πριν δεν
προειδοποιεί ο Αλήτης

εκεί μπρος στο αλεύρι
ολικής μετά τις
ζύμες

παραμόνευε

κι εκείνη άλουστη λερή

ένα αλεύρι μόνον

ήθελε

την κάρφωσε την έλυωσε
πάει στον αγύριστο

κι ακόμα παραπέρα η άλουστη

με το αλεύρι αγκαλιά
αιώνες τώρα

*


TA ΓΚΟΦΡΕΤΑΚΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


ω, έλυωνε στο στόμα
η επικάλυψη

αχ, η γλωσσίτσα έτρεμε
σαλάκια κατηφόριζαν
τι πυρετός

φιλί και γκοφρετάκι
γκοφρετάκι και φιλί

περνούσε κόσμος, τρόλευ
κάποιοι γελούσαν κάποιοι
δάκρυζαν

τίποτε τα παλιόπαιδα, Χριστό
δεν καταλάβαιναν

φιλί και γκοφρετάκι
γκοφρετάκι και φιλί

κόλλησε η πόλη τρέμουλο
έτρεχαν σάλια
γκοφρετάκια τα φιλιά
οι φάτνες
έσταζαν

Χριστό δεν καταλάβαιναν
που λες - ανήμερα


Η ΚΟΜΙΣΣΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ


έλαμπαν τα καντούνια
άστραφταν – χαμογελούσε ο ΄Αγιος
λειψανοθήκες, τα οστά όλα
σε πτήση – βούιζαν περνούσαν
χορωδίες μπλε και
κόκκινες σαν Πάσχα
τσιτσιμπύρες άφριζαν την
αγκαλιάζαν όλοι τη
φιλούσαν

κι ας ξένη κι ας χερσαία αυτή
κι ας μην από το αίμα τού
λαγού

όλοι σαν κόμισσα
την προσκυνούσαν

σαν να δέσποζε


*




















Βασίλης Τσαρνάς

049


το βλέμμα μου φεύγει
κυλάω επάνω
στον ανάποδο θρόνο του λεωφορείου
παντού σταγόνες πουθενά βροχή
τελετή πολλαπλών κόσμων
μια θέση για το μωρό
παγωμένη φωτογραφία παγοδρομίου
βλέμματα αμοιβαίας καταδίκης
εσύυυ φταις για το στρίμωγμα για την απεργία εσύυυ
σκουλήκια προχωρήστε προς τα μέσα δεν καταλαβαίνετε;
η πειραιώς βρέχει ο πειραιάς τίποτα
μετά θα φταίω εγώ
θολό εργοστάσιο
πολιτισμός για σημαίες
ελλάς ευρώπη δήμος λευκή δύναμη
νευρικός πόνος στην πλάτη
σκελετός του κλουβιού
επισύρει πρόστιμο
το σέρνει πάνω στις σκόνες
με το 'να χερι κρατιόμουνα
με το άλλο κράταγα την τσάντα
με τα δόντια
το δίκιο το δίκιο
το δίκιο δικό μου
θα φωνάξω την αστυνομία!

*

[μια λωρίδα στο σώμα μου...] 


μια λωρίδα στο σώμα μου
που χάρτινο με ονομάζει
σφίγγεται από πόνο και διπλώνει
σκληρή παιδική πληγή
που στα γόνατά μου γλύφω
καθώς μέσα σε φάκελο διπλώνομαι
και κοιμάμαι φωσφορίζοντας στα συρτάρια σου
περιμένοντας τη στιγμή που θα με ανοίξεις
και θα γλύψεις τα αλμυρά γραμματόσημα
κι έπειτα στον καθρέφτη
κοιτώντας το αίμα στη γλώσσα σου
ακουμπώντας τα γόνατά σου στο χώμα
γλυκά θα με ταχυδρομήσεις μακρυά


*

ΣΦΗΚΑ


το εσωτερικό τσούξιμο
απλώνεται στο πόδι μου
μελάνι σε νερό

εκεί ισορροπεί ενώ κρατιέται
απο τη μυτερή γωνία του τσιμπήματος
σκοινί που χορεύει λεπτό
και το δόλωμα του πόνου επιδεικνύει
υπογραμμίζοντας
αυτό το τεράστιο νύχι γάτας
που πάνω μου έχει καρφωθεί
και σκοντάφτω τα πόδια μου όταν γλύφει
θυμίζοντάς μου μια ξεχασμένη υφή

ένεση από μηχανικό μολύβι
πατάω το μηχανισμό
και η βελόνα απλώνεται
στάζει πάνω στο χαρτί
και ξαναγράφει με δηλητήριο
τις γραμμές και τα περιγράμματα
που σημαίνουν πραγματικά
πραγματικά όπως μόνο ο πόνος εξηγεί–
το σώμα μου


*

[η μικρή Νέμεση] 


η μικρή Νέμεση
στέκεται κάτω απ’ το τραπέζι
μαλακιά σα ζυμάρι
τα μάτια της
κόκκινο της κραυγής
κρύσταλλοι μικροσκοπικοί σπινθηρίζουν
στους δρόμους τους όταν βγαίνει
πολύτιμα παιδικά κρανία
τη χαιρετούν
μάντεψε ποια είμαι! λέει
και τ’αυτοκίνητα
στη σειρά όλα φρενάρουν
αργά μπροστά της
επιδεικνύοντας
τους μωβ θανάτους που φέρουν
είμαι η ανάφλεξη της σιωπής
και τώρα ζωηρά με βλέπουν
όλοι όσοι κοιτάνε αλλού
μπροστά στην ανάσα μου
φιάλες οξυγόνου
φέρετρα βυθίζονται
και φεγγαρίσιες γραμμές
στα μαύρα νερά
μουρμουριστά κυλιούνται
τα θηρία στους εγκεφάλους τους
οσμίζονται το αίμα
γύρω γύρω
περιστρέφονται δερβίσηδες
και αρπάζουν
μικρά μικρά κάτω άκρα
γλυκά φουρνισμένα χέρια
ώμους πλασμένους από άχνη
τρώνε σώμα από το σώμα μου
πίνουν αίμα από το αίμα μου
μα πάνω στα ενήλικα τραπέζια τους
το κεφάλι όταν ακουμπούν
μέσα από το ξύλο
τους ψιθυρίζω για νανούρισμα
μια κρύα όμορφη
πολύχρωμων γιαπωνέζικων ψαριών
ακονισμένη καληνύχτα

*


Γλυκερία Μπασδέκη. Γεννήθηκε στη Λάρισα. Γράφει ποίηση (Είναι επικίνδυνο ν’ ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές, 1989, Σύρε καλέ την άλυσον, 2012) και θέατρο (Στέλλα travel / η γη της απαγγελίας, 2013, Ραμόνα travel / η γη της καλοσύνης, 2014).

Βασίλης Τσαρνάς. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ασχολείται με την γραφή, τη μουσική και την ζωγραφική, και έχει κάνει δυο ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας. Εργάζεται στον χώρο του βιβλίου. Αυτή είναι η πρώτη του ποιητική δημοσίευση.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

ιούνιος 2014 _ γιώργος κακαές & δήμητρα κωτούλα & μαρία τοπάλη & νίνο πεντρέττι [μτφρ.: τραϊανός μάνος]




























Γιώργος Κακαές

ΙΟΥΝΙΟΣ

Η ώρα του θερισμού:
Κάρτα ανεργίας και μήνες προϋπηρεσίας.
Τσίπουρα διπλάσια από μπίρες.
Ένα παραλίγο χαμένο τετράδιο με άχρηστους στίχους.

~


























Δήμητρα Κωτούλα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ*


(...τώρα ο πρίγκιπας ή η άμπελος έχοντας καταπιεί το ξόρκι, πληγωθεί, επιζήσει και αφού σκότωσε το βασιλιά και το δράκο -το χρώμα στα πανιά δε φαίνεται να έχει ακόμη καμιά σημασία- πηγαίνει να ζητήσει τη γυναίκα που θα ’θελε δικό του ρόδο, για γυναίκα ενός άλλου...)


Αν σταθείς προσεχτικά θα τα δεις όλα –
τον άγγελο να γυμνάζεται με την πύρινη ρομφαία στη δοκό του χρόνου
τη θλίψη στα νερά της ύπαρξης σαν ομίχλη πάνω από λίμνη
την πράσινη σταγόνα του ονείρου να ισορροπεί
χωρίς διαφυγή–
στον πλαστικό αέρα του θερμοκηπίου
εισπνοή / εκπνοή–
της αιώνιας ανθρώπινης περιπέτειας.

Αν σταθείς ακίνητος- προσεχτικά
θα δεις
το μεσαιωνικό μύθο ν’ αντανακλάται
στις πέντε ακριβείς διαστάσεις του
αίμα να χύνεται στο όνομα του βασιλιά, για την τιμή ή την αγάπη
ύπαρξη με ύπαρξη ν’ αναγνωρίζονται
το μύθο να εκκρεμεί –πώς αλλιώς;–
ανάμεσα σ’ επιθυμία και παραίτηση

στάσου

ο χρόνος ένα καλόβολο ζώο που μπλέκεται μέσα στα πόδια μας
ό,τι συμβαίνει δε συμβαίνει πια- αλλά είναι

το ρόδο μαζεύει ένα-ένα τ’ αγκάθια του
επίμονος ομφάλιος λώρος η κληματαριά έλκεται γύρω του

ενώ η ανάγνωση κάθε απόγευμα πιστά συνεχίζεται
δέκα και έξι μήνες τώρα
στους τέσσερις τοίχους μιας καλύβας-άσυλο
σβήνοντας ένα-ένα τα ψηφία
σε ανάστροφη κίνηση

κάτι πρέπει να μείνει αναλλοίωτο’
μονολογούν οι εραστές
μέχρι το τέλος
ή και μετά το τέλος
χωρίς γαμήλιους όρκους ή πανιά που εξαπατούν –

Αν σταθείς –ακροατή– προσεχτικά
θα δεις
τις λεπτές μαύρες χορδές
αλλόκοτα ψηφία μιας πιο εύγλωττης γλώσσας–
να φτιάχνουν, τώρα εδώ, μπροστά σου
ένα τραγούδι μάταιο σχεδόν παιδικό
για ένα φίλτρο –λέει– μαγικό
που έφερε για άλλη μια φορά
τον-πάντα-λάθος-έρωτα
για ένα ζευγάρι άσπρα πανιά
που το οξύ μελάνι της αγάπης
έβαψε μαύρα.


* Τον χειμώνα του 1857-1858, ο Richard Wagner, εγκαταστημένος στη Ζυρίχη, εμπνέεται και μελοποιεί πέντε ποιήματα της μούσας και συζύγου τού εκεί πάτρωνά του, Otto Wesendonck, Mathilde. Τα περίφημα Wesendonck Lieder και η εντατική εργασία του συνθέτη στο επονομαζόμενο ‘άσυλο’, κατοικία που τού παραχωρήθηκε από τον Wesendonck δίπλα στη δική του βίλλα, θα οδηγήσουν λίγο αργότερα στη σύνθεση του Τριστάνος και Ιζόλδη, έργο από τα πλέον χαρακτηριστικά της ‘παρέκκλισης’ του βαγκνερικού ύφους που ο Νίτσε, αρχικά λάτρης και αργότερα ο κύριος αρνητής του, περιγράφει ως ‘τη γυμναστική του άσχημου στο σκοινί της αρμονίας’. Τα δυο έργα του αυτά έδωσαν το έναυσμα γι’ αυτό το ποίημα.

~





















Μαρία Τοπάλη

ΞΑΝΑΜΑΓΕΜΑ

Πλησιάζονται.
Αφότου πέθανε
ο τελευταίος μάγος της φυλής
έχουν ξεκουρδιστεί τα λόγια τους·
πια δεν χτυπά εντός τους
ούτε μέλος ούτε και ρυθμός.
Όμως τα σύννεφα
θα ταξιδέψουν από πάνω τους ψηλά
κι η λίμνη θα τα καθρεφτίσει.
Η βροχή
θα τους ωθήσει
σε μια παλιά σωματική αποδοχή.
Και κάπως έτσι
θα είχαν κάποτε
αρχίσει.
Χορευτικά μαζί
και τελε-τουργικά
θα είχε εκβληθεί
ο πρώτος βόγκος.


Αθήνα, Οκτώβριος 2013



Εκδοτική σημείωση:
Τα ποιήματα της Δήμητρας Κωτούλα και της Μαρίας Τοπάλη, που δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιουνίου 2014, γράφτηκαν ειδικά για να διαβαστούν από τις ίδιες στις 11 Νοεμβρίου 2013, στην αίθουσα συναυλιών του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», στο αφιέρωμα στον Ρίχαρντ Βάγκνερ, «Ήχοι και Στίχοι», μετά από σχετική πρόσκληση της υψιφώνου Λένιας Ζαφειροπούλου, που τραγούδησε τα Βέζεντονκ Λήντερ του συνθέτη, με τον Νίκο Λαάρη στο πιάνο. Η Μαρία Τοπάλη, μετά το «Ξαναμάγεμα», διάβασε το –ομοίως βαγκνερικής έμπνευσης– δημοσιευμένο (στο βιβλίο της, Σερβίτσιο τσαγιού, εκδ. Νεφέλη, 1999) ποίημά της, «Ασυγχώρητοι (ή: οι Αιώνιοι Εραστές)». Την βραδιά εκείνη επίσης, ο Ορφέας Απέργης διάβασε το δημοσιευμένο (στο βιβλίο του, Υ, εκδ. Πατάκη, 2011) ποίημά του με βαγκνερικές αναφορές, «Cobalt blues», και ο Παναγιώτης Ιωαννίδης, ένα ποίημά του γραμμένο ειδικά για την περίσταση.

~

















Νίνο Πεντρέττι

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ

Οι δρόμοι
είναι όλοι του Μαντσίνι, του Γκαριμπάλντι,
αφιερωμένοι όλοι σε πάπες,
σε συγγραφείς,
σ' αυτούς που δίνουν διαταγές, σ' αυτούς που κάνουν πόλεμο.
Ποτέ δεν τυχαίνει να δεις:
οδός κάποιου που ’φτιαχνε καπέλα,
οδός κάποιου που στεκόταν κάτω από μια κερασιά,
οδός κάποιου που δεν έκανε τίποτα,
γιατί πήγαινε βόλτα
καβάλα σε μια φοράδα.
Και να σκεφτείς ότι ο κόσμος
είναι φτιαγμένος απ’ ανθρώπους σαν και λόγου μου,
που μασουλάν ραδίκια
μπροστά στο παραθύρι τους
χαρούμενοι που στέκουνε κατακαλόκαιρο
ξυπόλητοι.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


Ο ΓΕΡΟΣ

Μη με ρωτάτε: έκανες τίποτα,
πού πήγες,
συνάντησες κανέναν
στον δρόμο.
Είμαι γέρος:
έχασα τους φίλους μου,
πάω αργά
σαν σαλιγκάρι.
Αν μπουμπουνίζει, φορώ ένα καπελάκι,
βγαίνω στον κήπο,
στην ταράτσα,
στύβω κανένα πορτοκάλι.
Για τη γυναίκα μου
άφησα λεφτά στο τραπέζι,
παιδιά, είναι βαρύ να γερνάς
και να πεθάνω τώρα,
που πήρα καινούρια γυαλιά, με θλίβει.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ

Αυτό το γεφύρι που χτίζεις με τα μάτια,
όταν είσαι μακριά απ’ το σπίτι,
το διαβαίνουν οι ξενιτεμένοι
που συναντάς.

[μτφρ.: Τραϊανός Μάνος]


***

Γιώργος Κακαές. Γεννήθηκε και προσπαθεί να ζήσεις στην Αθήνα. Περισσότερα εδώ: verbalistes.gr.

Δήμητρα Κωτούλα. Μεγάλωσε στην Ξάνθη. Σπούδασε Αρχαιολογία και Τέχνη. Η ποιητική της συλλογή, Τρεις Νότες για μια Μουσική, κυκλοφόρησε το 2004. Έχει μεταφράσει αγγλόφωνη ποίηση. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Μαρία Τοπάλη. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε νομικά στην Αθήνα και τη Φρανκφούρτη. Δημοσιεύει ποίηση, κριτική και μεταφράσεις και εργάζεται στο ΕΚΚΕ. Το τελευταίο βιβλίο της, Για Τέσσερα Χέρια, γράφτηκε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα.

Νίνο Πεντρέττι (Nino Pedretti, 1923-1981). Ιταλός ποιητής, ο οποίος έγραφε -εκ  πεποιθήσεως- στα ρομανιόλικα(romagnolo), ιταλική διάλεκτο της βόρειας Ιταλίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής του είναι συγκεντρωμένο στον τόμο Al vousi e altre poesie in dialetto romagnolo (2007).

Τραϊανός Μάνος. Φιλόλογος.